Η μάχη για την εργασία: τα σημεία τριβής και οι «γκρίζες ζώνες» στο νομοσχέδιο για τα εργασιακά

Η ιστορία των εργασιακών σχέσεων και των νομικών ρυθμίσεων που ισχύουν για αυτές είναι μια ιστορία συγκρούσεων. Ας μην ξεχνάμε ότι η ίδια η έννοια της «εργατικής νομοθεσίας» και της ύπαρξης γενικών ρυθμίσεων για την εργασία ήρθαν μετά από μεγάλες κοινωνικές συγκρούσεις.

Διαφορετικά τα πράγματα θα είχαν μείνει στην εποχή που δεν υπήρχε όριο στις ημερήσιες ώρες εργασίας, που δεν υπήρχαν κατώτατες αμοιβές, δεν υπήρχαν κατοχυρωμένες διαδικασίες συλλογικής διαπραγμάτευσης και όλα κρίνονταν στον άνισο συσχετισμό μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου. Χρειάστηκαν πολλές δεκαετίες απεργιών, κινητοποιήσεων, ενίοτε και επαναστάσεων ώστε να διαμορφωθούν οι διάφορες παραλλαγές εργατικής νομοθεσίας.

Η σταθερή απασχόληση, η σχετική προστασία από την εργοδοτική αυθαιρεσία, η αξιοπρεπής αμοιβή εγγυημένη από συλλογικές συμβάσεις και η ελευθερία της συνδικαλιστικής δράσης θεωρήθηκαν αναγκαίες πλευρές του μεταπολεμικού «κοινωνικού συμβολαίου».

Την ίδια ώρα οι εξελίξεις στον χώρο της εργασίας δοκιμάζουν τις αντοχές του πλαισίου της εργασιακής νομοθεσίας. Οι νέες τεχνολογίες και η συνδεσιμότητα συχνά σημαίνουν την άρση των διαχωριστικών γραμμών ανάμεσα σε εργασία και ανάπαυση. Η τηλεργασία επεκτάθηκε με την πανδημία, αλλά υπήρχε και πριν ως αυξανόμενη τάση. Η εργασία σε πλατφόρμες γεννά το ερώτημα για τα όρια της μισθωτής σχέσης. Η εξέλιξη των οικογενειακών μορφών και η προσπάθεια για ισότιμη καταγωγή οικογενειακών βαρών απαιτεί και νέες διευθετήσεις.

Και βέβαια την ίδια περίοδο υποχώρησε η παραδοσιακή «βιομηχανική απασχόληση» και επεκτάθηκε η απασχόληση σε κλάδους των «υπηρεσιών», κλάδοι που συχνά είναι έντασης εργασία, την ίδια ώρα που πρακτικές όπως οι υπεργολαβίες και το outsourcing άλλαζαν και την ίδια την έννοια της επιχείρησης.

Όμως, πλάι σε όλα αυτά υπάρχει και μια άλλη παράμετρος. Ήδη από τη δεκαετία του 1980 υπήρξε μια μεγάλη πίεση σε σχέση με τις ακαμψίες στην αγορά εργασίας. Σύμφωνα με αυτό το σχήμα η εργασία χρειαζόταν να αποκτήσει μεγαλύτερη ευελιξία και αυτό θα επίτρεπε και μείωση του κόστους εργασίας, εφόσον θα μειώνονταν οι καταβολές αποδοχών για υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση. Επιπλέον υποστηρίχτηκε ότι η ευελιξία, συμπεριλαμβανομένης της μεγαλύτερη ευκολία απολύσεων θα δημιουργούσε θέσεις εργασίας. Και βέβαια ήδη από εκείνη την περίοδο – εμβληματικές οι σχετικές πρωτοβουλίες του Ρόναλντ Ρήγκαν και της Μάργκαρετ Θάτσερ – τα συνδικάτα και η ισχύς του θα βρεθούν στο στόχαστρο: ο Ρήγκαν θα χτυπήσει τους ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας και η Θάτσερ τους ανθρακωρύχους.

Στη χώρα μας η ενσωμάτωση των ρυθμίσεων που αναλογούσαν στο προηγούμενο «κοινωνικό συμβόλαιο» έγινε με σχετική καθυστέρηση: Μόλις το 1982 κατοχυρώθηκαν πλήρως οι συνδικαλιστικές ελευθερίες με τον 1264/82 και μόλις το 1990 οι συλλογικές διαπραγματεύσεις με τον 1876/90. Και λίγο μετά ξεκίνησαν όλες οι συζητήσεις για τη μεγαλύτερη ευελιξία, συμπεριλαμβανομένης και αυτής που αφορούσε τη διευθέτηση του εργασιακού χρόνου.

Σε αυτό το φόντο το νομοσχέδιο του υπουργείου Εργασίας έρχεται να φέρει σημαντικές αλλαγές, αλλά και να προκαλέσει σημαντικές αντιδράσεις

Η αντιπαράθεση για τη διευθέτηση του χρόνου εργασίας

Τυπικά η νομοθετική πρωτοβουλία του υπουργείου Εργασίας δεν καταργεί το 8ωρο. Το 5ήμερο, 40ωρο, 8ωρο παραμένει το σημείο αναφοράς στα ζητήματα του χρόνου εργασίας, κάτι που εκτός όλων αποτυπώνει και ότι εδώ και χρόνια δεν γίνονται βήματα προς την κατεύθυνση της μείωσης του χρόνου εργασίας, παρότι αυτό έως που είχε θεσμοθετηθεί παλαιότερα σε χώρες όπως η Γαλλία (που είχαν εισάγει μια μορφή 35ωρου).

Αυτό που κάνει η νέα ρύθμιση είναι να επεκτείνει τη δυνατότητα διευθέτησης του χρόνου εργασίας και με ατομική συμφωνία με τον εργαζόμενο, δηλαδή να υπερβαίνει στην πράξη το εμπόδιο του 8ωρου. Θα μπορεί δηλαδή ο εργοδότης να συμφωνεί με τον εργοδότη έως και 10ωρη απασχόληση, χωρίς αυτό να θεωρείται υπερωριακή απασχόληση και η οποία θα «ανταλλάσσεται» με μειωμένο ωράριο ή επιπλέον ρεπό σε επόμενο διάστημα.

Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι με αυτό τον τρόπο θα μπορούν οι εργαζόμενοι να προσαρμόζουν το ωράριο στις δικές τους ανάγκες, συμπεριλαμβανομένων των οικογενεικών, και τονίζει ότι απαιτείται συμφωνία του εργαζομένου και προστασία του δικαιώματός του να αρνηθεί.

Όμως, υπάρχει ο αντίλογος ότι με δεδομένο τον άνισο συσχετισμό στην αγορά εργασίας και την ανασφάλεια των εργαζομένων, η ρύθμιση αυτή θα εφαρμόζεται με μονομερή απόφαση των εργοδοτών, που ουσιαστικά θα εκβιάζουν τους εργαζομένους, θα μειώνουν το κόστος για υπερωριακή απασχόληση και θα δεν προσλαμβάνουν επιπλέον προσωπικό για να καλύπτουν επιπλέον ανάγκες εργασίας.

Επιπλέον, με δεδομένο ότι στην Ελλάδα πολλές επιχειρήσεις είναι στις υπηρεσίες ή είναι μικρού και μεσαίου μεγέθους, δεν λειτουργούν απαραίτητα σε βάρδιες και η ανεργία παραμένει υψηλή, είναι πιθανό η ρύθμιση να ερμηνευτεί πολύ περισσότερο ως μετάβαση από το 8ωρο στο 10ωρο και προφανώς χωρίς επιπλέον αμοιβή.

Η κυβέρνηση υπογραμμίζει και την επιλογή της για αύξηση του ορίου των υπερωριών ως στοιχείο που προστατεύει τους εργαζομένους, όμως και εδώ υπάρχει και ο αντίλογος ότι σε συνδυασμό με την κατάργηση της Κυριακής αργία σε ορισμένους κλάδους απλώς θα περιορίσει την ανάγκη για επιπλέον προσλήψεις για να καλύπτεται η αυξημένη ζήτηση.

Ειδικά ως προς την μερική κατάργηση της Κυριακής αργίας που φέρνει η επέκταση του δικαιώματος λειτουργίας την Κυριακή και σε άλλους κλάδους, η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι με αυτόν τον τρόπο λύνονται προβλήματα που αντιμετώπιζαν επιχειρήσεις. Όμως, και εδώ υπάρχει ο αντίλογος ότι σε συνδυασμό με τις ανάλογες προβλέψεις για το εμπόριο και τη δυνατότητα ανοίγματος των καταστημάτων τις Κυριακές διαμορφώνεται μια συνθήκη όπου ουσιαστικά η ύπαρξη μιας κατοχυρωμένης μέρας ανάπαυσης για το μεγαλύτερο μέρος των εργαζομένων – και όχι απλώς ένα κατοχυρωμένος χρόνος ανάπαυσης που κατανέμεται οποτεδήποτε στην εβδομάδα – αναιρείται με αρνητικές επιπτώσεις για την κοινωνική ζωή.

Η εισαγωγή της ψηφιακής κάρτας εργασίας

Η κυβέρνηση παρουσιάζει την εισαγωγή της ψηφιακής κάρτας εργασίας ως τη μεγαλύτερη αλλαγή και υποστηρίζει ότι αυτό θα καταπολεμήσει τη μαύρη εργασία. Ουσιαστικά, θα αποτυπώνεται σε πραγματικό χρόνο η εργασία κάθε εργαζομένου και αυτό δεν θα επιτρέπει την απλήρωτη υπερωριακή απασχόληση, ενώ θα διευκολύνει και τις διεκδικήσεις των εργαζομένων έναντι εργοδοτών.

Ο αντίλογος εδώ αφορά δύο παραμέτρους. Η μία έχει να κάνει με όλα τα ζητήματα που σχετίζονται με τα προσωπικά δεδομένα και τη διαχείρισή τους. Η άλλη έχει να κάνει με τον βαθμό στον οποίο θα τηρείται ή απλώς η «μαύρη εργασία» θα είναι και εργασία χωρίς ψηφιακό ίχνος και ουσιαστικά θα παραμείνουμε στη σημερινή κατάσταση.

Οι αλλαγές στη συνδικαλιστική νομοθεσία

Η κυβέρνηση προχωρά σε σημαντικές τομές ως προς τη λειτουργία των συνδικάτων. Αυτές αφορούν την υποχρέωση εργατικών και εργοδοτικών οργανώσεων να εγγράφονται σε ηλεκτρονικό μητρώο, την υποχρέωση για δυνατότητα ηλεκτρονικής ψηφοφορίας, τη σημαντική αύξηση του προσωπικού ασφαλείας σε επιχειρήσεις σημαντικές για το κοινωνικό σύνολο και την απαγόρευση της παρεμπόδισης κάποιου να εργαστεί.

Εδώ οι αντιδράσεις αναμένεται να είναι μεγάλες γιατί είναι μέτρα που θα περιορίσουν τη δυνατότητα αρκετών κλάδων να απεργήσουν αλλά και θα μειώσουν τον αντίκτυπο των απεργιών. Σημειώνουμε εδώ ότι με δεδομένο ότι στο μεγαλύτερο μέρους του ιδιωτικού τομέα εκτός των πανεργατικών απεργιών ή μεγάλων δύσκολα προκηρύσσει απεργίες, οι ρυθμίσεις αυτές κυρίως αφορούν τον δημόσιο τομέα και τις ΔΕΚΟ.

Είναι προφανές ότι σκοπός είναι να δυσκολεύεται η κήρυξη απεργίας (ή να είναι πιο εύκολη η κήρυξή της ως παράνομης), να περιορίζεται ο αντίκτυπος που θα έχει – αφού για παράδειγμα το ένα τρίτο των συρμών του Μετρό ή των λεωφορείων θα κυκλοφορούν και βέβαια οι διοικήσεις θα κάνουν τέτοιες κατανομές ώστε στις ώρες αιχμής να έχουν περισσότερα – και βέβαια να μην επιτρέπεται η περιφρούρηση της απεργίας.

Με δεδομένο ότι το επόμενο διάστημα αναμένονταν ούτως ή άλλως να υπάρξουν κινητοποιήσεις σε αυτούς τους κλάδους μπορεί κανείς να περιμένει σημαντικές αντιδράσεις.

Η κυβέρνηση αλλάζει και τους όρους συνδικαλιστικής προστασίας. Καταργεί την Επιτροπή Προστασίας Συνδικαλιστικών Στελεχών, από την οποία έπρεπε να περάσει κάθε αίτημα απόλυσης εκλεγμένου συνδικαλιστή και θεσπίζει ότι η απόλυση θα γίνεται μόνο για σπουδαίο λόγο, κατ’ αναλογία με την προστασία των εγκύων από απόλυση. Ωστόσο και εδώ υπάρχει ο αντίλογος ότι ουσιαστικά παραπέμπεται στα δικαστήρια η εξέταση αυτών των περιπτώσεων, αντί για την υποχρέωση να ζητηθεί η έγκριση της σχετικής επιτροπής.

Η αλλαγή του χαρακτήρα του ΣΕΠΕ

Η κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι το ΣΕΠΕ θα αποκτήσει πλέον τον χαρακτήρα μιας Ανεξάρτητης Διοικητικής Αρχής και ότι αυτό θα την ενισχύσει ακόμη περισσότερο. Ωστόσο, το πραγματικό ερώτημα είναι εάν και σε ποιο βαθμό θα μπορέσει είτε με τη σημερινή μορφή είτε με την μελλοντική να καταφέρει να περιορίσει τις εκτεταμένες μορφές παραβατικότητας που υπάρχουν στους χώρους εργασίας και να αντιστρέψει μια κατάσταση όπου ουσιαστικά οι έλεγχοι και η επιβολή προστίμων γινόταν μόνο κατόπιν καταγγελιών και όχι προληπτικά.

Οι νέες μορφές εργασίας και οι νέες προβλέψεις προστασίας

Από εκεί και πέρα το νομοσχέδιο προβλέπει μια σειρά από ζητήματα που έχουν να κάνουν με τις αλλαγές στους όρους εργασίας. Προβλέπει τη δυνατότητα συνδικαλιστικής οργάνωσης των εργαζομένων σε πλατφόρμες, κατοχυρώνει το δικαίωμα αποσύνδεσης που έχει έρθει και πανευρωπαϊκά στο προσκήνιο – και μέσα από σχετική απόφαση του Ευρωκοινοβουλίου – αίτημα πολύ σημαντικό σε σχέση με τα προβλήματα που υπάρχουν με την τηλεργασία και προσαρμόζει τις γονικές άδειες και γενικά τα μέτρα που έχουν να κάνουν με την ανατροφή των παιδιών σε κατευθύνσεις πιο κοντινές στην πραγματικότητα της σύγχρονης ζωής.

Σημαντική τομή και η προσθήκη των ζητημάτων βίας και παρενόχλησης μέσα στην εργασία και η εισαγωγή αυστηρότερου πλαισίου και ελεγκτικών μηχανισμών σε συνδυασμό και με την κύρωση της σχετικής Σύμβασης 190 της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας.

Ως προς τις απολύσεις το νομοσχέδιο διευρύνει τις κατηγορίες απολύσεων που θεωρούνται άκυρες, εισάγει τη δυνατότητα προσαυξημένων αποζημιώσεων, ενώ εξισώνει και τις αποζημιώσεις των εργατοτεχνιτών με αυτές των υπαλλήλων. Όμως και εδώ υπάρχει το ερώτημα εάν και κατά πόσο οι αυξημένες αποζημιώσεις να προκριθούν αντί των επαναπροσλήψεων, κάτι που ως ένα βαθμό απηχεί και εργοδοτικές πρακτικές του προηγούμενου διαστήματος.

Μια πραγματική αντιπαράθεση

Είναι σαφές ότι το νομοσχέδιο φέρνει σημαντικές αλλαγές. Και παρότι κάποιες ρυθμίσεις του παραπέμπουν όντως σε ανάγκες παραπάνω προστασίας, όντως κάποια κομβική σημεία του ορίζουν πεδία αντιπαράθεσης. Είτε πρόκειται για τη διευθέτηση του χρόνου με μεγαλύτερη ευελιξία, είτε για τις αλλαγές στη συνδικαλιστική νομοθεσία είναι εμφανές ότι οι διαφορές είναι πραγματικές και δεν αφορούν απλώς παρερμηνείες ή παρεξηγήσεις. Προφανώς και τα προβλήματα του κόσμου της εργασίας σε μια περίοδο αυξημένης ανεργίας, έντονης επισφάλειας και ιδιαίτερα χαμηλών απολαβών σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, δεν περιορίζονται  στις τυπικές πλευρές της εργατικής νομοθεσίας. Όμως, είναι ένα ερώτημα εάν η μεγαλύτερη ευελιξία στη διευθέτηση του χρόνου εργασίας και ο περιορισμός κάποιων μορφών συνδικαλιστικής δράσης απαντούν σε αυτές τις προκλήσεις. Μένει να δούμε εάν και σε ποιο βαθμό η συγκεκριμένη νομοθετική πρωτοβουλία θα λειτουργήσει ως ο καταλύτης για διεκδικήσεις και κινητοποιήσεις που προφανώς δεν θα περιορίζονται σε όσα αυτή περιλαμβάνει.

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο

Πηγή

loading...

Αφήστε απάντηση

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιό σας!
Εισαγάγετε το όνομά σας εδώ