9 Νοεμβρίου, μια σημαδιακή ημέρα

Με ξύπνησε ο αδελφός μου για να το δούμε στην τηλεόραση. Εκλαψα, έκλαιγα. Οχι από χαρά αλλά με μια ενστικτώδη, ανεξήγητη στενοχώρια. Τίποτα δεν θα ήταν όπως πριν. Ποιος θα γινόταν το Αβαταρ του απόλυτου καλού και ποιος θα ενσάρκωνε το απόλυτο κακό; Στον βωμό ποιου θρησκευτικού υποκατάστατου θα θυσιαζόταν η επαχθής ατομική ελευθερία και πόση κριτική θα άντεχαν οι δυτικές αξίες τώρα που όλα θα ήταν «Δύση»; Ποιος θα καταδίκαζε τώρα ως θανάσιμο αμάρτημα την πνευματική ελευθερία, απαλλάσσοντας την ψυχή και τον νου από τη βάσανο της αναζήτησης του νοήματος καθημερινά;

Στις 9 Νοεμβρίου του 1989, αυτές οι σκέψεις δεν αποτελούσαν –δικαίως– προτεραιότητα για το πλήθος των Ανατολικογερμανών που συνέρρεαν για να διαβούν, ελεύθερα πια, το μισητό Τείχος. Ισως αργότερα, αντιμετωπίζοντας τις δυσκολίες επανένταξης σε μια δυτική κοινωνία έμπλεη συναγωνισμού ικανοτήτων και ελεύθερου ανταγωνισμού, αυτές οι σκέψεις να πήραν τη μορφή βαθιάς δυσαρέσκειας, δύσκολης και, για πολλούς, ακατανόητης εμπειρίας. Θα τα κατάφερναν όμως. Στο κάτω κάτω ήταν Γερμανοί. Και ως Γερμανοί είχαν ξεπεράσει, απορρίψει, πολεμήσει αρκετές εμπειρίες «9 Νοεμβρίου»: Στις 9 Νοεμβρίου του 1918, ο Σοσιαλδημοκράτης Φίλιπ Σάιντεμαν είχε αναγγείλει από το μπαλκόνι του Ράιχσταγκ στο Βερολίνο τη γέννηση αυτού που σε λίγο θα ονομάζαμε Δημοκρατία της Βαϊμάρης και δύο ημέρες αργότερα η Γερμανία θα υπέγραφε την επίσημη ήττα της στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στις 9 Νοεμβρίου του 1923, ο Χίτλερ ανεβαίνοντας στην καρέκλα μιας μπιραρίας θα ανακοίνωνε πραξικόπημα εναντίον της «κυβέρνησης των εγκληματιών του Νοεμβρίου». Προς τιμήν αυτού του πραξικοπήματος θα ακολουθούσε, στις 9 Νοεμβρίου του 1938, η απεχθής «Νύχτα των Κρυστάλλων» με τις γνωστές χυδαίες και απάνθρωπες επιθέσεις εναντίον Εβραίων και των περιουσιών τους. Υστερα από όλα αυτά, η Γερμανία αποφάσισε επισήμως ότι η χαρά για την 9η Νοεμβρίου του 1989 θα εορτάζεται στις 3 Οκτωβρίου. Πολύ σωστά, σκέφτηκαν να αποφύγουν τα μπερδέματα. Οχι μόνο για το τι θα μπορούσαν αυτές οι συμπτώσεις να πυροδοτήσουν στα εσωτερικά τους αλλά και στις αναφορές των media που στη διάρκεια του 20ού αιώνα «έχυσαν πολύ μελάνι» για τη Γερμανία.

Ο καθοριστικός ρόλος του Τύπου

Ο ρόλος των ΜΜΕ, στη συγκεκριμένη περίπτωση της αισιόδοξης 9ης Νοεμβρίου του 1989, ήταν κυριολεκτικά καθοριστικός, αφού… καθόρισε την ημερομηνία. Στις 6.50 μ.μ., ο Γκίντερ Σαμπόφσκι, εκπρόσωπος Τύπου του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ανατολικής Γερμανίας ανακοινώνει σε συνέντευξη Τύπου, μεταδιδόμενη ζωντανά από την κρατική τηλεόραση, ότι οι ταξιδιωτικοί κανόνες για τους κατοίκους της Ανατ. Γερμανίας αλλάζουν και θα τους επιτρέπεται να ταξιδεύουν ελεύθερα με μια βίζα. Δημοσιογράφος εκ των παρόντων ρωτάει «από πότε θα ισχύσει αυτό το μέτρο;», ο Σαμπόφσκι, τελών εν συγχύσει, ρωτάει με τη σειρά του «τι;», οι δημοσιογράφοι αρχίζουν να μιλάνε μεταξύ τους αναρωτώμενοι αν είναι αλήθεια ή άλλο ένα κόλπο τακτικής καθυστερήσεων αφού είχαν κληθεί για να ακούσουν απλώς μία σειρά μέτρων απλής βελτίωσης της επικοινωνίας μεταξύ των δύο Γερμανιών, ο Σαμπόφσκι ξύνει το κεφάλι του, βάζει-βγάζει τα γυαλιά του και για να τελειώνει κι αυτός κι εμείς, απαντά: «Ab sofort» (αμέσως).

Καμιά σημασία δεν είχε από δω και στο εξής η αντίδραση των φρουρών στα σημεία ελέγχου του Τείχους, οι οποίοι, αναζητώντας μια επίσημη εντολή από τους υπεύθυνους του κόμματος, έπαιρναν τη διευκρίνιση ότι «το Τείχος παραμένει κλειστό μέχρι νεωτέρας». Οι δημοσιογράφοι είχαν εκπληρώσει το καθήκον τους στέλνοντας παντού την είδηση «Το Τείχος είναι ανοιχτό» και η ροή των ανθρώπων που κατέληξε σε χιλιάδες υποχρέωσε τους φρουρούς να ανοίξουν αρχικά το πέρασμα της Bornholmer Street, και οι υπόλοιπες πύλες προς τη Δύση ακολούθησαν η μία μετά την άλλη.

Η τηλεόραση, το βασιλεύον ΜΜΕ της εποχής, μετέδιδε τις εικόνες του παραληρούντος από χαρά πλήθους των Γερμανών σε όλον τον κόσμο. Την επόμενη μέρα της 10ης Νοεμβρίου, σχεδόν κανείς στη Δυτική Γερμανία δεν μπορούσε να ξεχωρίσει ποια εφημερίδα αγόραζε: στα πρωτοσέλιδα, η ίδια φωτογραφία ενός χαρούμενου πλήθους με το Τείχος να παίρνει πλέον τη θέση του μεταξύ των συμβόλων ενός άθλιου παρελθόντος.

«Είναι καλύτερη μια Γερμανία αντί για δύο;». Αυτός ήταν ο τίτλος (Is One Germany Better Than Two?) σε ένα από τα άρθρα που αφιέρωσε το περιοδικό TIME στη διάρκεια του ιστορικού Νοεμβρίου και μάλλον απετέλεσε την έμπνευση για το σύντομο ανέκδοτο «Αγαπάω τόσο τη Γερμανία που θέλω να ’ναι δύο».

Οι New York Times αναδεικνύονται μάλλον ως πρωταθλητές της κάλυψης του γεγονότος με 64 άρθρα επιπλέον των άρθρων γνώμης και των σχετικών συνεντεύξεων που φιλοξενήθηκαν στις σελίδες τους. Η Luann Brennan, Αμερικανίδα που ζούσε στο Βερολίνο από το 1979, σε ένα κείμενο εντυπώσεων για το πώς χειρίστηκαν τα αμερικανικά ΜΜΕ το γεγονός, γράφει: «Μετά τις πρώτες δύο μέρες ελάχιστα ασχολήθηκαν με την πολιτική σημασία της “πτώσης του Τείχους”. Περιέγραφαν την έξοδο των ανθρώπων από το Ανατολικό στο Δυτικό Βερολίνο σαν κάποιους που ήθελαν να μπουν στη Δύση για να εισπράξουν το “ποσόν του καλωσορίσματος” των 100 μάρκων για να ψωνίσουν στην Kufürstendamm, τον πιο γνωστό βερολινέζικο εμπορικό δρόμο. Τίτλοι όπως για παράδειγμα “Μια μέρα εορτασμού και λίγο shopping (ψώνια)” που εμφανίστηκαν στις 11 Νοεμβρίου στους NYT επαναλαμβάνονταν στη διάρκεια του μήνα […] και τίτλοι όπως “Το παλιό Βερολίνο: Μια κουλτούρα κατασκόπων και (μουσικών) Συμφωνιών” αποσπούσε την προσοχή από τη σοβαρότητα της κατάστασης. Αυτό που ήταν μια περήφανη ευρωπαϊκή πόλη για 28 χρόνια παρήκμαζε και τα 2/3 του πληθυσμού της είχαν χάσει στοιχειώδη ανθρώπινα δικαιώματα που στη Ν. Υόρκη τα θεωρούμε δεδομένα». Δεν διάβασα όλα τα κείμενα που γράφτηκαν στους NYT, αλλά νομίζω ότι η Luann Brennan είναι τόσο αυστηρή όσο μόνον ένας άνθρωπος που δεν έχει καμιά σχέση με τα ΜΜΕ, τη φύση και την πολύπλευρη αποστολή τους, μπορεί να είναι.

Σύμφωνα με τη διεξοδική έρευνα του Lee R. Duffield στο βιβλίο του «Berlin Wall in the news: mass media and the fall of the Eastern Bloc in Europe, 1989» –Το Τείχος του Βερολίνου στις ειδήσεις: ΜΜΕ και η πτώση του Ανατολικού Μπλοκ στην Ευρώπη– που δημοσιεύθηκε το 2009, το συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι τα ΜΜΕ κατάφεραν να μεταδώσουν την «απίστευτη» ιστορία σωστά, εάν οι αναγνώστες είχαν τη διάθεση να παρακολουθήσουν συστηματικά τις ειδήσεις και όχι σποραδικά και, κυρίως, όχι από ένα και μοναδικό μέσον.

Τα ελληνικά πρωτοσέλιδα των εφημερίδων της 10ης Νοεμβρίου 1989 ασχολούνται με την προσπάθεια δημιουργίας κυβέρνησης, με τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη να προτείνει τα αυτονόητα (δημιουργία οικουμενικής κυβέρνησης) και τον Χαρίλαο Φλωράκη να φαίνεται λογικότερος του Ανδρέα Παπανδρέου. Οι Ελληνες δεν ενδιαφερόμαστε γενικώς, ούτε και τότε βέβαια, για το τι συμβαίνει στον υπόλοιπο κόσμο, εκτός κι αν η είδηση συνδέεται με κάποια πραγματική ή, κυρίως, παραληρηματική εθνική διεκδίκηση. Ετσι, η «Απογευματινή» προτιμά να βάλει στο πρωτοσέλιδο ως κύριο θέμα «Πού τα βρήκαν και πού όχι Μητσοτάκης-Φλωράκης» και δύο μικρότερα με τίτλους όπως «Γυναίκες αστυνομικοί δολώματα για τον “δράκο”». Tο «Εθνος» βασανίζεται με θέματα όπως «Χωρίς λεφτά οι ΔΕΚΟ», «Ρημαδιό τα υπουργεία», «Ο παπάς στο κυνήγι της ηρωίνης» και δεν ενδιαφέρεται καθόλου για το θέμα, όπως επίσης η «Αυριανή» και η «Ελευθεροτυπία». Η «Καθημερινή» και το «Βήμα» περιλαμβάνουν την είδηση στο πρωτοσέλιδο: ΕΠΕΣΕ ΤΟ ΤΕΙΧΟΣ. Επιτέλους!


kathimerini.gr

Αφήστε απάντηση

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιό σας!
Εισαγάγετε το όνομά σας εδώ