Αλχημείες με τη ρύπανση και τα φυτοφάρμακα


Δεν υπάρχει φυτοφάρμακο με μηδενική βλαπτικότητα, λένε οι επιστήμονες.

Τη δεύτερη εβδομάδα του Δεκεμβρίου, η νέα πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, ανακοίνωσε συνεπικουρούμενη από τον αντιπρόεδρο της Ε.Ε., Φρανς Τίμερμανς, το ευρωπαϊκό «πράσινο σύμφωνο» για μια πολιτική που δεν οδηγεί στην ενίσχυση του φαινομένου του θερμοκηπίου, αλλά και μια αντίστοιχη πολιτική στον τομέα της αέριας ρύπανσης, των φυτοφαρμάκων και των πλαστικών. Για όλα έχουν γραφτεί και ειπωθεί πολλά, αλλά για τα φυτοφάρμακα και τα πλαστικά πολύ λιγότερα, παρά το γεγονός ότι η Ε.Ε. έχει κάνει ελάχιστη πρόοδο στους δύο αυτούς τομείς και η Ελλάδα ακόμα μικρότερη. Χαρακτηριστικό είναι ότι στο τέλος του χρόνου (2019) η Ελλάδα ήταν μία από τις 10 χώρες της Ε.Ε. που έξι μήνες μετά την προθεσμία δεν είχε υποβάλει εθνικά όρια αέριας ρύπανσης, σε αντίθεση με κράτη-μέλη όπως η Κύπρος και η Βουλγαρία, σύμφωνα με τα στοιχεία της Ε.Ε. (Review of the EU Air policy – Environment – European Commission). Στον σχετικό μηχανισμό, για πόλεις με σοβαρό πρόβλημα, όπως π.χ. ο Βόλος, παρουσιάζονται στοιχεία που δεν είναι ενημερωμένα, σε αντίθεση με την Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη ή τη Λάρισα.

Τον Νοέμβριο του 2015, η Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφάλειας Τροφίμων δήλωσε ότι «η ουσία γλυφοσάτη είναι απίθανο να είναι επιβλαβής για το DNA ή να αποτελεί καρκινογόνο απειλή για τους ανθρώπους», διευκρινίζοντας αργότερα ότι ίσως υπάρχουν εμπορικά σκευάσματα γλυφοσάτης που να είναι καρκινογόνα, αλλά οι μελέτες «που εξετάζουν μόνο τη δραστική ουσία γλυφοσάτη, δεν έδειξαν τέτοια επίπτωση». Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Χημικών προϊόντων (ECHA) καταχώρισε ότι η γλυφοσάτη προκαλεί σοβαρή οφθαλμολογική βλάβη και είναι τοξική για τους υδρόβιους οργανισμούς, αλλά δεν βρήκε στοιχεία που να την εμπλέκουν ως καρκινογόνα, μεταλλαξιογόνα, τοξική για την αναπαραγωγή. Η Ε.Ε. αναγκάσθηκε να συγκροτήσει ομάδα «ταχείας δράσης» για τη γλυφοσάτη. Στην Ελλάδα, το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης ενέκρινε τελικά τη χρήση της γλυφοσάτης και χορήγησε πενταετή άδεια διάθεσης στην αγορά από τις 6/3/2018 έως και τις 15/12/2023.

Μετά τη διαρροή του σχεδίου για πολιτικές με στόχο τη «μηδενική χημική ρύπανση», η Επιτροπή φαίνεται ότι υπαναχώρησε στις πιέσεις της χημικής βιομηχανίας. Στο τελικό σχέδιο των μέτρων το οποίο ανακοίνωσε, έλειπαν οι αναφορές του πρώτου, με αποτέλεσμα για τις χώρες Λουξεμβούργο, Αυστρία, Βέλγιο, Γαλλία, Δανία, Σουηδία, Ολλανδία και Ισπανία να λείπει η πρόβλεψη που έθετε ως στόχο μικρότερη χημική ρύπανση. Στο αρχικό σχέδιο της Επιτροπής υπό την Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν προβλεπόταν η αντικατάσταση τοξικών ζιζανιοκτόνων με άλλα σκευάσματα.

Τον Νοέμβριο η Ε.Ε. εγκαινίασε το μεγαλύτερο πρόγραμμά της για την καταγραφή της τοξικής χημικής ρύπανσης με καταγραφές στο αίμα, στα μαλλιά και στους ιστούς σε ολόκληρη την Ευρώπη. Θα διαρκέσει 5 χρόνια με προϋπολογισμό 70 εκατομμύρια ευρώ, περιλαμβάνοντας το σύνολο των επιδημιολόγων και τοξικολόγων της ηπείρου. Ηδη πριν από τις ευρωεκλογές, τον Απρίλιο, ο γενικός διευθυντής του Συνδέσμου Ελληνικών Χημικών Βιομηχανιών (ΣΕΧΒ), Π. Σκαρλάτος, αναγνώριζε με αφορμή δημοσίευμα της «Κ» ότι: «Το Πανευρωπαϊκό Συμβούλιο Χημικής Βιομηχανίας (CEFIC) λαμβάνει σοβαρά υπόψη τις διαπιστώσεις του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Χημικών Προϊόντων (ΕCHA) βάσει των οποίων παρατηρήθηκαν ελλείψεις σε δεδομένα (στοιχεία), τα οποία χρήζουν ενημέρωσης αλλά και βελτίωσης. (…) Και εξετάζει τους ακριβείς λόγους για τους οποίους, παρά τις προσπάθειες της βιομηχανίας να παράσχει τα απαραίτητα στοιχεία, η αξιολόγηση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Χημικών Προϊόντων (ECHA) και των εθνικών αρχών διαπίστωσε ελλείψεις σε αρκετούς φακέλους. Για παράδειγμα, στο πλαίσιο προκαταρκτικής ανάλυσης διαπιστώθηκε ότι πολλοί καταχωρίζοντες δεν έχουν παραδώσει ολοκληρωμένη τεκμηρίωση για τη χρήση εναλλακτικών μεθόδων για τη δοκιμή χημικών ουσιών στα ζώα».

Στις αρχές Απριλίου του 2019 έγινε γνωστό ότι η Διεύθυνση Υγείας της Ε.Ε. ετοιμάζει αλλαγή των κριτηρίων της «προσέγγισης με βάση τη βλαπτικότητα στην ανθρώπινη υγεία», όπως υποστηρίζουν περιβαλλοντικές οργανώσεις στις Βρυξέλλες. Ωστόσο, οι συντάκτες της σχετικής έκθεσης του 2017 (συμμετέχει και η Ευαγγελία Ντζάνη, επίκουρος καθηγήτρια Κοινωνικής και Ψυχικής Υγείας στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων), που αποτελεί την αφετηρία της επανεξέτασης, σημειώνουν ότι:

1. Δεν υπάρχει φυτοφάρμακο με μηδενική βλαπτικότητα. «Ορισμένες συνέπειες είναι μακροπρόθεσμες και απαιτούν ένα άλλο σύστημα ελέγχου», αναφέρουν.

2. Τα φυτοφάρμακα δεν είναι όλα τα ίδια από την άποψη της βλαπτικότητας. Μέχρι σήμερα, οι συνέπειες στην υγεία αναγνωρίζονταν μετά την κυκλοφορία τους, τώρα η Ε.Ε. επιχειρεί να θεμελιώσει ένα σύστημα που να τα αξιολογεί προτού κυκλοφορήσουν, όπως τα φάρμακα για ανθρώπινη χρήση.


kathimerini.gr

Αφήστε απάντηση

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιό σας!
Εισαγάγετε το όνομά σας εδώ