Αναπολώντας τα ταξίδια του παρελθόντος: Ζανζιβάρη, Αγραφα, Τραπεζούντα, Χαλέπι

Τρεις δημοσιογράφοι και μία ιστορικός. Αλλά κυρίως τέσσερις ταξιδιώτες, που μέχρι πρόσφατα είχαν το ταξίδι επάγγελμα, χωρίς ποτέ να ξεχνούν ότι με κάθε αναχώρηση ξεκινά μια περιπέτεια. Από εκείνες τις περιπέτειες που μας αλλάζουν με κάποιον τρόπο τη ζωή, βαθαίνοντας και πλουτίζοντας τη σχέση μας με τον κόσμο εντός και εκτός μας.

Τους βρήκαμε στα σπίτια τους, κι αυτό είναι ήδη αρκετά πρωτότυπο, γιατί δεν βολεύονται εύκολα στον ίδιο τόπο για καιρό. Επειδή διανύουμε μια αταξίδευτη, φοβισμένη εποχή –και για να μην πάψουμε να ονειρευόμαστε ανοιχτούς ορίζοντες–, τους ζητήσαμε να σκαλίσουν τα συρτάρια και τις αναμνήσεις τους και να ανασύρουν εκείνο το ταξίδι που τους έκλεψε την καρδιά.

Εκείνο που άλλαξε τη σκέψη τους, που τους ενέπνευσε, εκείνο που έδωσε πραγματικά το περιεχόμενο στη λέξη «ταξιδευτής». Ο προορισμός είναι κάτι, μας είπαν όταν δέχθηκαν να μοιραστούν μαζί μας τις ιστορίες τους. Αλλά σίγουρα δεν είναι το παν, διευκρίνισαν. Ολη η ουσία είναι στο ταξίδι, στη στιγμή που βγαίνεις στον δρόμο.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ

Μουσικός παραγωγός – δημοσιογράφος

Ακόμη καλύτερα κι από το όνειρο



Ο Λεωνίδας Αντωνόπουλος στη Ζανζιβάρη το 2005, ανάμεσα σε μουσικούς και μουσικές που συνδυάζουν αφρικανικούς ρυθμούς, αραβικές μελωδίες και ινδικά ακούσματα.

Μεγάλωσα σε μια εποχή κατά την οποία το ταξίδι στο εξωτερικό ήταν ένα όνειρο δύσκολα πραγματοποιήσιμο: Απλησίαστα αεροπορικά εισιτήρια, δυσβάσταχτες ισοτιμίες με τη δραχμή, τεράστιες δυσκολίες οργάνωσης εάν ήθελες να αποφύγεις τα ομαδικά πακέτα ή να επιλέξεις προορισμούς άγνωστους και αντιδημοφιλείς στα ταξιδιωτικά πρακτορεία.

Ολα αυτά άλλαξαν πολύ γρήγορα, έμεινε όμως ζωντανή η μνήμη αυτού του φιλόδοξου ονείρου, η μνήμη της φαντασίας που ταξίδευε συνέχεια, γρήγορα και παντού, στα πιο απίθανα μέρη. Θυμάμαι να ακούω μουσική, να προσπαθώ να φανταστώ την Αφρική και να  καταλήγω σε κοινότοπες εικόνες πλασμένες από εξωτικές καρτ ποστάλ, λογοτεχνικές περιγραφές και πλάνα ειδήσεων με ταραχές και εμφυλίους. Αλλά κάτι έλειπε, το ήξερα. Η μουσική έγινε αφορμή και κίνητρο για να ταξιδεύω. Αρχισα να συγκρίνω την πραγματικότητα με τις φαντασιώσεις μου. Και κέρδιζε πάντα η πραγματικότητα: Πιο πλούσια, πιο απρόβλεπτη, πιο αντιφατική.

Οταν έφτασα για πρώτη φορά στη Ζανζιβάρη –15 χρόνια πριν– έχοντας στο κεφάλι ένα κουβάρι από εξωτικά κλισέ που ζύγιζε όσο ένας ελέφαντας, σάστισα. Ο ορισμός του εξωτικού ήταν εκεί μπροστά μου, ολοζώντανος. Τα υλικά από τα οποία ήταν φτιαγμένες οι μουσικές της, το ίδιο: οι αφρικάνικοι ρυθμοί, οι αραβικές μελωδίες, τα ινδικά περάσματα. Παιγμένες χωρίς βιασύνη και με νωχελικότητα, ταιριαστή με το περιβάλλον, με τις μυρωδιές, με τα φαγητά, με την υγρασία, με τα χρώματα στα ρούχα των ανθρώπων, στη θάλασσα και στον ουρανό. Ενα νησί της Ανατολικής Αφρικής που η ιστορία του σε βάραινε, αλλά η απλότητα της ζωής του σε ξεκούραζε. Ενας τόπος που πλούτισε από το εμπόριο ανθρώπων και που σήμερα τον κατοικούν οι απόγονοι της ανάρμοστης συνύπαρξης σκλάβων και δουλεμπόρων. Το όνειρο που είχε βάλει το καύσιμο για εκείνο το ταξίδι είχε πια γίνει χίλια κομμάτια. Η πραγματικότητα το είχε συντρίψει και το είχε κάνει ακόμη καλύτερο.

Χωρίς τη γνώση του ταξιδιού και τα μαθήματα της πραγματικότητας, η ζωή μας φτωχαίνει και ο κόσμος μικραίνει. Αλλά τώρα που καταλάβαμε πόσο μεγάλος και διαφορετικός είναι, δεν μπορώ να φανταστώ ότι θα επιστρέψω στα χρόνια που ταξίδευα μόνο με καρτ ποστάλ.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΝΤΡΕΝΟΓΙΑΝΝΗΣ

Δημοσιογράφος

Ηταν μονάχα οι άνθρωποι



«Ηταν μονάχα οι άνθρωποι που συναντούσα και μου άνοιγαν νέους ορίζοντες», λέει ο Γιάννης Ντρενογιάννης. Στη φωτογραφία μαζί με τον μπαρμπα-Λάμπρο στον δρόμο έξω από τη καλύβα του, στη Βαρβαριάδα Αγράφων, το 2007.

Να με συμπαθάτε, αλλά δεν έκανα κανένα ταξίδι που να με άλλαξε ως άνθρωπο, δεν υπήρξε τόπος ή διαδρομή ή ηλιοβασίλεμα που να μου διαμόρφωσε τον χαρακτήρα, που να με έκανε να σκεφτώ είτε παραπέρα, είτε διαφορετικά.

Ηταν μονάχα οι άνθρωποι που συναντούσα και μου άνοιγαν νέους ορίζοντες. Εκείνοι οδηγούσαν τη μοτοσικλέτα, κατηύθυναν το μολύβι να βρει τις σωστές λέξεις, πατούσαν τα πλήκτρα και έκαναν κλικ στη φωτογραφική μηχανή. Εκείνοι είναι ακόμα ο μεγαλύτερος θησαυρός της ζωής μου, το ομορφότερο χιλιόμετρο όλων των διαδρομών του κόσμου που γύρισα. Ο παππούς ο Γερμανός ο Δαμολίδης στη Πρέσπα μου έμαθε ότι τα χρήματα δεν έχουν απολύτως καμιάν αξία. Μου έδειξε τον τρόπο να είμαι ταπεινός και να λογαριάζω τη δύναμη της αγάπης.

Ο μπαρμπα-Λάμπρος ο Κοντογούνης στη Βαρβαριάδα των Αγράφων μου δίδαξε ότι το πιο απλό πράγμα στον κόσμο, όπως μια καλύβα δίπλα στο ποτάμι ή μια βρύση που μένει πάντα ανοιχτή, μπορεί να γίνει σημείο αναφοράς, κέντρο του κόσμου.

Ο Γιώργος ο Κολόζης, ο σκηνοθέτης και κινηματογραφιστής μου έδειξε πως πρώτα πρέπει να νιώσεις και μετά να καταγράψεις την όποια εικόνα· και να προσέξεις αυτό που θα παραδώσεις να έχει «ποίηση» μέσα του.

Ο Μιχάλης Αράπογλου από τα Γιάννινα άναψε ξαφνικά το φως, αφήνοντας να βρω την άκρη μου με τη μαγική εξίσωση-τρίπτυχο: τόπος – χρόνος – άνθρωπος. Ο ίδιος μου έκανε ταχύρρυθμα μαθήματα αρχιτεκτονικής βάζοντας με να ψηλαφώ τις πέτρες, τα κεραμίδια, το χώμα, το τσιμέντο.

Τα ίδια τα παιδιά μου, φτάνοντας μαζί τους στον 79ο παράλληλο, μόλις 1.300 χιλιόμετρα από τον Βόρειο Πόλο, μου έμαθαν να μη φοβάμαι. Πως είναι εκείνοι μαζί μου, μικροί θεοί που σαν θάλασσα κυμματίζουν αέναα στη ψυχή μου.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΞΑΝΘΟΥΛΗΣ

Δημοσιογράφος – επιμελητής εκθέσεων

One way ticket



Ο Δημήτρης Ξανθούλης στο ταξίδι προς τη Μαύρη Θάλασσα το 1991 σε μια φωτογραφία του φίλου του Ζαν Πιερ Βο, με την τεχνική των colour photocopies.

Από όσα ταξίδια έχω κάνει, λίγα ήταν μία πραγματική περιπλάνηση, γιατί πάντα υπάρχει ένας σκοπός, ή ένα πρόγραμμα. Θυμάμαι ένα από αυτά: Με έναν φίλο, (τον Θέμη Ραγιά) ξεκινήσαμε για την Τουρκία, χωρίς πραγματικά να έχουμε τίποτα στον νου μας. Φτάνοντας στην Κωνσταντινούπολη, βυθιστήκαμε σε ένα θερμό καλοκαίρι. Αύγουστος ήταν, με απαλά μελτέμια που φυσούσαν μόλις άρχιζε να πέφτει η νύχτα πάνω από τα στενά της Προποντίδας. Ατελείωτες ώρες περιπλάνησης στα στενά της ιστορικής πόλης και στα μνημεία, με στάσεις στα παλιά καφενεία – kitaathane– τα ζεστά μεσημέρια και τη σκεπαστή αγορά. Τότε ο παλιός κόσμος ζούσε ακόμα…

Κάποιος μας μίλησε για ένα μεγάλο παζάρι που γινόταν στην Τραπεζούντα. Ηταν τα πρώτα χρόνια που μετά την πτώση της Σοβιετικής Ενωσης και οι κάτοικοι των πρώην Σοβιετικών Δημοκρατιών, όσοι μπορούσαν, έφευγαν, κουβαλώντας μαζί τους εμπορεύματα, αντί για χρήματα, τα οποία κατέληγαν στο παζάρι της που ήταν και ο πρώτος σταθμός, μόλις διέσχιζαν τα βόρεια σύνορα της χώρας. Χωρίς δεύτερη σκέψη, πήραμε ένα πλοίο που έφευγε για τη Μαύρη Θάλασσα.

Ταξιδέψαμε μια νύχτα, απόλυτα σκοτεινή, δεν είχε φεγγάρι, που την πέρασα στην κουπαστή του πλοίου αναστατωμένος, μέχρι που το χάραμα είδα την Τραπεζούντα να αναδύεται σιγά σιγά στο κάπως θολό από την υγρασία φως του καλοκαιρινού πρωινού, κτισμένη πάνω στη θάλασσα, με τις Ποντιακές Αλπεις πίσω της, να την αποκόβουν από τον υπόλοιπο κόσμο.

Αφήσαμε τα πράγματά μας στο πρώτο ξενοδοχείο που βρήκαμε μπροστά μας στο λιμάνι και τρέξαμε αμέσως στο παζάρι. Δεν είχα ξαναδεί τέτοιο πράγμα. Ενα είδος κεντροασιατικής ανθρωπολογικής Βαβέλ ανακατωμένης με Τούρκους μαφιόζους, αγοραστές και περίεργους: Τσετσένοι, Ρώσοι, Ελληνοπόντιοι, γεροδεμένες Ουζμπέκες με χρυσά δόντια, ορεσίβιοι Τατζίκοι, Καζάχοι, Γεωργιανοί. Ο,τι βάλει ο νους σας και αυτοί ανακατωμένοι με τα πιο απίθανα εμπορεύματα: χαλιά, κεχριμπάρια, βαριά λινά, κουζινικά, παστά ψάρια, μαύρο χαβιάρι, πούρα Αβάνας, κεντήματα, ρωσικές εικόνες, γούνες, καπέλα και στολές του Κόκκινου Στρατού. Ηταν καλοκαίρι του ’91. Ξεκινήσαμε για ένα «μακρύ» Σαββατοκύριακο για να μείνουμε σχεδόν ένα μήνα.

ΜΑΡΙΑΝΝΑ ΚΟΡΟΜΗΛΑ

Ιστορικός – υπεύθυνη της Πολιτιστικής Εταιρείας Πανόραμα

«Λαίδη Μίριαμ, η Γιουνάνα»



Η Μαριάννα Κορομηλά στο Μπάαλμπεκ, στην κοιλάδα Μπεκάα του Λιβάνου, σε ένα ταξίδι που έγινε το 2006, ξεναγώντας την Πολιτιστική Εταιρεία Πανόραμα.

Εμένα με μάγεψε η Συρία. Την πρωτογνώρισα τη δεκαετία του ’70. Πριν ξεσπάσει ο εμφύλιος στον Λίβανο. Τα υπερπολυτελή κρουαζιερόπλοια, που χρησιμοποιούσαν Ελληνες ξεναγούς, έπιαναν στη Βηρυτό. Από εκεί ξεκινούσαν τα land tours προς διάφορες κατευθύνσεις. Αλλοπαρμένη επέστρεφα από τα αξιοθέατα της Συρίας. Αλλά ήμουν ακόμα θύμα του εξωτισμού. Επρεπε να ξεμπαρκάρω, να οδοιπορήσω στα βάθη της Ιστορίας, να ξεπεράσω τα ακαδημαϊκά θέσφατα. Επρεπε να αφεθώ στη γοητεία της απλότητας. Να ανακαλύψω την αρχοντιά της φτώχειας των προ-καταναλωτικών κοινωνιών, εκεί όπου λειτουργούν οι παραδοσιακοί κώδικες, οι πατροπαράδοτες αξίες, τα έθιμα, οι τελετουργίες, όλα όσα συνδέουν τον άνθρωπο με το αδυσώπητο φυσικό περιβάλλον και του επιτρέπουν να ζει.

Στο Χαλέπι κατάλαβα ότι όταν ακούν οι μουσουλμάνοι τις εσπερινές καμπάνες των εκκλησιών, νιώθουν τη γαλήνη που προσφέρει η καθημερινή επιβεβαίωση της συνέχειας. Μία ακόμα ημέρα φτάνει στο τέλος της. Μητροπολιτικοί ναοί πέντε χριστιανικών δογμάτων βρίσκονται μέσα στο εμπορικό κέντρο του μυθικού Χαλεπιού. Βρήκα, λοιπόν, ζωντανούς τους πρωταρχικούς μύθους. Η Ορθοδοξία και τα άλλα δόγματα της Ανατολής είναι αναπόσπαστο κομμάτι της πηγαίας συλλογικής μνήμης. Βρήκα, λοιπόν, ζωντανούς τους πρωταρχικούς μύθους. Οσο κι αν ακούγεται εξωφρενικό, η κύρια ιδρυτική παράμετρος της συριακής ταυτότητας πηγάζει από τη Ρωμιοσύνη. Αυτό που λένε «Ρουμ».

Με αρπάζει μια μέρα ένας Βεδουίνος, με βάζει στο τρίκυκλο, δίπλα η κυρία του μου χαϊδεύει τρυφερά το χέρι, και πάμε. Η συριακή έρημος είναι σαν μία απέραντη αλάνα. Γκριζωπή απελπισία. Σταματάει το τρίκυκλο δίπλα σε μια μικρή πέτρινη κατασκευή. Ενα πηγάδι. Ο Βεδουίνος γονατίζει μπροστά στο πηγάδι, σηκώνει τα χέρια σε στάση δέησης, φωνάζει «Ρουμ!» και προσκυνάει. Με πλησιάζει. Κάτι θέλει να μου εξηγήσει. Μοιάζει σαν να μου χαρίζει το πηγάδι; Επιστρέφουμε στην Παλμύρα. Ο αξιοσέβαστος δάσκαλος, αυτός που με σύστηνε παντού σαν «Λαίδη Μίριαμ, Γιουνάνα», μου εξηγεί ότι οι Βεδουίνοι έμαθαν από τους προγόνους τους ότι τα πηγάδια στην έρημο τα κατασκεύασαν οι Ρουμ. Ο Ισκεντέρ; Ο Σελούκος (Σέλευκος), ο Διοκλητιανός ή ο Ιουστινιανός; Αδιάφορο. Εξάλλου, όσο πιο απαίδευτες είναι οι κοινωνίες τόσο πιο πολύ ο ιστορικός χρόνος συμπυκνώνεται. Ετσι, κάποιος παππούς ή προπάππους μου θα άνοιξε το πηγάδι από το οποίο ποτίζονται δεκάδες ημινομάδες βοσκοί από τον καιρό του Κατακλυσμού.

Ναι. Στη Συρία, εκεί όπου η εθνική μυθολογία αρχίζει από τα αλεξανδρινά χρόνια, ανακάλυψα την πραγματική μου ταυτότητα. Μόνον οι κύκλοι των μορφωμένων γνώριζαν κάτι για την αρχαία Αθήνα, τον Περικλή, τους Ολυμπιακούς Αγώνες κι όλα όσα εμείς θεωρούμε πρωταρχικά. Αλλά ακόμα κι αυτοί, πίστευαν ότι όλα αποτελούσαν ένα σημαντικό μέρος του ελληνικού πολιτισμού, του οποίου το πνευματικό κέντρο ήταν η Κωνσταντινούπολη. Καμιά φορά ένιωθα σαν ήμουν απεσταλμένη του Λέοντα του Σοφού ή του Μανουήλ του Κομνηνού. 

Στη Συρία, που τη θεωρώ δεύτερη πατρίδα μου, βίωσα τον οικουμενισμό στην πιο ανεπιτήδευτη μορφή του και κατάλαβα ότι υπάρχουν κοινωνίες που δεν λειτουργούν με την έννοια της «ανοχής» του άλλου, αλλά του σεβασμού. Η συνύπαρξη μπορεί να γίνει πράξη μόνο αν σέβεσαι. Η ανοχή ενέχει στοιχεία ρατσισμού και μπόλικη δόση υπεροψίας. Εμαθα πολλά κι ανέκτησα ένα μεγάλο μέρος του χαμένου χρόνου. Γιατί η Συρία, παρόλο που της άρπαξαν την Αντιόχεια, δεν είχε διαρρήξει ακόμα τη σχέση της με τη συνέχεια. Σε εκείνα τα νερά κολυμπούσε και ο Καβάφης. Κι έλεγα πάντα ότι ήθελα να περιηγηθώ μια φορά τη Συρία με μοναδικό «οδηγό» και σύντροφο τα συριακά ποιήματα του Αλεξανδρινού. Δεν πρόκαμα. 


kathimerini.gr

Αφήστε απάντηση

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιό σας!
Εισαγάγετε το όνομά σας εδώ