Αναβαθμισμένη η «κυνηγός» των τεχνολογικών κολοσσών


Ενδεικτικό της στάσης των ΗΠΑ απέναντι στη Βεστάγκερ ήταν το σχόλιο του Ντόναλντ Τραμπ τον Ιούνιο ότι η επίτροπος «μισεί τις ΗΠΑ, ίσως περισσότερο από κάθε άλλον άνθρωπο που έχω γνωρίσει».

Στη νέα σύνθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής υπάρχει ένα γνωστό πρόσωπο, αυτό της Μαργκρέτε Βεστάγκερ. Η Δανή επίτροπος Ανταγωνισμού όχι μόνο παραμένει μέλος της Κομισιόν, αλλά πήρε «προαγωγή», αναλαμβάνοντας την ευθύνη για τη ρύθμιση και επιβολή της ψηφιακής πολιτικής.

Για την αμερικανική κυβέρνηση και τη Σίλικον Βάλεϊ, περιοχή της Καλιφόρνιας που φιλοξενεί τους μεγαλύτερους τεχνολογικούς κολοσσούς στον κόσμο, τα νέα της παραμονής της Βεστάγκερ πιθανότατα να μην ήταν χαρμόσυνα. Ενδεικτικό της στάσης των ΗΠΑ απέναντι στη Βεστάγκερ ήταν το σχόλιο του Ντόναλντ Τραμπ ότι η επίτροπος «μισεί τις ΗΠΑ, ίσως περισσότερο από κάθε άλλον άνθρωπο που έχω γνωρίσει», όπως είχε δηλώσει ο Αμερικανός πρόεδρος τον Ιούνιο σε συνέντευξη στο Fox Business Network.

Αιτία της εχθρικής διάθεσης είναι φυσικά τα αλλεπάλληλα πρόστιμα των ευρωπαϊκών ρυθμιστικών αρχών στις αμερικανικές τεχνολογικές εταιρείες. Από το 2017, η ομάδα της Βεστάγκερ έχει επιβάλει στην Google πρόστιμα ύψους 9 δισ. δολαρίων και άνω. Την πρώτη φορά για προώθηση των δικών της υπηρεσιών διαδικτυακών αγορών σε βάρος των ανταγωνιστών της, τη δεύτερη φορά για κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης της εταιρείας στην αγορά του λειτουργικού συστήματος Android και την τρίτη για κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης στην ηλεκτρονική διαφήμιση. Η Μαργκρέτε Βεστάγκερ έχει ισχυριστεί στο παρελθόν πως δεν διακρίνει την Google από άλλες εταιρείες, ούτε την ενδιαφέρει εάν είναι ευρωπαϊκή ή αμερικανική.

Στο στόχαστρο της Βεστάγκερ έχουν βρεθεί επίσης η Apple, με πρόστιμο 14,5 δισ. δολαρίων στην Ιρλανδία για μη καταβληθέντες φόρους, καθώς και η Facebook, η οποία κλήθηκε να πληρώσει 122 εκατ. δολάρια για συνδυασμό των προσωπικών δεδομένων χρηστών της από το Facebook και το WhatsApp.

Η μέχρι τώρα στάση της Βεστάγκερ απέναντι στους αμερικανικούς κολοσσούς αποδεικνύει ότι η Ευρώπη βρίσκεται ένα βήμα μπροστά σε σχέση με τις ΗΠΑ όσον αφορά τον έλεγχο των τεχνολογικών εταιρειών. Πολλοί υποστηρίζουν ότι η αμερικανική κυβέρνηση έχει κάνει ελάχιστα για τον νομοθετικό περιορισμό αυτών των επιχειρήσεων, σύμφωνα με τους New York Times.

Η ανάληψη από τη Βεστάγκερ ακόμα μεγαλύτερης αρμοδιότητας στη νέα ψηφιακή πολιτική ικανοποιεί εν μέρει τη λαϊκή κατακραυγή, που αποδοκιμάζει έντονα τη διάθεση και διαχείριση προσωπικών δεδομένων, την παραπληροφόρηση και γενικώς την τεράστια ισχύ των εταιρειών τεχνολογίας.

Ωστόσο, ορισμένοι προβληματίζονται για τη συγκέντρωση τόσο μεγάλης εξουσίας στα χέρια ενός και μόνο προσώπου. Η Μαργκρέτε Βεστάγκερ θα έχει διττό ρόλο, να προτείνει και να επιβάλλει κανόνες ψηφιακής πολιτικής. Η ίδια θα κρίνει εάν οι εταιρείες εκμεταλλεύονται με θεμιτό τρόπο την ισχύ τους στην αγορά και θα μπορεί να προτείνει νέους νόμους για την ορθή συμπεριφορά των εταιρειών, μεταξύ άλλων πώς να συλλέγουν, να χρησιμοποιούν και να αποθηκεύουν τα προσωπικά δεδομένα των χρηστών, σύμφωνα με τους NYT. Στην αρμοδιότητά της θα εμπίπτει και η επίβλεψη των ενεργειών για το νέο δίκτυο 5ης γενιάς (5G) στην Ευρώπη.

«Με τη συγκέντρωση τέτοιας δύναμης σε ένα άτομο υπάρχει μεν ένα όφελος στην αποδοτικότητα, όμως από την άλλη πλευρά το “διαίρει και βασίλευε” πάντοτε ωφελεί με κάποιον τρόπο», δήλωσε στους New York Times ο Τόμας Βίνιε, δικηγόρος με ειδίκευση σε θέματα αντιμονοπωλιακής πολιτικής. «Επομένως, αναρωτιέται κανείς εάν αυτό οδηγεί σε συγκέντρωση υπερβολικά πολλής δύναμης», συμπλήρωσε ο Βίνιε.

Με τη Βεστάγκερ στο τιμόνι, η Ευρώπη λαμβάνει πλέον επίσημα την ηγετική θέση στη ρύθμιση των πολιτικών των τεχνολογικών εταιρειών. «Το αμερικανικό νομικό σύστημα και τα δικαστήρια είναι πιο συντηρητικά όσον αφορά την καταστολή αντιμονοπωλιακών τακτικών. Είδαμε ελάχιστο, σχεδόν καθόλου έλεγχο του τεχνολογικού τομέα», υποστήριξε στους New York Times ο Τζιν Κίμελμαν, πρώην σύμβουλος για μονοπωλιακές τακτικές στο υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ. Αναμένεται, λοιπόν, πως η Ευρώπη θα θέσει το παράδειγμα για τον έλεγχο των τεχνολογικών εταιρειών. Το ερώτημα είναι εάν οι ΗΠΑ, που φιλοξενούν και τους μεγαλύτερους τεχνολογικούς κολοσσούς, θα ακολουθήσουν.

kathimerini.gr