ΔΝΤ: Όχι επιδοτήσεις σε όλους για το κόστος της ενέργειας

Έναν από τους βαρύτερους λογαριασμούς στην Ευρώπη από την αύξηση του κόστους ενέργειας πληρώνουν οι Έλληνες καταναλωτές, σύμφωνα με νέα μελέτη του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, όπου τίθενται σε αμφισβήτηση οι πολιτικές των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων -και της ελληνικής- για την ανακούφιση των καταναλωτών από τον πληθωρισμό σε ρεύμα και καύσιμα.

Όπως φαίνεται στο γράφημα από τη μελέτη του Ταμείου, η Ελλάδα κατατάσσεται τρίτη ανάμεσα στις ευρωπαϊκές χώρες στον πληθωρισμό της ενέργειας, δηλαδή στις αυξήσεις τιμών ρεύματος, φυσικού αερίου, βενζίνης κ.ο.κ. Η αύξηση του ενεργειακού πληθωρισμού στην Ελλάδα υπερβαίνει το 100% τη 12μηνη περίοδο έως τον Μάιο του 2022 και μόνο στην Εσθονία και την Ολλανδία είναι μεγαλύτερη. Στην Ελλάδα καταγράφεται, επίσης, μια από τις μεγαλύτερες επιβαρύνσεις από το κόστος ενέργειας στις δαπάνες των νοικοκυριών -η τέταρτη μεγαλύτερη στην Ευρώπη, με το ποσοστό της επιβάρυνσης επί της κατανάλωσης να ξεπερνά το 10%.

Αύξηση του Δείκτη Τιμών Ενέργειας (%)

Η επιβάρυνση από τις αυξημένες ενεργειακές τιμές στην κατανάλωση των νοικοκυριών

burdIMF

 

Όπως σημειώνουν οι οικονομολόγοι του ΔΝΤ, η άνοδος των τιμών της ενέργειας επέτεινε σημαντικά τον πληθωρισμό στην Ευρώπη. Η στάθμιση των ενεργειακών αγαθών και υπηρεσιών στους δείκτες τιμών καταναλωτή (ΔΤΚ) κυμαίνεται μεταξύ 5% και 15% τοις εκατό στο μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης. Παρά τη μέτρια αυτή συμμετοχή στους ΔΤΚ, εξαιτίας της ταχείας ανόδου των τιμών, τα ενεργειακά είδη αντιπροσώπευαν άμεσα περίπου το ήμισυ των ετήσιων ρυθμών πληθωρισμού τον Μάιο του 2022. Η συμβολή στον πληθωρισμό βάσει του ΔΤΚ υπερέβη τις 3 ποσοστιαίες μονάδες στις περισσότερες χώρες και ήταν μεγαλύτερη από 5 ποσοστιαίες μονάδες στο Βέλγιο, την Εσθονία, την Ελλάδα, τη Λετονία, τη Λιθουανία, την Ολλανδία και τη Ρουμανία.

Λάθος η πολιτική της Ευρώπης: Να επιδοτηθούν μόνο οι ασθενέστεροι

Το ΔΝΤ βγάζει… οφσάιντ την πολιτική που ακολουθούν οι κυβερνήσεις στην Ευρώπη, προσπαθώντας με διάφορα μέτρα πολιτικής να μην επιτρέψουν να περάσουν στους καταναλωτές οι αυξημένες ενεργειακές τιμές. Σύμφωνα με την εκτίμησή του, η ορθότερη πολιτική θα ήταν να επιτρέψουν οι κυβερνήσεις την αύξηση των τιμών, ώστε αυτό να λειτουργήσει σαν ένας μηχανισμός συγκράτησης της κατανάλωσης ενέργειας, και να προσφέρουν, παράλληλα, ενισχύσεις στους εισοδηματικά ασθενέστερους.

Η πρόσφατη αύξηση των διεθνών τιμών των ορυκτών καυσίμων θα αυξήσει το κόστος ζωής των ευρωπαϊκών νοικοκυριών το 2022 κατά σχεδόν 7% της κατανάλωσης κατά μέσο όρο, τονίζεται στα βασικά συμπεράσματα της μελέτης. Οι επιβαρύνσεις των νοικοκυριών ποικίλλουν σημαντικά μεταξύ και εντός των χωρών. Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής αντέδρασαν ως επί το πλείστον στο σοκ με μέτρα συμπίεσης των τιμών ευρείας κλίμακας, συμπεριλαμβανομένων επιδοτήσεων, φορολογικών μειώσεων και ελέγχων τιμών.

Στο μέλλον, υπογραμμίζουν, η έμφαση της πολιτικής θα πρέπει να μετατοπιστεί γρήγορα προς την κατεύθυνση της πιο ελεύθερης λειτουργίας των σημάτων των τιμών και της παροχής εισοδηματικής ανακούφισης στους ευάλωτους. Η αύξηση των τιμών της ενέργειας θα ενθαρρύνει την εξοικονόμηση ενέργειας και τις επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, αλλά η πολλαπλάσια αύξηση των τιμών του φυσικού αερίου θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια επίμονη στροφή προς τον άνθρακα.

Για να εξασφαλιστεί σταθερή πρόοδος προς την επίτευξη των στόχων μείωσης των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, οι αρχές θα μπορούσαν να αξιοποιήσουν την ευκαιρία για να αυξηθεί η τιμολόγηση του άνθρακα όταν οι παγκόσμιες τιμές των ορυκτών καυσίμων μειωθούν στο μέλλον. Θα πρέπει επίσης να ενισχυθούν τα μη τιμολογιακά κίνητρα για επενδύσεις στην ενεργειακή απόδοση και τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, όπως προβλέπεται στο σχέδιο RePowerEU.

Το Ταμείο υπολογίζει πόσα κονδύλια θα χρειάζονταν για να υποστηριχθούν με επιδοτήσεις οι οικονομικά ασθενέστεροι, δηλαδή ένα πέμπτο των νοικοκυριών με τα χαμηλότερα εισοδήματα. Διαπιστώνει ότι η στόχευση της κρατικής στήριξης σε εκείνους που τη χρειάζονται περισσότερο συμβάλλει στη συγκράτηση του δημοσιονομικού κόστους. Για παράδειγμα, η πλήρης αντιστάθμιση των αυξημένων τιμών για το 20% των νοικοκυριών με τα χαμηλότερα εισοδήματα εκτιμάται ότι κοστίζει, κατά μέσο όρο, 0,4% του ΑΕΠ, αν και με σημαντικές διαφορές μεταξύ των χωρών.

Με βάση τις εκτιμήσεις επίπτωσης, η πλήρης αποζημίωση των νοικοκυριών στο πεμπτημόριο της χαμηλότερης κατανάλωσης στην Τσεχική Δημοκρατία, την Εσθονία, την Ελλάδα, τις Κάτω Χώρες και το Ηνωμένο Βασίλειο θα απαιτούσε έσοδα άνω του 0,5% του ΑΕΠ, ενώ τα αντίστοιχα στοιχεία για τη Φινλανδία, τη Γαλλία, την Ουγγαρία, την Ιρλανδία και τη Σουηδία είναι λιγότερο από το 0,2% του ΑΕΠ.

Η παροχή στήριξης στα νοικοκυριά στα υψηλότερα πεμπτημόρια θα αυξήσει το κόστος, ακόμη και αν το ποσό της στήριξης είναι λιγότερο γενναιόδωρο για τα νοικοκυριά με υψηλότερα εισοδήματα. Για παράδειγμα, η παροχή, ως εφάπαξ ποσό, του μισού της αποζημίωσης για το κατώτερο πεμπτημόριο στα επόμενα δύο πεμπτημόρια (που καλύπτουν το 20ό έως το 60ό εκατοστημόριο της κατανομής κατανάλωσης) θα διπλασίαζε το μέσο κόστος στο 0,8%

Εάν δεν είναι δυνατή η ακριβής στόχευση των νοικοκυριών χαμηλότερου εισοδήματος, μια ενιαία εφάπαξ μεταβίβαση που αποζημιώνει σχεδόν πλήρως τα νοικοκυριά που βρίσκονται κοντά στο κατώτατο σημείο της κατανομής εισοδήματος (αλλά αντιπροσωπεύει μικρότερο κλάσμα της επιβάρυνσης που αντιμετωπίζουν τα νοικοκυριά υψηλότερου εισοδήματος) είναι μια πιθανή εναλλακτική λύση, τονίζει το Ταμείο.


sofokleousin.gr