Έκτακτο τεστ αντοχής των τραπεζών στο σενάριο ύφεσης

Ένα έκτακτο και άτυπο stress test στις μεγαλύτερες τράπεζες της ευρωζώνης, μεταξύ των οποίων οι τέσσερις συστημικές της Ελλάδας, οργανώνει ο εποπτικός μηχανισμός της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, για να διαπιστώσει σε ποιο βαθμό θα αντέξουν ενδεχόμενη διολίσθηση της οικονομίας σε ύφεση. Ο νέος έλεγχος οδηγεί τις τράπεζες στον σχηματισμό μεγαλύτερων προβλέψεων για προβληματικά δάνεια, οι οποίες θα μειώσουν την κερδοφορία τους, ενώ ζητούμενο είναι να διασφαλισθεί η κεφαλαιακή επάρκεια στα δυσμενέστερα σενάρια.

Στη Φρανφκούρτη, η ανησυχία για ενδεχόμενη ύφεση στην ευρωζώνη το 2023 αυξάνεται συνεχώς και επιβάλλει νέους σχεδιασμούς για την εποπτεία του τραπεζικού συστήματος, παρότι στην παρούσα φάση οι τράπεζες εμφανίζονται επαρκώς κεφαλαιοποιημένες. Η Κριστίν Λαγκάρντ τόνισε πρόσφατα ότι η ΕΚΤ δεν έχει αλλάξει το βασικό της σενάριο για το 2023, σύμφωνα με το οποίο η ευρωζώνη θα υποστεί σοβαρή οικονομική επιβράδυνση, αλλά θα καταφέρει να αποφύγει την ύφεση, με ένα προβλεπόμενο ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ κατά 0,9%.

Ωστόσο, ξεκαθάρισε ότι, σε περίπτωση μεγάλης μείωσης ή διακοπής της ροής φυσικού αερίου από τη Ρωσία, η ευρωζώνη δεν θα αποφύγει την ύφεση. Σύμφωνα με το δυσμενές σενάριο της ΕΚΤ, σε αυτή την περίπτωση ο ρυθμός ανάπτυξης από θετικός κατά 0,9% θα γινόταν αρνητικός, επίσης κατά 0,9% και η οικονομία θα περνούσε ένα αρκετά σοβαρό σοκ, αφού θα προσγειωνόταν απότομα από προβλεπόμενη ανάπτυξη 3,1% το 2022 σε ύφεση.

Τα δύο σενάρια της ΕΚΤ για την οικονομία της ευρωζώνης

 

Για το τραπεζικό σύστημα, σε αυτό το περιβάλλον οι κίνδυνοι είναι αυξημένοι. Τα επιτόκια θα ανεβούν απότομα για να αντιμετωπισθεί ο πληθωρισμός, την ώρα που η οικονομία θα επιβραδύνει και όλο και περισσότεροι δανειολήπτες, ιδιώτες και εταιρείες, θα έρχονται σε δύσκολη θέση στην εξυπηρέτηση του δανεισμού τους, με κίνδυνο να αυξηθούν απότομα τα κόκκινα δάνεια.

Την ίδια στιγμή, οι εξελίξεις στις αγορές ενέργειας δημιουργούν πρωτόγνωρους κινδύνους, που είναι δύσκολο να αξιολογηθούν. Για παράδειγμα, τα ανοίγματα των ενεργειακών εταιρειών σε προθεσμιακές αγορές φθάνουν στο ιλιγγιώδες ποσό των 1,5 τρισ. ευρώ, ενώ μεγάλες βιομηχανίες κλείνουν εργοστάσια ή περιορίζουν δραστικά τις δραστηριότητές τους, υπό το βάρος του υψηλού κόστους της ενέργειας. Αυτές οι πιέσεις δεν θα αργήσουν να μεταφερθούν στο τραπεζικό σύστημα, όπως φοβάται η ΕΚΤ.

Ο επικεφαλής της εποπτείας, Α. Ενρία, προανήγγειλε τους νέους έλεγχους στις τράπεζες, τη Δευτέρα, τονίζοντας ότι ο τραπεζικός τομέας της ευρωζώνης είναι ισχυρός ενόψει μιας πιθανής ύφεσης, αλλά η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα εξακολουθεί να ζητά από τις τράπεζες να επανεξετάσουν τα κεφαλαιακά τους πλάνα, δεδομένου ότι είναι πιθανό να έλθει ένας δύσκολος χειμώνας.

«Πιέζουμε τις τράπεζες να επικεντρωθούν πολύ στη συγκέντρωση των ανοιγμάτων τους σε τομείς που εξαρτώνται ιδιαίτερα από την ενέργεια και είναι ευάλωτοι σε ενεργειακά σοκ», τόνισε ο Ενρία. «Επομένως, ζητάμε από τις τράπεζες να επανεξετάσουν τα κεφαλαιακά πλάνα τους υπό αυστηρά, δυσμενή σενάρια και θα αρχίσουμε εποπτικό διάλογο μαζί τους».

Ο Ενρία σημείωσε ότι οι τράπεζες που ασχολούνται με τη χρηματοδότηση εμπορικών ακινήτων, οικιστικών ακινήτων και την καταναλωτική χρηματοδότηση είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένες στο αυξανόμενο κόστος δανεισμού και χρήζουν προσοχής. «Στη συνέχεια», πρόσθεσε, «υπάρχει επίσης το ζήτημα της εκκαθάρισης των εκθέσεων σε ενεργειακά παράγωγα που μας απασχολεί τον τελευταίο καιρό».

Τι σημαίνουν οι νέοι έλεγχοι για τις ελληνικές τράπεζες

Για τις ελληνικές τράπεζες, οι νέοι έλεγχοι έρχονται σε μια περίοδο όπου βελτιώνουν την κερδοφορία τους, επωφελούμενες από την ισχυρή ανάκαμψη της οικονομίας στην Ελλάδα και τα αυξανόμενα επιτόκια της ΕΚΤ. Όμως, όπως υπογραμμίζουν τραπεζικά στελέχη, η υποβολή νέων κεφαλαιακών πλάνων, όπου οι τράπεζες θα κληθούν να υπολογίσουν τις πρόσθετες προβλέψεις που θα αναλάμβαναν σε συνθήκες ύφεσης στην ευρωζώνη και την επάρκεια των κεφαλαίων τους με βάση τα νέα δεδομένα, θα οδηγήσουν στον προληπτικό σχηματισμό μεγαλύτερων προβλέψεων τα επόμενα τρίμηνα, οι οποίες θα επιβαρύνουν την κερδοφορία τους.

Οι ελληνικές τράπεζες διατηρούν σημαντικά ανοίγματα στην καταναλωτική πίστη, σε ενεργειακές εταιρείες και σε βιομηχανίες που επηρεάζονται από την αύξηση του κόστους της ενέργειας. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να στείλουν στην ΕΚΤ νέα κεφαλαιακά πλάνα που θα ανταποκρίνονται στους αυξημένους κινδύνους της συγκυρίας. Παρ’ όλα αυτά, το γεγονός ότι η ελληνική οικονομία, ακόμη και στα χειρότερα σενάρια δεν προβλέπεται να πέσει σε ύφεση το 2023, αλλά να εμφανίσει ένα ρυθμό ανάπτυξης κάτω από 1%, δημιουργεί για τις ελληνικές τράπεζες ένα περιβάλλον ασφαλέστερο, συγκριτικά με αυτό που θα αντιμετωπίσουν οι ευρωπαϊκές.

Θα παραμείνουν κερδοφόρες

Οι αναλυτές του ιδιωτικού τομέα δηλώνουν αισιόδοξοι ότι οι τράπεζες μπορούν να αντέξουν σε συνθήκες ύφεσης. Όπως τόνισε πρόσφατα η JP Morgan, ακόμη και για το σενάριο ύφεσης στην Ευρώπη, το 2023, είναι πλέον προετοιμασμένες οι ελληνικές τράπεζες και εκτιμάται ότι θα καταφέρουν να διατηρήσουν την κερδοφορία τους, χάρη στην εξυγίανση των χαρτοφυλακίων και τα αυξημένα έσοδα που θα έχουν με την αύξηση των ευρωπαϊκών επιτοκίων.

Αυτό ήταν το συμπέρασμα του άτυπου “stress test”, στο οποίο υπέβαλαν οι αναλυτές της JP Morgan τις ελληνικές τράπεζες, στο πλαίσιο της ανάλυσης που έκαναν για τον κλάδο. «Οι αποτιμήσεις των ελληνικών τραπεζών φαίνονται ελκυστικές ακόμη και σε ένα δυσμενές οικονομικό σενάριο», τονίζουν οι αναλυτές του αμερικανικού οίκου, σημειώνοντας ότι, ακόμη και σε ύφεση, οι τράπεζες θα παραμείνουν κερδοφόρες, με δείκτη απόδοσης κεφαλαίου 7%.

Όπως εξηγούν, τα δεδομένα έχουν αλλάξει υπέρ των τραπεζών, καθώς:

  • Οι τιτλοποιήσεις Μη Εξυπηρετούμενων Ανοιγμάτων (ΜΕΑ) έχουν ολοκληρωθεί σε μεγάλο βαθμό,
  • η συμπεριφορά πληρωμών έχει βελτιωθεί και λαμβάνοντας υπόψη ότι ο νέος δανεισμός τα τελευταία χρόνια έχει περιοριστεί σε λίγους επιλεγμένους εταιρικούς πελάτες με πολύ αυστηρά κριτήρια χορήγησης, η πιθανή επιδείνωση της ποιότητας των στοιχείων ενεργητικού θα πρέπει αναμφισβήτητα να περιοριστεί από εδώ και πέρα.

Ωστόσο, προσθέτουν, οι συνεχιζόμενες αβεβαιότητες και η οδυνηρή εμπειρία των τελευταίων περισσότερων από δέκα ετών απαιτούν προσοχή.

«Διενεργήσαμε μια μακροπρόθεσμη ανάλυση ύφεσης, σύμφωνα με την άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων της Ευρωπαϊκής Τραπεζικής Αρχής, η οποία αντικατοπτρίζει τη μεθοδολογία που εφαρμόζουμε στις ευρωπαϊκές τράπεζες», λένε οι αναλυτές του αμερικανικού οίκου. «Τα ευρήματά μας», τονίζει η JP Morgan, «επιβεβαιώνουν το σχετικά εποικοδομητικό αφήγημα:

  • ενώ το κόστος ρίσκου (σ.σ.: προβλέψεις για μη εξυπηρετούμενα δάνεια επί του συνόλου του χαρτοφυλακίου) θα αυξηθεί στις 127 μονάδες βάσης σε μια περίοδο τριών ετών, συγκριτικά με 60-70 μονάδες σε «κανονικές» συνθήκες, οι ελληνικές τράπεζες θα εξακολουθήσουν να παράγουν απόδοση κεφαλαίου της τάξης του 7%, δεδομένης της ισχυρής στήριξης από τα επιτόκια (σ.σ.: τα αυξημένα επιτόκια από την ΕΚΤ θα ενισχύσουν την κερδοφορία τους).

Οι δείκτες CET1 θα φαίνονται υγιείς, ακόμη και σε ύφεση, όπως εκτιμά ο οίκος και θα προσφέρουν ένα περιθώριο ασφαλείας 3,8% σε σχέση με τις ελάχιστες απαιτήσεις.


sofokleousin.gr