Εντός των ορίων της Ε.Ε. οι δαπάνες για συντάξεις

Δαπάνη ίση με το 0,22% του ΑΕΠ ή 434 εκατ. ευρώ προκαλείται εντός του 2020 στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης από τις προωθούμενες αυξήσεις σε κύριες και επικουρικές συντάξεις. Βέβαια, η συνταξιοδοτική δαπάνη ως ποσοστό του ΑΕΠ περιορίζεται κατά το ίδιο έτος από 14,8% σε 14,6%, κυρίως λόγω της κατάργησης της παροχής που δόθηκε προεκλογικά, την άνοιξη του 2019, και θεσμοθετήθηκε ως μόνιμη «13η σύνταξη». Η αναλογιστική μελέτη που κατέθεσε χθες στη Βουλή ο υπουργός Εργασίας Γιάννης Βρούτσης δείχνει ότι, παρά τις αυξήσεις, η συνταξιοδοτική δαπάνη βαίνει μειούμενη κι εντός των ορίων που έχει θέσει η Κομισιόν σε όλες τις χώρες της Ε.Ε. Συγκεκριμένα, δείχνει ότι η δαπάνη για παροχές από 15,6% του ΑΕΠ το 2018 μειώνεται στο 12,9% το 2030, στο 12,8% το 2055 και εκτιμάται σε 11,9% του ΑΕΠ για το 2070, προσεγγίζοντας τον μέσο όρο της Ευρωζώνης.

Καθοριστικό ρόλο στην προωθούμενη μεταρρύθμιση διαδραματίζει βεβαίως η δαπάνη ύψους περίπου 970 εκατ. ευρώ για την πληρωμή της παροχής που ονομάστηκε «13η σύνταξη» την άνοιξη του 2019. Η παροχή αυτή καταργείται με το νομοσχέδιο που αναμένεται να ψηφιστεί τις επόμενες ημέρες από τη Βουλή και το ποσό των 970 εκατ. ευρώ, ήτοι 0,50% του ΑΕΠ, μετατρέπεται σε έναν μόνιμο μηχανισμό στήριξης του συστήματος έως το 2070, που θα χρηματοδοτήσει τις αλλαγές που υπαγορεύθηκαν από το ΣτΕ και πιθανές άλλες πολιτικές σε υγεία, πρόνοια ή και κοινωνική αλληλεγγύη. 

Από το βήμα της Βουλής, μάλιστα, ο κ. Βρούτσης χαρακτήρισε την επίμαχη παροχή «προεκλογικό επίδομα», επισημαίνοντας ότι μια πραγματική 13η σύνταξη στοιχίζει 2,3 δισ. ευρώ.

Από αυτό το 0,50% του ΑΕΠ, το τρέχον έτος θα δοθεί το 0,22% για τις αυξήσεις σε συντάξεις (κύριες και επικουρικές). Ο μηχανισμός αυτός αναμένεται να λειτουργήσει χωρίς πρόβλημα έως περίπου το 2045, ενώ από το 2050 και μετά θα απαιτηθούν επιπλέον ποσά. Συγκεκριμένα, η δαπάνη φθάνει σε 0,57% του ΑΕΠ το 2055 και ξεπερνά το 0,70% από το το 2070 και μετά. Κάπου μετά το 2035, όμως, έρχεται η ωρίμανση των υπόλοιπων διατάξεων του νόμου Κατρούγκαλου, που περιορίζει σημαντικά τις νέες συντάξεις, με αποτέλεσμα η συνταξιοδοτική δαπάνη να μειώνεται συνεχώς και από 13,5% το 2040 να πέφτει τελικά κάτω και από το 12% του ΑΕΠ το 2070.

Η μελέτη ρίχνει φως σε πολλές πτυχές του ασφαλιστικού συστήματος. Για παράδειγμα, αποκαλύπτει ότι μεσομακροπρόθεσμα το ανταποδοτικό / αναλογικό τμήμα των παροχών σχεδόν καλύπτεται από τα έσοδα από εισφορές, με αποτέλεσμα το σύστημα να ισορροπεί. Υπό τον μόνιμο αστερίσκο, βεβαίως, που συνοδεύει τις αναλογιστικές μελέτες, ήτοι με δεδομένες τις παρούσες δημογραφικές και μακροοικονομικές παραδοχές.

Οσο για τα ποιοτικά στοιχεία της μελέτης, αυτά παραμένουν άκρως ανησυχητικά. Για παράδειγμα, ο λόγος συνταξιούχων προς εισφέροντες – εργαζομένους βαίνει αυξανόμενος και από 0,54 το 2018 σκαρφαλώνει στο 0,62 το 2070, που σημαίνει ότι 10 ασφαλισμένοι θα πρέπει να εισφέρουν στο σύστημα για να καλυφθούν οι παροχές 6 συνταξιούχων.

Ο πληθυσμός της Ελλάδας, από 10,729 εκατομμύρια το 2018, εκτιμάται ότι θα μειωθεί δραματικά, σε 8,453 εκατομμύρια το 2070. Επιπλέον, ο δείκτης εξάρτησης ηλικιωμένων αυξάνεται από 34,4 το 2018 σε 63,4 το 2050, για να μειωθεί στη συνέχεια σε 58,4 το 2070.


kathimerini.gr

Αφήστε απάντηση

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιό σας!
Εισαγάγετε το όνομά σας εδώ