Φιλόξενοι ξενώνες χωρίς φιλοξενούμενους

Συνήθως είναι παλιά αναστηλωμένα σπίτια του παππού στο χωριό και κουβαλούν στην αύρα τους όλη την άδολη φιλοξενία των παλιών. Συχνά ανήκουν σε ανθρώπους που άφησαν τα μεγάλα αστικά κέντρα και επένδυσαν στην προσωπική φιλοξενία. Διατηρούν μποστάνια ή φάρμες για να προσφέρουν τα καλύτερα προϊόντα στους επισκέπτες, φτιάχνουν σπιτικό πρωινό και γλυκά, σε καλημερίζουν εγκάρδια, σου δίνουν οδηγίες για να περιηγηθείς στα μέρη τους και πίνουν μαζί σου ένα κρασί μπροστά στο τζάκι σαν πραγματικοί φίλοι. Τους βλέπεις σε όλη την Ελλάδα, από τον Εβρο μέχρι την Κρήτη, να εκπροσωπούν το πιο όμορφο κομμάτι της ελληνικής τουριστικής βιομηχανίας, το οποίο εκτιμήθηκε και άκμασε τα τελευταία χρόνια στη σκιά των μεγάλων resorts. Οι οικογενειακές μονάδες μοιάζουν με μικρούς ήρωες αλλά και στυλοβάτες πλέον του ελληνικού τουρισμού και οι συνέπειες από το πέρασμα του COVID-19 είναι απρόβλεπτες, μιας και το χάσιμο έστω μιας μόνο σεζόν μπορεί να τις βλάψει ανεπανόρθωτα. Πώς το βλέπουν όμως οι ίδιοι;

Ναπολέων Ζάγκλης, Καλαρρύτες

«Εχω μάθει στα δύσκολα»

Ο Ναπολέων Ζάγκλης ήρθε στο χωριό Καλαρρύτες στα Τζουμέρκα τη δεκαετία του 1990, εγκαταλείποντας για πάντα την Αθήνα και τη δουλειά τού προγραμματιστή. Σε μια εποχή που μόλις είχε διανοιχθεί ο δρόμος για το χωριό, εκείνος άνοιξε το υποδηματοποιείο –καφενείο των παππούδων του και το επαναλειτούργησε ως ξενώνα και μπακάλικο – καφενείο – ταβέρνα. Μιας και το χωριό κατοικείται από 15 μόνο κατοίκους, ο Ναπολέων βοήθησε να παραμείνει ζωντανό αλλά και να γίνει αγαπημένος προορισμός για τους επισκέπτες που εκτός από την προφανή ομορφιά του χωριού, βρήκαν εδώ έναν άνθρωπο να τους καθοδηγήσει στις περιηγήσεις τους στην περιοχή. Επιπλέον, εκτίμησαν με το παραπάνω τη θαλπωρή του ξενώνα και τις νύχτες με τσίπουρο, ζεστή γίδα βραστή και κουβέντα στο καφενείο του. Ο ίδιος ποτέ δεν θέλησε να πλουτίσει. Την ησυχία του ήθελε και τη ζωή στη φύση και κατάφερε να επιβιώσει εδώ βγάζοντας τα προς το ζην. Το λουκέτο λόγω της πανδημίας, το έβαλε μόνος του ουσιαστικά, αφού ως μπακάλικο και ξενώνας 12μηνης λειτουργίας, θα μπορούσε να μείνει ανοιχτός. «Ερχεται κάποιος στην πόρτα. Τον σταματάω εκεί και τον ρωτάω: Τι θες παππού; Καφέ, μου λέει. Πάρ’ τον και σύρε φτιάξ’ τον στο σπίτι σου, του λέω και του τον δίνω. Εγώ θα έλεγα να γίνουν και ακόμη πιο αυστηρά τα μέτρα, καθώς αυτά που βλέπουμε στην Ιταλία είναι πραγματικά τρομακτικά», λέει. Η οικονομική κρίση που διαφαίνεται στον ορίζοντα δεν τον τρομάζει: «Ο καιρός, περιέργως, πάει θαυμάσια φέτος. Λέγαμε ότι θα δουλέψουμε καλά και είχαμε πολλές κρατήσεις, αλλά μας πρόλαβαν οι εξελίξεις. Ακυρώθηκαν τα πάντα. Δεν με φοβίζει, όμως αυτό, παρότι είναι βέβαιο ότι θα χαθεί και η καλοκαιρινή σεζόν. Εχω μάθει στα δύσκολα. Οταν έφυγα από την Αθήνα, δεν πήρα τίποτα μαζί μου, μονάχα την εμπειρία μου. Ο πατέρας μου στο χωριό φρόντιζε και έκανε κουμάντο για έξι μήνες, έτσι έμαθα, έτσι κάνω κι εγώ. Σίγουρα θα είναι δύσκολα αλλά θα τα βγάλω πέρα. Εχω τα ζώα μου, λίγα μοσχαράκια, κότες, τα μποστάνια μου, έχω επάρκεια για έναν χρόνο τουλάχιστον. Αλλά δεν το βλέπω ατομικά. Σκέφτομαι τους άλλους, τους επαγγελματίες που περίμεναν το Πάσχα για να δουλέψουν. Αν με φοβίζει κάτι, όμως, είναι η αρρώστια των ανθρώπων, και των δικών μου και των άλλων. Τα οικονομικά δεν τα λογαριάζω», αναφέρει.



Ο Ναπολέων Ζάγκλης ήρθε στο χωριό Καλαρρύτες στα Τζουμέρκα τη δεκαετία του 1990, εγκαταλείποντας την Αθήνα και τη δουλειά του προγραμματιστή.

Η ηλιόλουστη μέρα που ξημέρωσε στους Καλαρρύτες τον βρήκε να κλαδεύει και να φροντίζει τον κήπο του. «Εχουμε δουλειές μπόλικες, δεν βαριόμαστε. Κάνουμε τις εργασίες που θα κάναμε έτσι κι αλλιώς την άνοιξη. Τώρα έχουμε άνεση να τα κάνουμε με περισσότερο μεράκι, όπως αγαπάμε, όχι βιαστικά. Επηρεαζόμαστε βέβαια πολύ από την τηλεόραση. Από τη μια, έχουμε εφησυχασμό γιατί εδώ δεν έχουμε κάποιο κρούσμα και γιατί βλέπουμε μια σύμπνοια στο πολιτικό κομμάτι. Από την άλλη, αρχίζω και αναθεωρώ τις απόψεις μου περί ενωμένης Ευρώπης γενικώς, έχουμε έκτακτη ανάγκη, βγάλε λεφτά και δώσ’ τα στον λαό. Από εκεί και πέρα ο θεός να μας φυλάει». Επιπλέον, τον προβληματίζει περισσότερο ότι η κρίση των προηγούμενων χρόνων δεν έβαλε μυαλό στον κόσμο ώστε να φροντίζει για την αυτάρκειά του, αλλά και οι ανθρώπινες σχέσεις: «Από μικρός άκουγα τις ιστορίες των γονιών και παππούδων για το τι περνούσε ο κόσμος με τον εμφύλιο, ας πούμε. Μιλούσαν για βολεψάκηδες και παρτάκηδες που γλίτωσαν ή δεν υπέφεραν. Τα ίδια θα συμβούν και τώρα, θα δεις. Αυτά υπάρχουν όλες τις εποχές. Εμείς στην επαρχία το βλέπουμε πιο καθαρά νομίζω, στην Αθήνα θα κλειστεί ο κόσμος στο διαμέρισμα και ίσως δεν θα πάρει χαμπάρι. Λες και θα κολλήσεις τον ιό με την καλημέρα που θα πεις».

Θαλόρη, Καπετανιανά Ηρακλείου

«Λυπάμαι ανθρώπους στις πόλεις»

Τα Καπετανιανά είναι ένα μικροσκοπικό χωριό, στη μέση του πουθενά, στα άγονα Αστερούσια Ορη που εκτείνονται στο νότιο τμήμα του νομού Ηρακλείου. Η περιοχή διατρέχεται κατά κύριο λόγο από χωματόδρομους, το χωριό έχει 10-15 γηραιούς κατοίκους και οι επισκέπτες που φτάνουν έως εδώ είναι λίγοι. Ή ήταν τουλάχιστον προτού οι αδελφοί Μάρκος και Μάνος Σκορδαλάκης, μαζί με την Πόπη Παντερμάκη, τη σύζυγο του Μάρκου, στήσουν εδώ τη Θαλόρη, έναν υποδειγματικό αγροτουριστικό ξενώνα – εστιατόριο που στεγάστηκε στα εγκαταλελειμμένα σπίτια του παλιού χωριού. Την Κυριακή που μας πέρασε σταμάτησε η λειτουργία τους, η οικογένεια όμως παραμένει εκεί, παρότι κανονικά πηγαινοέρχονται στην πόλη του Ηρακλείου. «Είναι το ιδανικό σημείο για να μείνει κανείς σε μία τέτοια κατάσταση, η απομόνωση αυτή είναι αυτό που συστήνεται άλλωστε. Σήμερα, θα πάω να φέρω και τις κόρες μου από Ηράκλειο. Εδώ, θα είμαστε πιο ασφαλείς», λέει η Πόπη.

Η οικογένεια διατηρεί στον ξενώνα και μία φάρμα με ζώα, η οποία χρησιμοποιείται για τις ανάγκες του εστιατορίου αλλά και για αγροτουριστικές εργασίες. Αν έρθεις εδώ για διακοπές θα μάθεις να αρμέγεις, να ταΐζεις, να συλλέγεις αυγά κ.ά. και στο ιδιόκτητο μποστάνι να καλλιεργείς κ.λπ. Αυτά φαίνεται τώρα να αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη αξία: «Οτι δεν θα πεινάσουμε, δεν θα πεινάσουμε. Είμαστε αρκετά αυτάρκεις. Και μάλιστα τώρα έχουμε και έναν λόγο παραπάνω να παράγουμε, καθώς δεν έχουμε ιδέα πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα. Ωστόσο, η Θαλόρη είναι η μοναδική μας δουλειά, από αυτήν ζούμε. Και είμαστε και χρεωμένοι – δεν υπήρχε άλλος τρόπος να τα φτιάξουμε όλα αυτά. Τι θα κάνουμε τώρα; Πώς θα πληρώσουμε υπαλλήλους και δάνεια; Η καλοκαιρινή σεζόν θεωρώ ότι είναι χαμένη. Ακόμη κι αν δεν πάνε τραγικά τα πράγματα, δεν νομίζω ότι κανείς θα έχει ψυχολογία για διακοπές. Ειδικά οι ξένοι με τους οποίους δουλεύουμε το καλοκαίρι. Ολη αυτή η κατάσταση σε βάζει να κάνεις επαναπροσδιορισμό. Λες ότι κάνω το καλύτερο και ξαφνικά σε πάει στο μηδέν. Αλλά να σου πω κάτι; Δεν πειράζει. Το παν είναι να μην έχουμε τα χειρότερα, η υγεία των ανθρώπων είναι πάνω από όλα. Είναι πιο σοβαρό να χαθεί ο έλεγχος στην υγεία από το να χαθεί η σεζόν. Για τα οικονομικά ίσως πάρουν μέτρα και βοηθήσουν, λέμε τώρα», λέει ψύχραιμα.



Η Θαλόρη, ένας υποδειγματικός αγροτουριστικός ξενώνας – εστιατόριο, στεγάστηκε στα εγκαταλελειμμένα σπίτια του παλιού χωριού στα Καπετανιανά.

«Με μια ρακή ξεπερνιούνται όλα στην Κρήτη;» τη ρωτάω. «Οχι» απαντάει, «αλλά δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι άλλο. Είναι πόλεμος. Και τότε στους πολέμους, μπορούσες να αντισταθείς, να βγεις να πολεμήσεις. Τώρα το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να έχεις καλή ενέργεια».

Οι μέρες στα Καπετανιανά περνούν ήσυχα. Οι λιγοστοί ηλικιωμένοι είναι οργανωμένοι και κυκλοφορούν με τις μάσκες τους. Ο Μάρκος φροντίζει τα άλογα, τα πρόβατα, τα κατσίκια, τα κουνέλια μαζί με έναν βοηθό. Τώρα ετοιμάζουν και το θερινό μποστάνι. Η Πόπη σκαλίζει τα λουλούδια, φροντίζει τους χώρους και τα παιδιά. Παρότι δηλώνει ότι δεν έχει συνειδητοποιήσει απόλυτα την κατάσταση, σκέφτεται όσους ζουν στην πόλη: «Λυπάμαι τους ανθρώπους στις πόλεις. Εμείς θα βγούμε έξω, θα μαζέψουμε χόρτα, θα βρούμε χοχλιούς, θα κάνουμε μια ιππασία και μια πεζοπορία. Και θα φάμε και θα εκτονωθούμε δηλαδή. Εσείς; Το πρωί συνάντησα τον βοσκό, ανησυχεί κι αυτός πού θα δώσει τα αρνιά του και το γάλα αν χειροτερέψουν τα πράγματα, αλλά να σου πω κάτι, το μυαλό του και το βλέμμα του ήταν καθαρό. Οι άνθρωποι που είναι κλεισμένοι στους τέσσερις τοίχους τι θα απογίνουν;».

Ρόμπολο, Λιτόχωρο Πιερίας

«Νιώθεις μικρός και ανήμπορος»

Η Ρούλα Μάλτη πριν από τρία χρόνια πραγματοποίησε το όνειρό της: να φτιάξει τον δικό της boutique ξενώνα στο Λιτόχωρο και να φροντίζει τους φιλοξενούμενούς της όπως θα ήθελε να φροντίζουν την ίδια. Χωρίς, ευτυχώς, να χρειαστεί να πάρει δάνεια, επένδυσε οικονομίες μιας ζωής για να αναστηλώσει το οίκημα του 1883 και να το εξοπλίσει με πολυτελή έπιπλα, υφάσματα κ.λπ., δημιουργώντας δωμάτια και χώρους θαλπωρής και άνεσης, με τις συμβουλές επαγγελματιών του χώρου.

Αφού έστησε τον ξενώνα, επί τρία χρόνια «έχτιζε» το προφίλ του: την εκλεκτή κάβα, το πλούσιο σπιτικό πρωινό, την προσωπική της φιλοξενία καταφέρνοντας να εδραιωθεί μεταξύ των ξενώνων της περιοχής.

Και τώρα; «Τώρα ανησυχώ πάρα πολύ» λέει η ίδια και συμπληρώνει: «Εχουν ακυρώσει όλοι μέχρι τέλη Μαΐου και περιμένουμε να δούμε τι θα γίνει με τον Ιούνιο. Αλλά για εμένα είναι δεδομένο ότι έχει χαθεί όλη η σεζόν. Ποιος σκέφτεται διακοπές όταν ζει τέτοια κατάσταση; Και καλύτερα να πάνε τα πράγματα, ποιος θα έχει κέφι έπειτα από όλο αυτό;». 
Η περιοχή χάρη στον Ολυμπο, το βουνό των θεών, αλλά και τη γειτνίαση με τη θάλασσα, δουλεύει άνοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο.



Πριν από τρία χρόνια, η Ρούλα Μάλτη επένδυσε οικονομίες μιας ζωής για να αναστηλώσει το οίκημα του 1883 και να δημιουργήσει δωμάτια και χώρους.

Ο ξενώνας υποδέχεται κυρίως Βορειοευρωπαίους και Ισραηλίτες. «Διατηρώ μία ελπίδα ότι κατά τον Αύγουστο-Σεπτέμβριο θα κινηθούν οι Ελληνες επισκέπτες που ως άνθρωποι είναι και πιο ανοιχτοί, πιο άφοβοι ίσως, τέλος πάντων δεν μένουν μέσα». Στον ξενώνα εργάζονται η ίδια και η μητέρα της, ενώ επικουρικά παρίστανται ο σύζυγος και η κόρη της, ωστόσο δεν αποτελεί το κύριο εισόδημά τους – το κατάστημα με οικοδομικά υλικά του συζύγου της φέρνει τα προς το ζην.

«Λυπάμαι πάρα πολύ γιατί ήταν μια πολύ δυνατή χρονιά φέτος. Και ασφαλώς είναι μεγάλη οικονομική ζημία. Παρότι δεν έχουμε δάνεια, παρότι υπάρχει η άλλη δουλειά για να ζήσουμε, έχουμε επενδύσει ό,τι είχαμε και δεν είχαμε στον ξενώνα και περιμέναμε ότι θα αρχίσει να μας αποφέρει. Δεν θέλω να σκέφτομαι ακόμη πιο μακριά όμως, συγκρατώ τη σκέψη μου στο ότι χάθηκε αυτή η σεζόν και μετά βλέπουμε. Υπάρχουν άνθρωποι σε πολύ χειρότερη μοίρα». Τα προβλήματα που προκύπτουν δεν έχουν να κάνουν μόνο με τις ακυρώσεις αυτές καθ’ αυτές, όπως μας λέει, αλλά τίθεται σοβαρό ζήτημα και με τις προκαταβολές. «Τι θα γίνει με τις προκαταβολές που έχουν δοθεί από τα Χριστούγεννα και πιο πριν; Οι άνθρωποι έχουν αναγκαστεί να ακυρώσουν, άρα πρέπει να την επιστρέψεις, αλλά κι εμείς που δεν έχουμε δουλειά τι θα κάνουμε; Ουσιαστικά παίρνεις τις προκαταβολές και συντηρείσαι τον χειμώνα μέχρι να ανοίξει η σεζόν. Τώρα πώς θα επιστρέψω τα χρήματα; Οι συνέπειες για τόσο μικρές επιχειρήσεις είναι πάρα πολλές».

Τα πάντα στην τουριστική αυτή περιοχή έχουν «παγώσει», γεγονός που θα προκαλέσει ζημία και σε άλλες επιχειρήσεις. «Σκέψου ότι τώρα θα ξεκινούσαν όλοι εργασίες για να ετοιμαστούν για τη σεζόν. Πώς να ρίξουν λεφτά σε κάτι που όλα δείχνουν ότι δεν θα δουλέψει; Κι εμείς ό,τι είχαμε σκοπό να κάνουμε, όπως το σπα που θα ήταν έτοιμο σε ένα μήνα, το “παγώσαμε”. Είναι τόσο κρίμα. Βλέπεις το δημιούργημά σου να ανεβαίνει, να αναγνωρίζεται η δουλειά σου και χαίρεσαι. Δίνεις τον καλύτερo εαυτό σου και πάνω που πας να χαμογελάσεις, το βλέπεις να καταρρέει. Νιώθεις ξαφνικά ότι είσαι τόσο μικρός κι ανήμπορος μπροστά σε κάποια πράγματα.

Για τις δικές μας γενιές που δεν έχουν ζήσει πολέμους και τέτοια, είναι σοκαριστικό το ότι σε ορίζουν άλλοι παράγοντες που δεν είχαν καν περάσει από το μυαλό σου. Καλά έλεγαν οι παλιοί “θα δούμε” και “έχει ο θεός”. Ηξεραν πάρα πολύ καλά γιατί το έλεγαν».


kathimerini.gr

Αφήστε απάντηση

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιό σας!
Εισαγάγετε το όνομά σας εδώ