«Φρένο» του Ασαντ στον Ερντογάν

Ανατροπή στα δεδομένα του συριακού πολέμου προοιωνίζεται η αναγκαστική στροφή των Κούρδων προς την κυβέρνηση του προέδρου Μπασάρ αλ Ασαντ, μετά την εγκατάλειψή τους στο έλεος της Τουρκίας από τους Αμερικανούς συμμάχους τους.

Κυβερνητικά στρατεύματα άρχισαν να αναπτύσσονται στον συριακό Βορρά λίγες ώρες μετά τη συμφωνία μεταξύ της κυβέρνησης Ασαντ και της ηγεσίας του κουρδικού κόμματος PYD, η οποία επετεύχθη την Κυριακή, με ενθάρρυνση και μεσολάβηση της Ρωσίας. Σχεδόν παράλληλα, το Πεντάγωνο έκανε γνωστό ότι, με εντολή του προέδρου Τραμπ, αποσύρει τους 1.000 Αμερικανούς στρατιώτες από τη βόρεια Συρία.

Μέχρι χθες το απόγευμα, συριακά στρατεύματα είχαν αναπτυχθεί στην Τελ Τάμερ, στρατηγικής σημασίας κόμβο που συνδέει τις κουρδικές περιοχές με τη δεύτερη πόλη της χώρας, το Χαλέπι, όπως και στην Αϊν Ισα, η οποία είχε καταληφθεί για σύντομο χρονικό διάστημα από τον τουρκικό στρατό και τους ντόπιους συμμάχους του. Πάντως, ο στρατός του Ασαντ δεν επρόκειτο, σε πρώτη φάση, να επιχειρήσει να ανακαταλάβει το Ταλ Αμπιάντ και το Ρας αλ Αϊν, τις δύο κουρδικές πόλεις που έχουν μέχρι στιγμής αλωθεί από τα τουρκικά στρατεύματα.

Με άρθρο του στο αμερικανικό περιοδικό Foreign Policy, ο διοικητής των υπό κουρδικό έλεγχο Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων (SDF) Μαζλούμ Αμπντί τόνισε ότι, αν και δεν έχουν εμπιστοσύνη ότι ο Ασαντ και οι Ρώσοι σύμμαχοί του θα τηρήσουν τις υποσχέσεις τους, η προσέγγισή τους ήταν μια υποχρεωτική, επώδυνη επιλογή για τους Κούρδους, από τη στιγμή που τους εγκατέλειψαν οι Αμερικανοί. «Είχαμε να διαλέξουμε ανάμεσα στον συμβιβασμό (με τον Ασαντ) και στη γενοκτονία εις βάρος του λαού μας», έγραψε χαρακτηριστικά.

Πληροφορίες κουρδικών μέσων ενημέρωσης ανέφεραν ότι η Ρωσία θα επιβάλει ζώνη απαγόρευσης πτήσεων στην Τουρκία, περιορίζοντας τις επιθετικές δυνατότητές της. Πάντως, ο εκπρόσωπος Τύπου του Κρεμλίνου Ντμίτρι Πεσκόφ κράτησε χαμηλούς τόνους έναντι της Αγκυρας. Κληθείς από δημοσιογράφο να απαντήσει στο ερώτημα περί ενδεχόμενης στρατιωτικής σύγκρουσης με την Τουρκία στη Συρία, αρκέστηκε να δηλώσει «δεν θέλω ούτε καν να σκεφτώ ένα τέτοιο σενάριο». Την ίδια ώρα, ο ανώτατος σύμβουλος του προέδρου Πούτιν, Γιούρι Ουσάκοφ, δήλωνε ότι η τουρκική εισβολή «δεν είναι εντελώς συμβατή» με τη συριακή εδαφική ακεραιότητα και ότι η Ρωσία σχεδιάζει «να κάνει κάτι», χωρίς να δώσει διευκρινίσεις.

Από την πλευρά του, ο Ταγίπ Ερντογάν επέμεινε ότι η τουρκική επιχείρηση θα συνεχιστεί, παρά την αποστολή των συριακών στρατευμάτων και τις διεθνείς αντιδράσεις που έχει προκαλέσει. Ο Τούρκος πρόεδρος προανήγγειλε ότι ο τουρκικός στρατός και οι σύμμαχοί του θα επιτεθούν στο υπό κουρδικό έλεγχο Μανμπίτζ. Η επίθεση στη στρατηγικής σημασίας πόλη όντως ξεκίνησε χθες το απόγευμα. Περισσότερο ασαφής ήταν ο Ερντογάν ως προς το Κομπάνι, σημαντική κουρδική πόλη που έγινε σύμβολο, καθώς ήταν εκεί όπου η κουρδική πολιτοφυλακή YPG, ύστερα από σκληρό και παρατεταμένο αγώνα, απέκρουσε την πολιορκία του Ισλαμικού Κράτους, σηματοδοτώντας το τέλος της επέκτασης και την αρχή της συρρίκνωσής του.

Ανησυχίες στη διεθνή κοινότητα προκάλεσε η διαφυγή αρκετών μαχητών του Ισλαμικού Κράτους και μελών των οικογενειών τους από φυλακές όπου κρατούνταν από τις SDF. Σύμφωνα με το Συριακό Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, οι τζιχαντιστές που δραπέτευσαν μέσα στο γενικό χάος σε περιοχές που επλήγησαν από βομβαρδισμούς της Τουρκίας ήταν γύρω στους 100, ενώ οι κουρδικές αρχές έκαναν λόγο για 785 δραπέτες. Ο Τούρκος υπουργός Αμυνας υποστήριξε ότι οι ίδιοι οι Κούρδοι άφησαν τους τζιχαντιστές να φύγουν.

Το ίδιο υποστήριξε, μέσω Twitter, ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, χωρίς αποδείξεις. «Μπορούν εύκολα να συλληφθούν εκ νέου, είτε από την Τουρκία είτε από τα ευρωπαϊκά κράτη, από τα οποία πολλοί (από τους τζιχαντιστές) προέρχονται», έγραψε ο Τραμπ. Σε νέα προσπάθεια να υπερασπιστεί την πολιτική του και να απαντήσει στους επικριτές του, προσέθεσε: «Στ’ αλήθεια πιστεύουν ότι θα έπρεπε να πάμε για πόλεμο με τη σύμμαχό μας στο ΝΑΤΟ Τουρκία;».

kathimerini.gr