Φτωχότερη και υπερφορολογημένη η μεσαία τάξη

Φτωχότερη κατά πάνω από 30% σε σύγκριση με την προμνημονιακή περίοδο, υπερφορολογημένη και διογκωμένη ως μέγεθος στο σύνολο του πληθυσμού, καθώς μετακινήθηκαν σε αυτήν πιο εύπορες, κατά το παρελθόν, εισοδηματικές κατηγορίες, η μεσαία τάξη πλήρωσε ακριβά το «μάρμαρο» της κρίσης.

Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, που επεξεργάσθηκε ο ΣΕΒ στο χθεσινό, εβδομαδιαίο δελτίο του για την ελληνική οικονομία, είναι αποκαλυπτικά: η μεσαία τάξη, αντιπροσωπεύοντας σήμερα (στοιχεία 2018) το 54% των νοικοκυριών, έχει φτάσει να καταβάλλει το 51% των φόρων και εισφορών, ενώ το 2007, αντιπροσωπεύοντας 48% των νοικοκυριών, κατέβαλλε μόνο το 37,5% των φόρων και εισφορών.

Η επιβάρυνση εκτινάχθηκε στην περίοδο της προηγούμενης κυβέρνησης και ιδίως μετά το 2016: από 19,3% που ήταν η διακύμανση της φορολογικής επιβάρυνσης της μεσαίας τάξης το 2009, διαμορφώθηκε στο 27,9% το 2018, «κυρίως λόγω της αύξησης των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης και της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης από το 2016 και μετά, με την εφαρμογή του τρίτου μνημονίου», σύμφωνα με το δελτίο.

Η μεσαία τάξη, σύμφωνα με τον ορισμό του ΟΟΣΑ, που επικαλείται ο ΣΕΒ, καλύπτει εισοδήματα 14.700-39.300 ευρώ τον χρόνο καθαρά, για ένα νοικοκυριό με δύο ενηλίκους και δύο παιδιά άνω των 14 ετών. Είναι η εισοδηματική κατηγορία που βρίσκεται στο διάστημα μεταξύ 75% και 200% του διάμεσου εισοδήματος (αυτού που χωρίζει το πλουσιότερο 50% του πληθυσμού από το φτωχότερο 50%), το οποίο ανέρχεται σήμερα περίπου στις 20.000 ευρώ. Πριν από την κρίση, το 2009-2010, το διάμεσο εισόδημα βρισκόταν περίπου στις 30.000 ευρώ, άρα πράγματι κατρακύλησε στην κρίση. Στη μεσαία τάξη ανήκει έτσι, σήμερα, το 54% του πληθυσμού, από 49% πριν από την κρίση.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει το δελτίο του ΣΕΒ, η μεσαία τάξη έφτασε να καλύπτει πάνω από τα μισά φορολογικά έσοδα, «λόγω της τεράστιας υπερφορολόγησης κατά την περίοδο των μνημονίων και της υψηλής προοδευτικότητας του φορολογικού συστήματος».

Η ανώτερη εισοδηματική τάξη, με εισοδήματα πάνω από 40.000 ευρώ, αντιπροσωπεύει σήμερα το 13,5% των νοικοκυριών και καταβάλλει το 38,1% των φορολογικών εσόδων, έναντι 56% που κατέβαλλε πριν από την κρίση, όταν αντιπροσώπευε το 17% των νοικοκυριών. Ενα τμήμα της διολίσθησε στη μεσαία τάξη, σημειώνει ο ΣΕΒ.

Επιπλέον, ένα μέρος του πληθυσμού μετανάστευσε στο εξωτερικό ή εγκατέλειψε τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες.

Ετσι, όπως εξηγεί ο ΣΕΒ, το κράτος, προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες του, «προχώρησε σε υπερφορολόγηση των σχετικώς υψηλότερων εισοδημάτων, όσων είχαν απομείνει».

Εξάλλου, η χαμηλή εισοδηματική τάξη, αντιπροσωπεύοντας το 32,5% των νοικοκυριών, κατέβαλε το 10,9% των φόρων και εισφορών το 2018, από 6,2% του συνόλου πριν από την κρίση, όταν αντιπροσώπευε το 35,4% των νοικοκυριών. Και εδώ, άλμα φαίνεται να πραγματοποιείται το 2016.

Ο ΣΕΒ στέλνει ένα μήνυμα, μέσω του δελτίου του: Η μείωση της φορολογίας, που έχει ξεκινήσει, να συνοδεύεται από αναπτυξιακά μέτρα, περιορισμό της φοροδιαφυγής και διαφύλαξη της δημοσιονομικής σταθερότητας. «Αλλωστε, στην Ελλάδα», υποστηρίζει, «οι εκλογές κερδίζονται και χάνονται με βάση την αβεβαιότητα που βιώνει η μεσαία τάξη, λόγω της οικονομικής δυσπραγίας, η οποία συνδέεται άμεσα με την υπερφορολόγηση που την πλήττει».

Το πρόβλημα της μεσαίας τάξης δεν είναι, πάντως, μόνο ελληνικό. Οπως επισημαίνεται και στο δελτίο του ΣΕΒ που συντάσσει ο Τομέας Μακροοικονομικής Ανάλυσης και Ευρωπαϊκής Πολιτικής του, με επικεφαλής τον Μιχάλη Μασουράκη, «σήμερα, διεθνώς, η μεσαία τάξη φαίνεται να βρίσκεται σε καθοδική πορεία, καθώς οι ευκαιρίες για κοινωνική και επαγγελματική άνοδο περιορίζονται, ενώ η κοινωνική κινητικότητα έχει χάσει τη δυναμική άλλων εποχών».

«Πολλοί άνθρωποι δυσκολεύονται να παρακολουθήσουν τις γρήγορες οικονομικές και κοινωνικές μεταβολές που φέρνει η τεχνολογική πρόοδος (έλλειψη δεξιοτήτων), η εξωστρέφεια της παραγωγής και των επενδύσεων (παγκοσμιοποίηση), η ταχεία συσσώρευση πλούτου στα υψηλότερα εισοδηματικά στρώματα (οικονομική ανισότητα), η υλική στέρηση και ο κοινωνικός αποκλεισμός (άστεγοι, άνθρωποι κάτω από το όριο της φτώχειας, εξάρτηση από ναρκωτικά και οπιοειδή σκευάσματα), οι μεταναστευτικές ροές κ.ο.κ. Εν γένει, δεν φαίνεται οι νέες γενιές να έχουν καλύτερες ευκαιρίες από τις προηγούμενες. Ολα αυτά προκαλούν μια αίσθηση αβεβαιότητας για το μέλλον και τείνουν να επιφέρουν αποσαθρωτικά φαινόμενα, επηρεάζοντας δυσμενώς τη γενικότερη κοινωνική συνοχή».

Μόνο το 1% των νοικοκυριών ενισχύθηκε

Δεν είναι μόνο η μεσαία, αλλά όλες οι εισοδηματικές τάξεις που είδαν μείωση του εισοδήματός τους στην περίοδο της κρίσης. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΣΕΒ, κατ’ αναλογίαν, τα μεσαία και υψηλά εισοδήματα είχαν τις μεγαλύτερες απώλειες.

Το μέσο εισόδημα όλων των νοικοκυριών μειώθηκε κατά 32%. Αναλυτικότερα, μεταξύ 2009 και 2014, το μέσο εισόδημα των νοικοκυριών της υψηλής και της μεσαίας εισοδηματικής τάξης μειώθηκε κατά 32%, όσο δηλαδή και στο σύνολο, ενώ της χαμηλής εισοδηματικής τάξης κατά 28% για όσους ήταν πάνω από το όριο της φτώχειας και κατά 22% για όσους ήταν κάτω από το όριο της φτώχειας.

Εκτοτε, και μέχρι το 2018, σε όλες τις εισοδηματικές τάξεις, με την εξαίρεση της χαμηλής εισοδηματικής τάξης που βρίσκεται πάνω από το όριο της φτώχειας, το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών αυξήθηκε μόνο οριακά. Ωστόσο, στο ανώτερο 1% των νοικοκυριών η αύξηση ήταν σημαντική, σημειώνει το δελτίο, «στον βαθμό που τα μεγέθη είναι στατιστικά εύρωστα λόγω μεγέθους δείγματος», όπως διευκρινίζεται.

Η ανάλυση του ΣΕΒ βασίζεται σε έρευνες συνθηκών διαβίωσης. Οπως επισημαίνει το δελτίο, «στην Ελλάδα είναι εξαιρετικά δύσκολο, λόγω της υψηλής φοροδιαφυγής, να οριοθετηθούν οι διάφορες εισοδηματικές τάξεις με βάση τα δηλωθέντα εισοδήματα στην εφορία». 


kathimerini.gr

Αφήστε απάντηση

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιό σας!
Εισαγάγετε το όνομά σας εδώ