H «Κ» προτείνει: Πανούκλα και παραμύθια του καναπέ

Προχθές υπέκυψα κι εγώ στον αγελαίο πανικό. Εσπασα την καραντίνα και έτρεξα στο βιβλιοπωλείο, για να προλάβω να στοκάρω χαρτιά πνευματικής υγείας. Το μεγαβιβλιοπωλείο της γειτονιάς μου είναι από αυτά που διαφημίζονται ως «ενημερωμένα» – δηλαδή αυτά που δεν έχουν ποτέ διαθέσιμες παλιές εκδόσεις. Κι όμως. Προχθές, στα ράφια πρώτης προβολής, με το που μπαίνεις δεξιά, αντί για φρέσκα φρούτα, είχε απλωμένες δύο σειρές πανούκλα. Την «Πανούκλα» του Καμύ.

Τι ανωμαλία είναι πάλι αυτή, σκέφτηκα. Γιατί να έχεις ανάγκη τώρα μυθοπλασία που –υποτίθεται ότι– απηχεί την περιπέτεια της πραγματικής ζωής; Γιατί να μη θέλεις το ανάποδο: να διαβάσεις κάτι άσχετο, που θα σε αποσπάσει από τις συνθήκες της καταναγκαστικής απομόνωσης;

Στο «ενημερωμένο» βιβλιοπωλείο, όμως, ξέρουν καλύτερα τι ζητεί ο πελάτης. Ξέρουν, προφανώς, ότι, ακόμη κι όταν πρόκειται για λογοτεχνία, πολλοί αναγνώστες αναζητούν μια κάποια «χρησιμότητα» ως αποζημίωση για τις ώρες που πρόκειται να αφιερώσουν, μόνοι και σιωπηλοί, διαβάζοντας. Είναι το είδος του αναγνώστη που διαβάζει μόνο ό,τι του υπόσχεται παρηγοριά ή «αυτοβοήθεια».

Προσπάθησα να σκεφθώ ποια βιβλία προσέφεραν σε εμένα τέτοια συναισθήματα παραμυθίας ή γαλήνης, αλλά δεν τα κατάφερα. Τα βιβλία στα οποία έχω την ανάγκη να «καταφεύγω» είναι μάλλον τα δύσκολα, ή αυτά που έχουν ανησυχαστική επίδραση πάνω μου· αυτά που μου αντιστάθηκαν στην πρώτη ανάγνωση, ή βρίσκομαι αενάως υπό την επήρειά τους, τόσο ώστε να μπορούν πάντα να με συγκινούν.

Παρηγορητικά αναγνώσματα δεν έχω να προτείνω. Εχω όμως να προτείνω μία μέθοδο παρηγορητικής ανάγνωσης: Την απαγγελία. Ναι, την απαγγελία. Ξέρω, ακούγεται λοξό. Να αρχίσει, μέσα στην περιρρέουσα ερημιά, να διαβάζεις μέσα στο σπίτι φωναχτά; Δεν το κάνεις, αν δεν έχεις ήδη λαλήσει.

Κι όμως. Η μεγαλόφωνη ανάγνωση μπορεί να αποκαταστήσει την παραμυθητική λειτουργία της λογοτεχνίας –την αρχέγονη «επικότητά» της– ιδίως όταν μπορεί κανείς να τη μοιραστεί. Ιδίως αν μπορεί να μοιραστεί έναν καναπέ, να χώσει τα πόδια του στα πόδια του άλλου, και να του διαβάσει.

Για όσους διαθέτουν καναπέ και (τουλάχιστον) ένα ζευγάρι αλλότρια πόδια, συστήνεται πρόζα σε πρώτο πρόσωπο. Εγώ θα έπιανα έναν Ναμπόκοφ – με προτίμηση στο αυτοβιογραφικό «Μίλα Μνήμη». Ή –γιατί όχι;– τις ανέλπιστα κωμικές «Εξομολογήσεις» του Ρουσό. Για αρχαρίους, θα πρότεινα διηγήματα – μικρή φόρμα, στον ρυθμό του binge watching, στον οποίο μας έχει εθίσει το Netflix. Λογοτεχνία σε μικρά αυτοτελή επεισόδια, όπως οι ιστορίες του Μπόρχες, ή του Σωτήρη Δημητρίου.

Διαβάζω αυτές τις ημέρες πολλές ώρες φωναχτά – κυρίως Τριβιζά, Πίτερ Παν και εικονογραφημένη Οδύσσεια. Η ακροάτριά μου κάποτε διεγείρεται –αναπαριστώντας το παραμύθι– και άλλοτε γαληνεύει, μέχρι υπνώσεως.

Διαβάζουμε στα παιδιά. Αλλά για κάποιον περίεργο λόγο θεωρούμε τους ενήλικες ανεπίδεκτους τέτοιας παραμυθίας.


kathimerini.gr

Αφήστε απάντηση

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιό σας!
Εισαγάγετε το όνομά σας εδώ