Η Αμερική και οι δαίμονές της

Αν το κακό είχε περιοριστεί, το περασμένο Σαββατοκύριακο, στο Ντέιτον του Οχάιο, ο αντίκτυπος θα ήταν πολύ μικρότερος. Η κοινή γνώμη θα θλιβόταν, χωρίς να εκπλήσσεται, για τους εννιά ανθρώπους που προστέθηκαν στις εκατόμβες των θυμάτων από το εθνικό σπορ της οπλοκατοχής, όταν ένας ψυχικά διαταραγμένος νεαρός άδειασε την καραμπίνα του πάνω σε ανέμελους περιπατητές, που χαίρονταν μια όμορφη καλοκαιρινή νύχτα. Πολιτικοί ηγέτες θα οχυρώνονταν και πάλι πίσω από τη Δεύτερη Τροπολογία του αμερικανικού συντάγματος, που κατοχυρώνει το δικαίωμα των πολιτών στην οπλοκατοχή, για να μη θίξουν το ισχυρότατο λόμπι της βιομηχανίας όπλων. Ο κόσμος όλος θα αναρωτιόταν για μία ακόμη φορά πώς είναι δυνατόν η αμερικανική Δημοκρατία να μην μπορεί να αλλάξει στον 21ο αιώνα μια ρύθμιση του 1791, όταν το νεαρό κράτος ήταν βασίλειο ανομίας, χωρίς κανονική αστυνομία, όπου ό,τι δεν μπορούσε να εξαγοραστεί με δολάρια ή να εξημερωθεί από τη Βίβλο έπρεπε να αντιμετωπιστεί με σφαίρες.

Ωστόσο, μια άλλη, σχεδόν παράλληλη τραγωδία στο Ελ Πάσο του Τέξας, έδωσε πολύ διαφορετικές διαστάσεις στη διαμάχη της επόμενης μέρας, όταν η οδύνη μετασχηματίστηκε σε οργή. Ο 21χρονος Πάτρικ Κούρσιους δολοφόνησε με καλάσνικοφ 22 ανθρώπους σ’ αυτήν την παραμεθόριο πόλη, όπου το 80% των κατοίκων είναι ισπανόφωνοι. Προηγουμένως, είχε αναρτήσει στο Διαδίκτυο μανιφέστο όπου εμφάνιζε το επικείμενο μακελειό ως πράξη αυτοάμυνας απέναντι στην «εισβολή» μεταναστών από τη Λατινική Αμερική. Απορροφημένη από τον εφιάλτη της ισλαμικής τρομοκρατίας μετά την 11η Σεπτεμβρίου του 2001, η Αμερική βρισκόταν αντιμέτωπη με έναν εγχώριο δαίμονα: τη λευκή, ακροδεξιά τρομοκρατία made in USA. Δεν ήταν βέβαια η πρώτη φορά. Για να μην πάμε μακριά, τον Οκτώβριο του 2018 ο ακροδεξιός Ρόμπερτ Μάουερς σκότωσε 11 Εβραίους στη συναγωγή του Πίτσμπουργκ. Τους προηγούμενους μήνες, ο Μπρέντον Τάραντ, που σκότωσε 51 μουσουλμάνους στο τζαμί του Κράισττσερτς της Νέας Ζηλανδίας τον Μάρτιο, βρήκε πολλούς θαυμαστές και επίδοξους μιμητές στις ΗΠΑ.



Συγγενείς θυμάτων, λουλούδια και μηνύματα στο Ελ Πάσο του Τέξας, όπου ο 21χρονος Πάτρικ Κούρσιους δολοφόνησε με καλάσνικοφ 22 ανθρώπους. Σε αυτήν την παραμεθόριο πόλη, το 80% των κατοίκων είναι ισπανόφωνο.

Με τη χώρα να βρίσκεται ήδη σε προεκλογική περίοδο ενόψει της προεδρικής αναμέτρησης του 2020, το αίμα των αθώων φούντωσε τις φλόγες της πολιτικής αντιπαράθεσης. Οι Δημοκρατικοί κατηγόρησαν τον Ντόναλντ Τραμπ ότι δημιουργεί ευνοϊκό περιβάλλον για τους ακροδεξιούς εξτρεμιστές με τα κηρύγματα μίσους και τις ρατσιστικές τοποθετήσεις. Η αλήθεια είναι ότι ο ίδιος ο πρόεδρος είχε φροντίσει να γεμίσει τη φαρέτρα των επικριτών του με δηλητηριώδη βέλη. Πολύ πριν από τον Κούρσιους είχε μιλήσει για «εισβολή» μεταναστών από το Μεξικό, εμφανίζοντάς τους ως βιαστές και ναρκέμπορους. Απαντώντας σε επικρίσεις έγχρωμων γυναικών βουλευτών, τις κάλεσε «να γυρίσουν πίσω στις πατρίδες τους». Διεκτραγώδησε τη Βαλτιμόρη, όπου τα δύο τρίτα των κατοίκων είναι μαύροι, σαν βρωμερή πόλη, γεμάτη «αρουραίους». Μόλις τον περασμένο Μάιο αναρωτήθηκε, σε δημόσια συγκέντρωση, στη Φλόριντα, πώς μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τις ορδές παράνομων μεταναστών, κι όταν κάποιος οπαδός του φώναξε «να τους πυροβολήσουμε», τον αντιμετώπισε με χαμόγελο κατανόησης.

Φυσικά το πρόβλημα ούτε αρχίζει ούτε τελειώνει με τον Τραμπ. Το στερεότυπο που θέλει την Αμερική χωνευτήρι φυλών και πολιτισμών είναι μόνο η μισή αλήθεια. Η άλλη μισή είναι ότι υπήρξε διαχρονικά και χωνευτήρι όλων των ρατσισμών. Τα προπατορικά αμαρτήματα του νεαρού έθνους, η εξόντωση των ιθαγενών πληθυσμών και η δουλεία των μαύρων, άφησαν στον γενετικό του κώδικα ίχνη πολύ ανθεκτικά στον χρόνο. Το αμερικανικό σύνταγμα καθόριζε ότι στις απογραφές των Πολιτειών κάθε μαύρος θα μετρούσε στα 3/5 ενός λευκού. Ο νόμος της ιθαγένειας του 1790 προέβλεπε ότι μόνο λευκοί θα μπορούσαν να αποκτήσουν την ιδιότητα του Αμερικανού πολίτη.

Τα τρένα και οι Ασιάτες

Κινέζοι μετανάστες επιστρατεύθηκαν μαζικά για την κατασκευή των μεγάλων σιδηροδρομικών δικτύων τον 19ο αιώνα, αλλά το 1879, όταν η οικονομία λαχάνιασε, ψηφίστηκε νόμος που απαγόρευε την εργασία σε Ασιάτες. Ρατσιστικές προκαταλήψεις έπληξαν και λευκές εθνότητες, κυρίως από τη Νότια και Ανατολική Ευρώπη. Στη Βοστώνη αρκετά μπαρ είχαν πινακίδες που έλεγαν «απαγορεύεται η είσοδος σε σκύλους και Ιρλανδούς». Το 1930, μετά το βίαιο ξέσπασμα της Μεγάλης Υφεσης, ψηφίστηκε νόμος για τον υποχρεωτικό «επαναπατρισμό» (στην πραγματικότητα, βίαιη εκτόπιση) εργατών στο Μεξικό.

Στα μεταπολεμικά χρόνια, ο ρατσισμός υποτροπιάζει με τη μορφή της White Power (Λευκή Δύναμη), συγχώνευση της Κου Κλουξ Κλαν και νεοναζιστικών ομάδων, βίαιη απάντηση στις εξεγέρσεις των μαύρων και στο κίνημα κατά του πολέμου στο Βιετνάμ. Στη δημοσιογραφική διάλεκτο το νέο ρεύμα πολιτογραφήθηκε ως «λευκός εθνικισμός», αλλά ο όρος είναι σε μεγάλο βαθμό παραπλανητικός: ο υπερπατριωτισμός περνάει σε δεύτερη μοίρα, καθώς κυριαρχεί η μυθολογία της «ανώτερης» άριας φυλής. Οι ακροδεξιοί εξτρεμιστές αναμασούν θεωρίες συνωμοσίας περί σχεδιασμένης αντικατάστασης της λευκής πλειονότητας από φυλετικές μειονότητες μέσω της μετανάστευσης, προνομίων και μεικτών γάμων, με τη συνενοχή των φιλελεύθερων ελίτ – θεωρίες που γνωρίζουν τελευταία ημέρες δόξας και στην Ευρώπη, όπως έδειξε ο πάταγος από το βιβλίο «Η Μεγάλη Αντικατάσταση» του Γάλλου Ρενό Καμί, το 2011. Η ανατίναξη του ομοσπονδιακού κτιρίου της Οκλαχόμας από τον ακροδεξιό πρώην στρατιωτικό Τίμοθι Μακβί, τον Απρίλιο του 1995, με τους 168 νεκρούς που άφησε πίσω της, ήταν ένα εκκωφαντικό σήμα κινδύνου, που ωστόσο απωθήθηκε μετά το σοκ των Δίδυμων Πύργων.

Καθώς βρισκόμαστε πλέον βαθιά μέσα στον 21ο αιώνα, είναι πολλοί οι παράγοντες που ευνοούν τη λευκή, ακροδεξιά τρομοκρατία. Ανάμεσά τους, η οικονομική κρίση του 2008, που τέλειωσε για τις επιχειρήσεις, αλλά όχι για ένα μεγάλο μέρος της εργατικής και της μεσαίας τάξης, το Διαδίκτυο που διευκολύνει τη διάδοση του μίσους και οι δημογραφικές αλλαγές που πανικοβάλλουν τους θιασώτες της «λευκής ανωτερότητας» (εκτιμάται ότι το 2042 οι μαύροι, οι ισπανόφωνοι και οι Ασιάτες θα είναι η πλειοψηφία του πληθυσμού). Σε αυτό το εκρηκτικό κοκτέιλ ήρθε να προστεθεί, σαν θετικός καταλύτης, ο Ντόναλντ Τραμπ. Για πρώτη φορά στα μεταπολεμικά χρόνια, απόψεις και ρεύματα που ήταν μέχρι χθες κακόφημα και περιθωριακά βγήκαν από την καραντίνα και απέκτησαν μια κάποια νομιμοποίηση από τον πρώτο πολίτη της χώρας. Και μόνο γι’ αυτό η αμερικανική Ιστορία θα κρατήσει ένα ξεχωριστό κεφάλαιο για τον Ντόναλντ Τραμπ, ένα κεφάλαιο που γράφεται με αίμα και διαβάζεται με ντροπή.

kathimerini.gr

Αφήστε απάντηση

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιό σας!
Εισαγάγετε το όνομά σας εδώ