Η εμπειρία μιας άλλης πανδημίας


Ο δρ Τσεν, επίκουρος καθηγητής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου του Μέριλαντ, μιλάει στην «Κ».

Το καλοκαίρι του 2009 στο ιατρικό κέντρο του Πανεπιστήμιου του Μέριλαντ ο δρ Γουίλμπορ Τσεν ήταν ένας από τους επικεφαλής επιστήμονες στις κλινικές δομικές του εμβολίου κατά της γρίπης των χοίρων. Η ομάδα του εργαζόταν κοπιαστικά. Επρεπε να ολοκληρώσει γρήγορα τις έρευνές της με τους εθελοντές που συνέρρεαν στις εγκαταστάσεις της πριν από την έλευση του χειμώνα. Ηθελαν να προλάβουν ενδεχόμενη έξαρση της πανδημίας.

Οι εθελοντές, συνολικά 2.500 και μοιρασμένοι σε έξι ερευνητικά κέντρα των ΗΠΑ, έδιναν αίμα για αναλύσεις και παρέμεναν υπό παρακολούθηση για πολλούς μήνες. Αποζημιώνονταν για την υπηρεσία τους με 740 δολάρια. Τότε οι προσπάθειες των ερευνητών είχαν αποδώσει. «Ο ιός είχε αναγνωριστεί τον Απρίλιο του 2009, τον Ιούνιο του ίδιου έτους κηρύχθηκε η πανδημία και τον Αύγουστο ξεκίνησαν οι δοκιμές. Τον Νοέμβριο είχαν πλέον ελεγχθεί και εγκριθεί αρκετά εμβόλια για να καλύψουν αρχικά τις ανάγκες των ΗΠΑ και έπειτα όλου του υπόλοιπου κόσμου», λέει σε τηλεφωνική του συνομιλία με την «Κ» ο δρ Τσεν, επίκουρος καθηγητής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Μέριλαντ. Μία δεκαετία αργότερα, στην πανδημία του νέου κορωνοϊού, θα μπορούσαμε να αναμένουμε παρόμοια αποτελέσματα;

Ο Αμερικανός ερευνητής διευκρινίζει ότι παρά τη φαινομενική ομοιότητα υπάρχουν σημαντικές διαφορές ανάμεσα στο τότε και το σήμερα. Εξηγεί ότι στην περίπτωση της γρίπης των χοίρων (Η1Ν1) ήταν πιο εύκολη η άμεση αντιμετώπιση γιατί μπορούσε το έργο τους να στηριχθεί στην τεχνολογία του εμβολίου της κοινής γρίπης το οποίο ήταν ήδη διαθέσιμο. Δεν ισχύει το ίδιο, όπως παρατηρεί ο δρ Τσεν, για τον νέο κορωνοϊό. «Οι κλινικές δοκιμές ξεκίνησαν πρόσφατα στο Σιάτλ, οπότε μπορούμε να υποθέσουμε ότι τον Μάιο θα έχει ολοκληρωθεί η πρώτη φάση των ερευνών. Θα ακολουθήσει η δεύτερη φάση η οποία μπορεί να διαρκέσει τρεις μήνες και έπονται άλλοι έξι μήνες για την τρίτη φάση. Και όταν εγκριθεί, θα πρέπει να παραχθεί πάρα πολύ μεγάλη ποσότητα για να διατεθεί στον πλανήτη», λέει.

Η πορεία στις ΗΠΑ

Ο δρ Τσεν συνεργάζεται με τον κυβερνήτη της Πολιτείας του Μέριλαντ για την πανδημία του κορωνοϊού, ενώ άλλοι συνάδελφοί του στο ιατρικό κέντρο του πανεπιστημίου συνδράμουν τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας στις μελέτες για την ανεύρεση εμβολίου. Πρόσφατα και η δική τους καθημερινότητα στη Βαλτιμόρη θυμίζει έντονα αυτή που βιώνει κάθε πολίτης στη χώρα μας. Την περασμένη εβδομάδα έκλεισαν τα σχολεία, όπως και τα εστιατόρια και τα μπαρ. Αναβλήθηκαν ή ακυρώθηκαν παραστάσεις, συναυλίες και αθλητικές διοργανώσεις. Πλέον και στις 50 Πολιτείες των ΗΠΑ έχει ανιχνευθεί κρούσμα του νέου κορωνοϊού.

Κατά τα πρώτα στάδια εξετάσεων για τον εντοπισμό κάποιου πιθανού κρούσματος στις ΗΠΑ διαπιστώθηκαν καθυστερήσεις. Οπως παρατηρεί και ο δρ Τσεν, αυτό έως ένα βαθμό οφείλεται στην περιορισμένη διαθεσιμότητα του τεστ. Τα ύποπτα δείγματα στέλνονταν στο Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Ασθενειών στην Ατλάντα και μεσολαβούσαν δύο ή τρεις ημέρες από τη λήψη τους μέχρι να δοθεί η απάντηση. Σε αυτό το διάστημα, εφόσον ο πολίτης που είχε δώσει το δείγμα είχε προσβληθεί από τον ιό, θα μπορούσε να τον μεταδίδει απρόσκοπτα στην κοινότητα. «Ολοι όσοι εργαζόμαστε στη δημόσια υγεία έχουμε ένα ρητό: όσο γρήγορα κι αν νομίζεις ότι δουλεύεις πάντα θα βρίσκεσαι πίσω», λέει ο δρ Τσεν.

Οπως επισημαίνει ο ίδιος, σε μία πανδημία δεν υπάρχει νικητής. Πέρα από το ζήτημα του περιορισμού της εξάπλωσης της νόσου, λόγω των μέτρων που πρέπει να ληφθούν, κάποιες ομάδες ανθρώπων θα βρεθούν οικονομικά και κοινωνικά σε πιο δεινή θέση έναντι άλλων. «Οι λιγότερο προνομιούχοι, οι άνεργοι ή υποαπασχολούμενοι, είναι και αυτοί για τους οποίους ανησυχώ», λέει.


kathimerini.gr

Αφήστε απάντηση

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιό σας!
Εισαγάγετε το όνομά σας εδώ