Η Ευρωπαϊκή Πολιτική Συνεργασία

Η γέννηση της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Συνεργασίας (ΕΠΣ) οφείλεται στις ευρύτερες κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές που έλαβαν χώρα στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και οδήγησαν την ευρωπαϊκή ενοποίηση σε μια νέα φάση. Η διεθνής ύφεση (détente), η άνοδος της Aριστεράς στην Ευρώπη, η κρίση του αμερικανικού οικονομικού μοντέλου, η θεωρούμενη αμερικανική αδυναμία μετά τον πόλεμο του Βιετνάμ και η άνοδος του αντιαμερικανισμού στις ευρωπαϊκές κοινωνίες ώθησαν την ΕΟΚ να αναζητήσει νέες οικονομικές και πολιτικές απαντήσεις και να διεκδικήσει τη θέση της στη διεθνή αρένα όχι μόνο ως οικονομική δύναμη αλλά και ως σημαντικός πολιτικός παράγοντας με συγκεκριμένη πολιτική και κοινωνική ταυτότητα.

Ετσι, μετά την ιστορική σύνοδο κορυφής της Χάγης του 1969 που σηματοδότησε την επανεκκίνηση της ευρωπαϊκής ενοποίησης, δρομολογήθηκε η σύσταση της ΕΠΣ. Αυτή θα ήταν μια διακυβερνητική δομή που θα συντόνιζε την εξωτερική πολιτική των κρατών-μελών στα διεθνή θέματα. Μέσω της ΕΠΣ οι Ευρωπαίοι προσδοκούσαν να αναπτύξουν μια κοινή πολιτική απέναντι στο Ανατολικό μπλοκ αλλά και στις σχέσεις τους με τις ΗΠΑ. Και οι δύο ήταν απαραίτητες προϋποθέσεις για μια Ευρώπη που θα είχε διακριτό ρόλο στο διεθνές σύστημα και πιο συγκεκριμένα στη διαχείριση του Ψυχρού Πολέμου.

Η διεθνής ύφεση ήταν ο καταλύτης

Η διεθνής ύφεση υπήρξε καταλυτικής σημασίας για την ανάπτυξη της ΕΠΣ. Πρώτον, ο αμερικανοσοβιετικός διμερής στρατηγικός διάλογος και η τάση της διοίκησης Νίξον να μη συμβουλεύεται συχνά τους συμμάχους της παρουσίαζαν τον κίνδυνο μιας συγκυριαρχίας ΗΠΑ – ΕΣΣΔ που θα άφηνε τους ίδιους τους Ευρωπαίους έξω από έναν διακανονισμό στην Ευρώπη.

Οι φόβοι αυτοί δημιουργούσαν δυσπιστία στις διατλαντικές σχέσεις και έκαναν τους Δυτικοευρωπαίους να αμφισβητούν τις αμερικανικές στρατηγικές δεσμεύσεις στη Γηραιά Ηπειρο.

Δεύτερον, ένας άλλος κρίσιμος παράγοντας ήταν η Ανατολική πολιτική της Βόννης (Ostpolitik), η οποία στόχευε στη μεταβολή του κομμουνιστικού καθεστώτος της Ανατολικής Γερμανίας μέσω αυξημένων πολιτικο-οικονομικών επαφών, κάτι που ίσως επέτρεπε την επανένωση της Γερμανίας στο μέλλον. Το Παρίσι και το Λονδίνο φοβούνταν ότι η ουδετερότητα θα ήταν το τίμημα για μια πιθανή γερμανική επανένωση και έτσι προσπαθούσαν να «δέσουν» τη Δυτική Γερμανία όσο πιο σφιχτά γινόταν στη Δύση προωθώντας την ευρωπαϊκή ενοποίηση. Η Βόννη, από τη μεριά της, ενισχύοντας με κάθε ευκαιρία το ευρωπαϊκό οικοδόμημα προσδοκούσε να διαλύσει την καχυποψία των συμμάχων της αλλά και να διαφυλάξει τον δυτικό της προσανατολισμό.



1.12.1969. Ο Γερμανός καγκελάριος Βίλι Μπραντ και ο Γάλλος πρόεδρος Ζορζ Πομπιντού στη Σύνοδο Κορυφής της Χάγης.

Επίσης, η οικονομική ισχύς των δυτικοευρωπαϊκών χωρών αλλά και η επιτυχία που φαινόταν να έχει το κοινωνικο-οικονομικό μοντέλο τους λειτούργησαν ως κίνητρα για τον επανακαθορισμό των στρατηγικών τους απέναντι στο Ανατολικό μπλοκ. Ετσι, αναπτύχθηκε μια διαφορετική αντίληψη της ύφεσης ανάμεσα στους Ευρωπαίους ηγέτες, που πήγαζε από τους κοινούς τους φόβους και τα συλλογικά τους συμφέροντα.

Σε αντίθεση με την εκδοχή της ύφεσης των υπερδυνάμεων, που περιοριζόταν στον στρατηγικό διάλογο, η ευρωπαϊκή ύφεση ήταν πρωτίστως μια στρατηγική διείσδυσης στο Ανατολικό μπλοκ μέσω οικονομικών και πολιτικών επαφών. Στόχευε στη φιλελευθεροποίηση των ανατολικοευρωπαϊκών καθεστώτων και τελικά στην υπέρβαση της ψυχροπολεμικής διχοτόμησης της Ευρώπης.

Αποσκοπούσε, επίσης, στο να αυξήσει την αυτονομία της Δυτικής Ευρώπης απέναντι στην αμερικανική ηγεμονία, η οποία είχε γίνει πιο δυναμική κατά τη διοίκηση Νίξον.

Νέα και δυναμική τριμερής ηγεσία

Η ΕΠΣ δεν θα είχε αναπτυχθεί, αν δεν συνέβαινε μια ταυτόχρονη σχεδόν αλλαγή στις ευρωπαϊκές ηγεσίες. Ο Ζορζ Πομπιντού στη Γαλλία, ο Βίλι Μπραντ στη Δυτική Γερμανία και ο Εντουαρντ Χιθ στη Βρετανία αποτέλεσαν μαζί μια δυναμική τριμερή ηγεσία που έκανε την ιδέα μιας πολιτικής Ευρώπης να μοιάζει πιθανή.

Οπως παρατηρεί εύστοχα ο ιστορικός Ντάνιελ Μόκλι, η συγκυρία «ενός ενθουσιώδους για την Ευρώπη Βρετανού πρωθυπουργού, ενός Γάλλου προέδρου που να εμπιστεύεται τις βρετανικές προθέσεις και ενός Γερμανού καγκελάριου που να ενθαρρύνει την αγγλογαλλική συνεργασία ήταν πράγματι ένα σπάνιο και πολλά υποσχόμενο φαινόμενο στην ευρωπαϊκή μεταπολεμική ιστορία».



«Ενθουσιώδης για την Ευρώπη» ο Βρετανός πρωθυπουργός Χιθ.

Η ΕΠΣ θεωρήθηκε από την αρχή ένα βήμα προς την πολιτική ενοποίηση. Η Εκθεση Νταβινιόν (1970), που καθόριζε τη λειτουργία της, τη συνέδεε άμεσα με την οικοδόμηση μιας ενωμένης Ευρώπης. Παρ’ όλα αυτά, η δομή του νέου μηχανισμού ήταν εξαιρετικά περιορισμένη και στόχευε μόνο στην «εναρμόνιση των απόψεων των κρατών-μελών σχετικά με τα διεθνή ζητήματα».

Τρία χρόνια αργότερα, στην Εκθεση της Κοπεγχάγης προστέθηκε μια πρόταση που δήλωνε τον υποχρεωτικό χαρακτήρα της διαδικασίας.

Φαίνεται λοιπόν ότι από την αρχή η ΕΠΣ ήταν ένας πραγματιστικός διακανονισμός μεταξύ φεντεραλιστών και διακυβερνητιστών, ο οποίος βασιζόταν σε δύο πυλώνες: τον διακυβερνητικό χαρακτήρα της και την αρχή της συναίνεσης μεταξύ των μελών.

Οι διαβουλεύσεις διεξάγονταν σε επίπεδο υπουργών Εξωτερικών, ενώ σταδιακά αναπτύχθηκε ένας σημαντικός γραφειοκρατικός μηχανισμός που απαρτιζόταν από εθνικούς αντιπροσώπους. Ενα από τα βασικά μειονεκτήματα της ΕΠΣ ήταν ο θεσμικός της διαχωρισμός από την Κοινότητα, κάτι το οποίο περιόριζε σημαντικά τα μέσα που είχε στη διάθεσή της.

Κοινή ευρωπαϊκή στάση στη ΔΑΣΕ

Η πρώτη και κύρια αποστολή της ΕΠΣ ήταν η προώθηση της ύφεσης μέσω της υιοθέτησης κοινής στάσης στη Διάσκεψη για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη (ΔΑΣΕ). Η ΔΑΣΕ ήταν μια σοβιετική πρωτοβουλία που στόχευε στην αμοιβαία αναγνώριση του status quo στην Ευρώπη. Αποκλεισμένοι από τον διμερή χαρακτήρα της ύφεσης των υπερδυνάμεων, οι Ευρωπαίοι ηγέτες ένιωσαν ότι αυτή ήταν η μόνη τους ευκαιρία να συμμετάσχουν συλλογικά στις διαπραγματεύσεις για την αναδιάρθρωση του διεθνούς συστήματος και να παρουσιαστούν ως μια ενωμένη πολιτική δύναμη. Μέσω στενής συνεργασίας και συνεχών διαβουλεύσεων, οι Δυτικοευρωπαίοι κατάφεραν όχι μόνο να αποσπάσουν διάφορες παραχωρήσεις από τους Σοβιετικούς σχετικά με την πιο ελεύθερη κυκλοφορία ανθρώπων, πληροφοριών και ιδεών, αλλά τους έκαναν να αποδεχθούν και μια πιο διευρυμένη αντίληψη της ασφάλειας που περιελάμβανε τα ανθρώπινα δικαιώματα. Επιπλέον, έγινε αποδεκτή από τους Σοβιετικούς η πιθανότητα ειρηνικής αλλαγής συνόρων είτε στη Δύση (επανένωση Γερμανίας, ευρωπαϊκή ολοκλήρωση) είτε στην Ανατολή.

Τα αποτελέσματα των διαπραγματεύσεων επισφραγίστηκαν με την Τελική Πράξη του Ελσίνκι τον Αύγουστο του 1975 όπου 35 χώρες συμπεριλαμβανομένων και των ΗΠΑ υπέγραψαν τις βασικές αρχές της ειρηνικής συνύπαρξης μεταξύ των δύο συνασπισμών στην Ευρώπη. Είναι δύσκολο να αποτιμήσουμε τον αντίκτυπο του Ελσίνκι στην εξέλιξη του Ψυχρού Πολέμου, αλλά φαίνεται ότι συνέβαλε στη σταδιακή διάβρωση των κομμουνιστικών καθεστώτων και τελικά στην κατάρρευσή τους.

Δύσκολες σχέσεις των «Εννέα» με τις ΗΠΑ

Οι διαπραγματεύσεις στο πλαίσιο της ΔΑΣΕ σηματοδότησαν την πρώτη φορά που οι Εννέα λειτούργησαν σαν ενιαίος δρων εξωτερικής πολιτικής. Πρέπει να διευκρινιστεί όμως ότι οι Ευρωπαίοι απολάμβαναν σημαντική ελευθερία κινήσεων στη ΔΑΣΕ καθώς οι Αμερικανοί, παραδοσιακά στραμμένοι σε ζητήματα σκληρής ισχύος, δεν εξέφρασαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον να ηγηθούν των διαπραγματεύσεων. Θα ήταν η πρωτοβουλία του Κίσινγκερ για το «Ετος της Ευρώπης» που θα δοκίμαζε σκληρά τις ευρωατλαντικές σχέσεις. Σε μια ομιλία του στις 23 Απριλίου 1973, ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών πρότεινε τη δημιουργία ενός νέου «Ατλαντικού Χάρτη» με τον οποίο προσδοκούσε να ενισχύσει τις διατλαντικές σχέσεις αλλά και να επαναβεβαιώσει την αμερικανική ηγεσία στο δυτικό στρατόπεδο. Αυτό ερμηνεύτηκε από τους Εννέα σαν μια προσπάθεια να υποτάξει την οποιαδήποτε αυτονομία της Κοινότητας στις αρχές της διατλαντικής συνοχής και της αμερικανικής ηγεμονίας. Ετσι, οι Ευρωπαίοι ηγέτες χρησιμοποίησαν την ΕΠΣ για να στείλουν στον Κίσινγκερ μια πρόταση διαπραγματεύσεων που ζητούσε από τις ΗΠΑ να αναγνωρίσουν την Κοινότητα σαν διακριτή πολιτική οντότητα, ενώ στη σύνοδο της Κοπεγχάγης τον Δεκέμβριο του 1973 εξέδωσαν τη Διακήρυξη της Ευρωπαϊκής Ταυτότητας, η οποία λίγο πολύ καθόριζε τον διεθνή ρόλο της ΕΟΚ σε σχέση με τις ΗΠΑ. Αυτές οι ενέργειες υπήρξαν καταλυτικής σημασίας για τη διαφύλαξη του ρόλου της Κοινότητας ως διεθνούς παράγοντα.



Η Οστπολιτίκ των Μπραντ και Σέελ ανησύχησε τους Γάλλους και τους Βρετανούς που έσπευσαν να προωθήσουν την ευρωπαϊκή ενοποίηση.

Παρ’ όλα αυτά, η αισιοδοξία δεν κράτησε πολύ. Ο πόλεμος του Οκτωβρίου του 1973 στη Μέση Ανατολή και η επακόλουθη πετρελαϊκή κρίση που κλόνισε συθέμελα τις δυτικοευρωπαϊκές οικονομίες, αποκάλυψαν την αδυναμία των Εννέα να συμφωνήσουν σε οικονομικά ζητήματα και ακόμα χειρότερα φάνηκε ότι χρειάζονταν τις ΗΠΑ όχι μόνο για την ασφάλειά τους αλλά και για την ευημερία τους. Επιπλέον, η κρίση στην ΕΠΣ επιδεινώθηκε από το γεγονός ότι ο Πομπιντού, ο Χιθ και ο Μπραντ δεν βρίσκονταν πια στις θέσεις τους το 1974. Η Βρετανία επέστρεψε στην ευρωσκεπτικιστική της διάθεση υπό τον Χάρολντ Ουίλσον, ο Βαλερί Ζισκάρ ντ’ Εστέν θεωρούσε την αμερικανική συνεργασία για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης πιο σημαντική από την επίτευξη της ευρωπαϊκής αυτονομίας και ο Χέλμουτ Σμιτ θεωρούνταν περισσότερο ατλαντιστής παρά ευρωπαϊστής. Με αυτόν τον τρόπο, ο στόχος της Ευρώπης που θα μιλούσε με μία φωνή υποτάχθηκε στις οικονομικές προτεραιότητες και στην ανάγκη για ατλαντική συνοχή.

Η ΕΠΣ συνέχισε τη λειτουργία της διευρύνοντας το πεδίο δράσης της, χωρίς όμως τον δυναμισμό της περιόδου 1969-1974. Ο ρόλος της ΕΟΚ στην προώθηση της δημοκρατίας στην Ελλάδα, την Ισπανία και την Πορτογαλία την καθιέρωσε τελικά ως διεθνή πολιτική δύναμη. Ομως, η έλλειψη σκληρής ισχύος και η άμεση στρατιωτική εξάρτηση της Δυτικής Ευρώπης από τις ΗΠΑ δεν θα επέτρεπαν την ανάπτυξη μιας αυτόνομης πολιτικής στον Ψυχρό Πόλεμο.

* Ο κ. Ιωάννης Χάλκος είναι υποψήφιος διδάκτωρ Σύγχρονης Ιστορίας στο European University Institute.

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΕΥΑΝΘΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ


kathimerini.gr

Αφήστε απάντηση

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιό σας!
Εισαγάγετε το όνομά σας εδώ