Η Νότιγχαμ, ο Μπράιαν Κλαφ και η τέχνη της μοναδικότητας (pics, vids)

Ο μόνος τρόπος για να απλουστεύσεις το ποδόσφαιρο είναι να το κάνεις… περίπλοκο. Κι αν υπάρχει ένας τρόπος να κατανοήσεις ποιος ήταν ο Μπράιαν Κλαφ και ποιος ο αντίκτυπός του στο ποδόσφαιρο φαίνεται να είναι η προηγούμενη φράση. Μόνο αυτή είναι κατάλληλη για έναν άνθρωπο που ενσαρκώνει την τάξη, τη μεγαλοφυΐα, την παραφροσύνη, την αυτοκαταστροφή, την αλαζονεία και τη λαμπρότητα. Έναν άνθρωπο που ανήγαγε τον εαυτό του σε έναν από τους βαθύτερους στοχαστές του ποδοσφαίρου.

Οι μεγάλοι του αθλήματος έχουν την ικανότητα να ισορροπούν σε αυτή τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στη μεγαλοφυΐα και την τρέλα και ο Μπράιαν Κλαφ πήρε τη μεγαλοφυΐα και την τρέλα σε άλλο επίπεδο. Ο Μπράιαν Κλαφ ήταν πάντα «στα όρια».

Με την Φόρεστ, κατέκτησε… την Αγγλία, κατέκτησε την Ευρώπη. Την οδήγησε από τη 13η θέση της δεύτερης κατηγορίας της Αγγλίας, στην κορυφή της πρώτης και από εκεί στην κορυφή της Ευρώπης. Κατέκτησε 1 πρωτάθλημα, 4 League Cup και 2 Κύπελλα Πρωταθλητριών.

Οι μεγάλοι προπονητές βλέπουν το παιχνίδι διαφορετικά…

Ο Κλαφ είδε το παιχνίδι με τρόπους που προκαλούσαν την επίμονη, το θυμό, τη λάμψη η οποία εκδηλώθηκε σε πρωτοφανή ύψη της εγχώριας και ευρωπαϊκής επιτυχίας. Είναι σαφές ότι όταν ο Κλαφ, όπως και όλοι οι μεγάλοι προπονητές, ένιωθε μια εσωτερική πάλι για κάτι, ήταν γιατί πέτυχε κόντρα σε όλα και όλους, με λιγότερα μέσα, λιγότερο ταλέντο στη διάθεσή του και επειδή είδε το ποδόσφαιρο από διαφορετικές γωνίες.Έδειξε ότι δεν υπάρχουν θαύματα, χωρίς να παλέψεις με όλες σου τις δυνάμεις, χωρίς να εργαστείς σκληρά.

Ο Κλαφ μεγάλωσε στο Μίντλεσμπρο και δεν έζησε μια άνετη ζωή. Όπως και τα περισσότερα νεαρά αγόρια, απολάμβανε να παίζει ποδόσφαιρο για ώρες σε τοπικά πάρκα, στους δρόμους. Δεν ήταν ακαδημαϊκός. Ωστόσο, ήταν μια ιδιοφυΐα. Στο γρασίδι ήταν ένας «θανατηφόρος» επιθετικός για τη Μπόρο, όπου πέτυχε πάνω από 200 γκολ σε μόλις 200 εμφανίσεις πρωταθλήματος μεταξύ 1955 και 1961. Μετακόμισε στην Σάντερλαντ, αφού πρώτα γνωρίστηκε με τον Πίτερ Τέιλορ (επί χρόνια βοηθό του μετέπειτα), κι αφότου επέκρινε δημόσια συμπαίκτες, προπονητή και διοίκηση μέχρι και για στημένα παιχνίδια.

Το 1962 χωρίς να το γνωρίζει, μπήκε άδοξα το τέλος στην καριέρα του μετά από έναν σκληρό τραυματισμό στο γόνατο, που θα τον αναγκάσει να κρεμάσει τα παπούτσια του στα 29 του χρόνια. Δεν άργησε να ξεκινήσει το ταξίδι στην προπονητική, από τις ακαδημίες της Σάντερλαντ το 1965. Ως νέος προπονητής που αντιμετώπιζε την απότομη αποχώρησή του από το γρασίδι, διέπεται από τις αρχές της πειθαρχίας και καθιερώνει μια αυταρχική στάση παρόμοια με εκείνη του πρώην προπονητή του, Άλαν Μπράουν.

Σύντομα του προσφέρεται η θέση του κόουτς στην Hartlepool United. Αφού δέχτηκε τη θέση, ο Κλαφ επέλεξε τον Πίτερ Τέιλορ ως βοηθό του. Οι συνεχείς κόντρες με τον πρόεδρο του συλλόγου, τους οδήγησε στην πόρτα της εξόδου. Αλλά επέστρεψαν. Οδήγησαν την ομάδα στην 8η θέση την πρώτη χρονιά, στην μεγάλη κατηγορία την επόμενη. Η φήμη τους, τους οδήγησε στην Ντέρμπι Κάουντι.

Το ύφος του Κλαφ ωστόσο, όσον αφορά την στάση και την συμπεριφορά του ήταν αμείλικτο, αμείλικτο μέχρι το σημείο της λαμπρότητας. Όταν έκανε λάθος… είχε δίκιο. Η σκληρή του προσέγγιση στους ανθρώπους του επέτρεψε να αποτυπώσει τη φιλοσοφία του παιχνιδιού και να εμπνεύσει τις ομάδες του.

Ο Κλαφ μαζί με τον Τέιλορ, με την μεθοδική δουλεία τους κατάφεραν πρώτα την άνοδο της ομάδας στην κορυφαία κατηγορία του Αγγλικού πρωταθλήματος το 1969 και στην συνέχεια την κατάκτηση του Πρωταθλήματος της Αγγλίας την σεζόν 1971-72.

Την οδηγούν μέχρι τα ημιτελικά του Κυπέλλου Πρωταθλητριών της επόμενης περιόδου. Το 1974 αποχωρούν από τον σύλλογο και ακολουθούν οι Μπράιτον (1973-74) και Λιντς η κατά δήλωσή του «η πιο βρώμικη ομάδα του πλανήτη». Και έπειτα, στις 6 Ιανουαρίου του 1975, ο Μπράιαν Κλαφ και το δεξί του χέρι, Πίτερ Τέιλορ, αναλαμβάνουν την Νότιγχαμ Φόρεστ.

Έμειναν στον πάγκο της αγγλικής ομάδας μέχρι το 1993. Δεκαοκτώ μοναδικά χρόνια συνδυασμένα με την πιο «χρυσή» σελίδα στην Ιστορία του συλλόγου που ηγείται πλέον από τον Βαγγέλη Μαρινάκη. Όταν αποχώρισε έζησε ένα από τα πιο ιστορικά standing ovation των φιλάθλων της Forester, την ημέρα του υποβιβασμού της ομάδας.

Η Νότιγχαμ υπό τις οδηγίες του, κέρδισε το πρωτάθλημα και δύο Κύπελλα Πρωταθλητριών, αποτελώντας το πιο γοητευτικό παραμύθι στην Ιστορία του ποδοσφαίρου γενικά. Μιλάμε βλέπεις για μια ομάδα που ως τότε είχε κερδίσει μόλις δύο Κύπελλα Αγγλίας, κι όμως πλέον κάθε συζήτηση για ιστορικά επιτεύγματα έχει πολύ χώρο, για την ομάδα του Νότιγχαμ!

Ήδη από το 1976 η βελτίωσής της ήταν εμφανής και η 8η θέση «φώναζε» πως κάτι αλλάζει στον σύλλογο. Η απόδειξη ήρθε με την άνοδο στα μεγάλα σαλόνια την επόμενη χρονιά. H επιστροφή στη πρώτη κατηγορία το 1977 «μέθυσε» όλη την πόλη.

Ο Κλαφ εισηγήθηκε τις μεταγραφές των Πίτερ Σίλτον και Άρτσι Γκέμιλ. Παίκτες που τον δικαίωσαν και με το παραπάνω. Ο αγώνας συνεχίστηκε ως το τέλος, κόντρα σε όλους. Η ισοπαλία απέναντι στην Κόβεντρι στις 22 Απριλίου του 1978, ήταν αρκετή για την Νότιγχαμ για να αναδειχθεί και μαθηματικά πρωταθλήτρια Αγγλίας, για πρώτη φορά στην ιστορία της!

Το πρώτο θαύμα είχε υλοποιηθεί. Και μόνο αυτή η λέξη μπορούσε να περιγράψει αυτό που είχαν πετύχει. Η Νότιγχαμ του Κλαφ είχε μια απάντηση για όσους την θεωρούσα «αληταριό» του αγγλικού ποδοσφαίρου.

Τον Μάιο του 1979, έπαιζε στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών κόντρα στην Μάλμε. Αυτή η «μικρή», που κυνηγούσε πάντα το αδύνατο, που κυνηγούσε να φτάσει όπου «δεν μπορούσε». Μια κεφαλιά του Τρέβορ Φράνσις λίγο πριν την λήξη του ημιχρόνου έφτανε και περίσσευε ώστε στο Ολυμπιακό Στάδιο του Μονάχου να επικρατήσει πανζουρλισμός από 20.000 Άγγλους φιλάθλους.

Η Φόρεστ έχοντας αποκλείσει το μεγάλο φαβορί, τη Λίβερπουλ, κι μετέπειτα και την Κολωνία ήταν στην κορυφή της Ευρώπης! Στο Δημαρχείο της πόλης ο κόσμος ποτέ άλλοτε δεν είχε σπεύσει για να «αγκαλιάσει» τόσο θερμά την ομάδα. Η Νότιγχαμ έκτοτε ανήκει στην ελίτ του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου. Η ομάδα μιας πόλης περίπου 300.000 κατοίκων. Κι αν κάποιος πίστεψε ότι ήταν όλα θέμα τύχης και συγκυριών, ήρθε η επόμενη χρονιά για να τους διαψεύσει.

Στον τελικό της Μαδρίτης τον Μάιο του 1980 ήταν το Αμβούργο. Στα ημιτελικά η ομάδα του Σέρβου Μπράνκο Ζέμπετς, είχε συντρίψει την Ρεάλ Μαδρίτης με 5-1 στην έδρας της. Η Νότιγχαμ όμως δεν «μασούσε» από αυτά. Ο Τζον Ρόμπερτσον, σημείωσε το γκολ που έκρινε τον τελικό. Η αμυντική τακτική του Κλαφ, είχε λειτουργήσει άψογα. Οι παίκτες του είχαν κάνει πάλι, κατάθεση ψυχής στο χορτάρι, ο Πίτερ Σίλτον ήταν συγκλονιστικός και η ιστορία έγραψε ότι η Νότιγχαμ Φόρεστ κέρδισε για δεύτερη διαδοχική χρονιά το Κύπελλο Πρωταθλητριών.

Κι αν η νεώτερη ιστορία του συλλόγου δεν είναι τόσο λαμπερή, τα άνωθεν επιτεύγματα θα την συνοδεύουν πάντα και με το ρίσκο του Βαγγέλη Μαρινάκη, που ανέλαβε τα ηνία μιας ομάδα που από τον υποβιβασμό του 1999 παλεύει να αναγεννηθεί, άπαντες στο City Ground ελπίζουν πλέον στο ίδιο ένδοξες μέρες.

Να αναφέρουμε ότι από το 2012 ως το 2017 που ανέλαβε ο ισχυρός άνδρας του Ολυμπιακού η προσπάθεια επιστροφής στην Premier League απέτυχε 14 φορές, ενώ τρεις σερί σεζόν η ομάδα βρέθηκε στη League One. Συμμετείχε στα πλέι οφ ανόδου τρεις φορές αλλά δεν τα κατάφερε.  Η 8η θέση στην Championship το 2012-2013 έγινε 11η το 2014, 14η το 2015, 16η το 2016 και 21η το 2017.  Μόλις στη δεύτερη σεζόν του Έλληνα εφοπλιστή στα ηνία του συλλόγου, η ομάδα πάλεψε με αξιώσεις για μεγάλο μέρος της σεζόν, να βρεθεί στις θέσεις που οδηγούν στα πλέι οφ ανόδου. Η ολοκλήρωση της Championship την βρήκε στην 9η θέση και το «αύριο» φαίνεται πλέον πιο φωτεινό…

to10.gr