Η περίπτωση της Ν.Δ. στο νέο τοπίο


Εικόνα που μου θυμίζει μια σκηνή στην Ουάσιγκτον, πριν από 14 χρόνια, σε μιαν άλλη ορκωμοσία. Ο Τάκης Πικραμμένος φέρνει προς Τζο Μπάιντεν, εμφανώς. Ο Κυριάκος, όμως, χρειάζεται κούρεμα με την ψιλή και πολύ σολάριουμ…

Η σημασία της νίκης που πέτυχε η Νέα Δημοκρατία στις εκλογές είναι γνωστή – λιβανιστήρια δεν χρειάζονται. Oμως, οι 158 βουλευτές της Ν.Δ. δεν είναι αυτό που θα λέγαμε ασφαλής πλειοψηφία. Επιπλέον, αν εξετάσεις την ανθρωπογεωγραφία της Κοινοβουλευτικής Ομάδας, διαπιστώνεις ότι πάνω από τους μισούς (κάποιες εκτιμήσεις προσδιορίζουν το ποσοστό στο 65%) είναι κληρονομιά του ancien regime: μετριότητες παλαιάς κοπής, καθώς όλες οι αξιόλογες περιπτώσεις από τις τάξεις αυτές είχαν προ πολλού ενταχθεί στο σύστημα του Κυριάκου.

Μια τέτοια κατανομή ισχύος στο εσωτερικό της Κ.Ο. είναι κάτι παράδοξο, πολύ περισσότερο, δε, επειδή η νίκη της Ν.Δ. ήταν κυρίως του Κυριάκου Μητσοτάκη προσωπικά, με τα όποια προτερήματα και μειονεκτήματά του. (Φαντάζεστε, ας πούμε, τον Βαγγέλα Μεϊμαράκη στον ίδιο ρόλο;) Πώς διαχειρίζεσαι, λοιπόν, ένα τέτοιο παράδοξο, από το οποίο σε τελευταία ανάλυση εξαρτάται η τύχη της κυβέρνησης; Συντηρώντας την ανάγκη που γέννησε το παράδοξο, νομίζω. Διότι αυτή είναι η συνεκτική ουσία που κρατάει ενωμένες στη Ν.Δ. το Κέντρο και τη Δεξιά, υπό τις δεδομένες συνθήκες στην εσωτερική κατανομή της ισχύος.

Το παράδοξο ήταν το όχημα που τελικά έφερε τον Μητσοτάκη στην κυβέρνηση. Η παραδοσιακή Δεξιά της Ν.Δ. τον αντιμετώπισε εξαρχής με δυσπιστία και, στην καλύτερη περίπτωση, με επιφυλακτικότητα, παρά το γεγονός ότι εξελέγη πρόεδρος προσελκύοντας στη Ν.Δ. νέους ψηφοφόρους ή, μάλλον, το αντίθετο: ακριβώς επειδή έφερε στη Ν.Δ. νέους ψηφοφόρους. Εξάλλου, τα συμφέροντα της κοινωνίας και του οποιουδήποτε κόμματος δεν ταυτίζονται πάντα, ούτε και είναι απαραίτητο. Ο Κυριάκος το 2016 ήταν η επιλογή της κοινωνίας, όχι της Nouvelle Democratie Profonde (ας μου επιτραπεί ο όρος), της οποίας άλλωστε μια υπολογίσιμη τάση, η λεγόμενη της Χαζοδεξιάς, ήδη συνεργαζόταν ανοιχτά με τον ΣΥΡΙΖΑ ή είχε προσχωρήσει. (Π.χ., εκείνος που εξυμνούσε τον Τσίπρα ως «εθνάρχη», αντάξιο του Καραμανλή και του Παπανδρέου – τον τελευταίο τον είχε συμπεριλάβει σαν φύλλο συκής: για να μη φαίνονται τα γεννητικά όργανα όταν παίρνεις την kolotoumba…) Τον γούσταραν τον μικρό, αν μου επιτρέπεται να παραφράσω μια ιστορική ρήση…

Τη στρατηγική με την οποία χειρίστηκε το συγκεκριμένο πρόβλημα ο Μητσοτάκης την υπαγόρευσε η τετράγωνη λογική: Οσο ο ΣΥΡΙΖΑ είχε την πρωτοβουλία, ο Κυριάκος είχε ως προτεραιότητά του να κρατάει ικανοποιημένο ένα στρατό που δεν ήταν δικός του: τους «καραμανλικούς», με την ευρύτερη έννοια του όρου. Δεν είχε κανένα λόγο να ανησυχεί για τους φιλελεύθερους και κεντρώους ψηφοφόρους. Με κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, όλοι αυτοί, όπως και κάθε λογικός άνθρωπος, ήσαν δεδομένοι. Ολοι αυτοί ήσαν μέσα στο σακί. Μπορούσαν να γκρινιάζουν όσο ήθελαν, αλλά δεν είχαν να πάνε πουθενά αλλού. (Η αποτυχία του Ποταμιού συνέβαλε στην εξασφάλιση αυτής της ισορροπίας. Αν το Ποτάμι κατάφερνε να λειτουργήσει ως αυθεντικός πόλος έλξης κεντρώων, η θέση του Κυριάκου μέσα στη Ν.Δ. θα ήταν πολύ διαφορετική.) 

Από τη στιγμή που αυτός ο στρατός έφθασε στη μάχη των εκλογών και δεν μπορούσε πια να στασιάσει (πολύ περισσότερο, όταν νιώθει την οσμή της εξουσίας στα ρουθούνια…), ο Μητσοτάκης ξεκίνησε να απευθύνεται στους κεντρώους και στους φιλελευθέρους, που τον είχαν εκλέξει στην προεδρία του κόμματος και τους χρειαζόταν. Στην επιτυχία της συγκεκριμένης στρατηγικής βοήθησε, ασφαλώς, η χρονική εγγύτητα των δύο εκλογικών αναμετρήσεων, ευρωπαϊκών και εθνικών, καθώς δεν επέτρεψε την πολυτέλεια της αργίας, η οποία είναι, ως γνωστόν, μήτηρ πάσης κακίας. Βοήθησε, επίσης, ο κοινός χαρακτήρας τους: και τις δύο φορές οι ψηφοφόροι ψήφισαν –και πολύ σωστά– για κυβέρνηση. Διότι η συγκυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ παρήλθε ανεπιστρεπτί, η συγκυβέρνηση όμως Ελλάδος και Ευρώπης είναι εδώ και θα είναι για πολύ ακόμη.

Με τέτοιες συνθήκες, η συνοχή κυβέρνησης και Κ.Ο. εξασφαλίζεται μόνο με έναν τρόπο: με την αποτελεσματικότητα της ίδιας της κυβέρνησης· αυτό μόνο κάνει τη διαφορά και τίποτε άλλο. Η αποτελεσματικότητα μπορεί να δημιουργήσει κοινό έδαφος εκεί όπου προηγουμένως υπήρχε κενό. Η αποτελεσματικότητα είναι, λοιπόν, η ανάγκη που διατηρεί τη συνοχή εσωτερικά μεταξύ Λαϊκών και Φιλελευθέρων στη Ν.Δ. (χρησιμοποιώ σκοπίμως τους ιστορικούς όρους, που βεβαίως δεν ισχύουν απολύτως), ενώ, συγχρόνως, αντιμετωπίζει την αντιπολίτευση του ΣΥΡΙΖΑ και εμπεδώνει τη θέση της Ν.Δ. στην κοινωνία. Win-win, για όλους στη Ν.Δ.

Το μέσον στο οποίο πραγματώνεται αυτή η επιδίωξη του Μητσοτάκη είναι η κυβέρνησή του, ως προς τη δομή της κυρίως, αλλά και τη σύνθεσή της, που αναγκαστικά υπηρετεί το υπόδειγμα. Το σύστημα διακυβέρνησης που έφερε (ισχυρή κεντρική δομή, προγραμματικά υπουργικά συμβούλια, συγκεκριμένες στοχοθεσίες με χρονοδιαγράμματα και όλα αυτά υπό ηλεκτρονικό έλεγχο) κρατάει το στράτευμα σε εγρήγορση: τους κρατάει να τρέχουν, κατά την αξέχαστη φανταρίστικη ορολογία. Υπό τις συνθήκες αυτές, για μυαλωμένους ανθρώπους τουλάχιστον, μόνο η επιτυχία μπορεί να έχει νόημα, και ιδεολογικές ή γενεαλογικές διαφορές μπαίνουν στην άκρη.

Στα χαρτιά, δεν κρύβω ότι βρίσκω εξαίρετο το νέο όχημα και περιμένω να δω πώς θα τσουλήσει στον δρόμο. Ως προς τη σύνθεσή της, δεν νομίζω να υπήρξαν πρόσωπα αξίας που αγνοήθηκαν· αντιθέτως, τοποθετήθηκαν εκεί όπου είναι γνωστοί για την αποτελεσματικότητά τους. Η κατανομή μεταξύ ικανών και ανίκανων –τους οποίους πρέπει να έχεις μέσα στη σκηνή για να τα αμολάνε προς τα έξω, αλλά σε θέσεις ασφαλείας– είναι κατά τη γνώμη μου η ιδανική, βάσει των δεδομένων. Η δε τοποθέτηση των 21 εξωκοινοβουλευτικών στελεχών στη νέα κυβέρνηση είναι στρατηγικού χαρακτήρα. Δεν μπήκαν για διακοσμητικούς λόγους, αλλά επειδή εξυπηρετούν τη διάταξη δυνάμεων σε μια μάχη που συνεχίζεται.

Είχα και άλλα να πω, όχι όμως και την ικανότητα να τα πω σύντομα. Συνεχίζουμε αύριο – αν δεν έχει προκύψει τίποτε περίεργο…

kathimerini.gr