Είμαστε σίγουροι ότι ξέρουμε τι είναι κανονικότητα;

Τι θέλουμε στης ορατότητας τις τρομερές ερήμους;

(Αντώνης Φωστιέρης,

Πενιχρή ωδή για τα πράγματα)

Πώς διαχειρίζεσαι κάτι πρωτόγνωρο; «Μεγάλα βουνά, βαθειές χαράδρες». Oσο πιο αλλόκοτη εισβάλλει μια κρίση, τόσο πιο απογυμνωμένους μας παρουσιάζει. Σαν την άμπωτη, όταν αποκαλύπτει πυθμένα που κανείς δεν θα ήθελε να δει. Σαν εκείνα που βγαίνουν στο φως όταν μετακινείς έναν καναπέ από τη θέση στην οποία βρισκόταν επί χρόνια.

Ο εκούσιος εγκλεισμός όλων μας, άγνωστο για πόσο καιρό, είναι βέβαιο ότι θα σώσει ζωές. Εξίσου βέβαιο είναι πως θα αναστατώσει ψυχές πολλών που θα επιζήσουν.

Ηδη εμφανίστηκαν τα πρώτα σχόλια στο Διαδίκτυο από γονείς πανικοβλημένους έως απελπισμένους: Τι κάνουμε με τα παιδιά συνεχώς μέσα στο σπίτι; Πώς τα απασχολούμε; Πώς αποφεύγουμε τις εντάσεις της διαρκούς συνύπαρξης; Πώς προλαβαίνουμε την γκρίνια για την ανία και ρουτίνα; Πώς αντιμετωπίζουμε τις ποικίλες επιθυμίες για φαγητό, γλυκό, λιχουδιές κ.λπ. τώρα που βγαίνουμε για ανεφοδιασμό όσο αραιότερα γίνεται; Πόσο πρέπει να τα «παρκάρουμε» στο κινητό ή στο τάμπλετ; Πώς τα σηκώνουμε από το κινητό και το τάμπλετ; Πότε βρίσκουμε χρόνο για να βρεθούμε ως ζευγάρι; Πώς αντέχουμε ο ένας τον άλλον ως ζευγάρι, αν ο γάμος μας ήταν ήδη συμβατικός ή συγκρουσιακός; Και πολλά άλλα.

Αδημονούμε όλοι εύλογα να επιστρέψουμε στην «κανονικότητά» μας. Αισθάνομαι ότι έχει γίνει κατάχρηση αυτής της λέξης. Είναι σαν να παίρνουμε ως μέτρο και κριτήριο της «υγείας» την εκάστοτε δική μας κατάσταση. Λέμε «κανονικότητα» και εννοούμε τον ρυθμό ζωής τον οποίο φτιάξαμε τα τελευταία χρόνια και που όταν τον χάνουμε δυσφορούμε. Εναν ρυθμό που συνοδεύεται από ανάλογες στάσεις, νοοτροπίες, προτεραιότητες.

Είναι άραγε κανονικότητα κάποια παιδιά να βλέπουν τους γονείς τους σχεδόν μόνο το Σαββατοκύριακο; Ή, όταν είναι στο σπίτι, να ζητούν να παίξουν μαζί τους και εκείνοι να παραμένουν καθηλωμένοι στον υπολογιστή τους, στα τηλεφωνήματά τους, στο ατέρμον νοικοκυριό τους; Είναι φυσιολογικό μεγάλος αριθμός νέων ανθρώπων να μη μπορεί να σταθεί μέσα στο σπίτι του; Τι είδους σχέση έχουν οι γονείς μεταξύ τους ώστε να μην αντέχουν τα παιδιά τους να μείνουν μέσα; Θα άξιζε μια συγκριτική έρευνα με άλλες χώρες για το πόσες φορές την εβδομάδα, και ποια ώρα, και για πόσο χρόνο, έφηβοι και νέοι «βγαίνουν» έξω. Είναι προφανές ότι αυτό το οποίο συνέβαινε πριν από την πανδημία αποτελούσε μια μη εποικοδομητική (για να μην πω άρρωστη) εξωστρέφεια, που γι’ αυτό σέρνει μαζί της και άλλους κινδύνους.

Περνάει πια απαρατήρητη η συχνή κατανάλωση ανθυγιεινών τροφών από τα παιδιά και τους εφήβους. Δεν μας κάνει εντύπωση πλέον η αδιανόητη συχνότητα με την οποία οι ηλικίες 18-50 παραγγέλνουν ντελίβερι, το οποίο μεταφράζεται σχεδόν πάντοτε σε κρεατικά. Ακόμη, αποτελεί θέαμα συνηθισμένο, σχεδόν αυτονόητο, στρατιώτες, αστυνομικοί, εφημερεύοντες υγειονομικοί, υπάλληλοι αεροδρομίων, εργάτες σε διάφορες βάρδιες, οδηγοί και πολλές άλλες κατηγορίες, να καταναλώνουν αποκλειστικά κρέας σε όσα γεύματα πραγματοποιούνται εν ώρα υπηρεσίας. Είναι άραγε δικαιολογημένο να ανυπομονούμε να επιστρέψουμε σε αυτό το πριν;

Οι μαζικές προμήθειες σε όσπρια, κατεψυγμένα λαχανικά και άλλα τρόφιμα, τις οποίες είδαμε αυτόν τον καιρό, κλείνουν ελπιδοφόρα το μάτι σε μια αλλαγή διατροφικών συνηθειών. Παρά τα τόσα πολλά που γράφονται κατά καιρούς για τη μεσογειακή διατροφή, μεγάλο μέρος της νέας γενιάς αγνοεί τι είναι τα λαδερά μαγειρευτά, τα όσπρια, οι σαλάτες, τα φρούτα. Αραγε, θα αξιοποιηθούν όσα αγοράστηκαν τώρα;

Η αυτοπρόσωπη παρουσία πολλών γονέων στο σπίτι, η οποία αναπάντεχα μας προέκυψε, αίρει το άλλοθι της αναγκαστικής απουσίας τους λόγω επαγγέλματος, στη διάρκεια της οποίας χιλιάδες έφηβοι εκπαιδεύθηκαν να εθίζονται στο Διαδίκτυο και στα βιντεοπαιγνίδια. Πώς θα συμπεριφερθούμε «χωρίς βαρβάρους»; Θα αλλάξει κάτι εδώ το οποίο θα παραμείνει και μετά την πανδημία; Ή, με άλλη διατύπωση, θα αρπάξουμε την ευκαιρία να βελτιώσουμε τις δεξιότητές μας για προσωπική σχέση με τα παιδιά μας;

Κάθε ηλικία τους συνιστά μια καινούργια πρόκληση και μας προσκαλεί να ανακαλύψουμε νέες πτυχές του εαυτού μας. Διαφορετικές δεξιότητες απαιτούνται για να σχετισθούμε με το νήπιο και με τον έφηβο. Μπαίνοντας σε ουσιαστική κοινωνία μαζί τους, φέρνοντας τις κρυμμένες δεξιότητες στο φως, εμπλουτιζόμαστε εμείς οι ίδιοι. Ανακαλύπτουμε εκ νέου τα παιδιά μας, πέρα από τη στερεότυπη εικόνα την οποία από κεκτημένη ταχύτητα είχαμε πλάσει.

Το γνωστό αστείο που δημιουργήθηκε αυτές τις μέρες («Με το κλείσιμο στο σπίτι πέρασα ήδη δυο μέρες με τους γονείς μου. Τελικά είναι καλοί άνθρωποι») συμπυκνώνει μιαν άβολη αλήθεια. Είχαμε ξεσυνηθίσει και μας φαίνεται παράξενο πλέον να είμαστε όλοι μαζί, μάλιστα δε (το «κατάντημα» δεν έχει πάτο) να μιλάμε, να παίζουμε, να δημιουργούμε, να χαιρόμαστε ο ένας το πρόσωπο του άλλου! Το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο, ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους υπάρχουν οι οικογένειες, παρουσιάζεται στα μάτια μας σαν εξωτική ενασχόληση, εξαίρεση, αρρυθμία.

Αν μετά τη λήξη της πανδημίας έχουν αυξηθεί ακόμη περισσότερο οι ήδη πολλοί (για τα διεθνή δεδομένα) εθισμένοι στο Διαδίκτυο και στα ηλεκτρονικά παιχνίδια Ελληνες έφηβοι και νέοι, αυτό θα σημαίνει πως ό,τι ζούμε τώρα βιώθηκε σαν ανεπιθύμητη προσωρινή απόκλιση. Θα δείχνει ότι χάσαμε τη μάχη να ξεκολλήσουμε τα παιδιά μας από την οθόνη, για να μην προσθέσω ότι κάποια τα βύθισε ακόμη πιο βαθιά η ατμόσφαιρα της έγκλειστης οικογένειας. Ο άνθρωπος έλκεται προς ό,τι του είναι πιο ευχάριστο, και ειδικά ο έφηβος έλκεται από γονείς που γνωρίζουν πώς να τον ξεαγχώσουν. Αν δεν το κάνουν, το υπόσχεται η οθόνη.

Τα αχαρτογράφητα νερά στα οποία ταξιδεύουμε αυτόν τον καιρό μάς παρέχουν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να ξεκολλήσουμε από την κουπαστή όπου είχαμε πιάσει στασίδι και να βάλουμε λίγη τάξη πάνω στο καράβι. Εθισμένοι σε μια διαρκή ενατένιση του εξωτερικού τοπίου της ζωής μας ή, χειρότερα, των αντικατοπτρισμών τους οποίους εκλαμβάναμε σαν τα αληθινά τοπία που δήθεν μας αξίζουν, ξεχάσαμε να ασχοληθούμε με αυτό που γίνεται στο κατάστρωμα, στη γέφυρα, στο αμπάρι.

Και δεν πρόκειται μόνο για τα παιδιά μας, αλλά και για τον γάμο μας. Και για τον εαυτό μας τον ίδιο: κάπου μέσα στον ρυθμό μας παράπεσε και η δική μας ψυχή, χάνοντας το νόημα. Ξέρουμε καλά τι κάνουμε αλλά αγνοούμε γιατί το κάνουμε. «Πού πήγε η σοφία που χάθηκε μέσα στη γνώση;» αναρωτιόταν ο Ελιοτ. Για την τότε γνώση! Σήμερα;

Η κοινή πείρα έχει δείξει ότι ο άνθρωπος σπάνια αλλάζει δημιουργώντας ο ίδιος το κίνητρό του. Πρέπει να προκύψει ερέθισμα ενοχλητικό, έως και οδυνηρό, για να ανοίξουν τα μάτια μας και να αξιολογήσουμε αλλιώς τη μέχρι τώρα πορεία μας. Μας προσφέρθηκε ερέθισμα –μακράς διαρκείας– με την οικονομική κρίση. Τούτη εδώ η ευκαιρία δεν θα κρατήσει πολύ. Δεν θα είναι σοφό απλώς να το υπομείνουμε στωικά, όπως ένα μακροβούτι, αδημονώντας πότε θα βγούμε πάλι στην επιφάνεια.

Οταν το μέλλον γίνεται αβέβαιο, ανατέλλει η εξαιρετική στιγμή κατά την οποία το παρόν, το οποίο πριν προσπερνούσαμε, ζητάει τα δικαιώματά του. Δικαιώματα τα οποία του είχαν στερήσει η συνήθεια και το λαχάνιασμα, με ηθικό αυτουργό την υπαρξιακή λήθη. Ή, όπως γράφει ο Αγιος Ιωάννης Χρυσόστομος: «Αυτόν που δεν αδικεί τον εαυτό του δεν μπορεί να τον βλάψει κανένας».

* Ο πατήρ Βασίλειος Θερμός είναι αναπληρωτής καθηγητής της Ανώτατης Εκκλησιαστικής Ακαδημίας Αθηνών, καθώς και ψυχίατρος παιδιών και εφήβων.


kathimerini.gr

Αφήστε απάντηση

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιό σας!
Εισαγάγετε το όνομά σας εδώ