Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ: Η μνήμη είναι σαν την ανάσα

«Κι οι δρόμοι όλοι μαζί

ούρλιαζαν το αδιάβατο.

Εφυγα.

Στις χούφτες μου ανάμεσα,

σαν να κρατούσα

ενός παγωμένου πουλιού

την τελευταία ανάσα,

προστάτευα την τελευταία

χειραψία».


Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ

Κάποιοι άνθρωποι δεν φεύγουν ποτέ πλήρεις ημερών, κάποιοι άνθρωποι δεν έχουν τέλος· κάποιοι άνθρωποι έχουν μόνο αρχή. Τέτοιος άνθρωπος ήταν μία από τις κορυφαίες σύγχρονες Ελληνίδες ποιήτριες, η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ που άφησε την τελευταία της πνοή την 21η Ιανουαρίου 2020.

«Δεν αισθάνομαι 80, αισθάνομαι όπως πάντα», είχε δηλώσει στην ΕΡΤ ένα μόλις μήνα πριν. Η αρχή της ζωής της ήταν μια αναπηρία, αλλά όπως η ίδια έλεγε, αυτό που έγινε το χρωστάει στην αναπηρία της, που ήταν ένα ιδιαίτερα «ακριβό εισιτήριο». Το μικρόβιο του σταφυλόκοκκου, με το οποίο νόσησε ως έμβρυο στον τοκετό και της άφησε προβλήματα στην αριστερή της πλευρά, στο πόδι της και στο χέρι της, είχε ως αποτέλεσμα να κουτσαίνει σε όλη της τη ζωή. Αλλά δεν την εμπόδισε να κατακτήσει τις λέξεις.

Ειρωνεία: αν είχε γεννηθεί ένα χρόνο αργότερα, οπότε και είχε ανακαλυφθεί η πενικιλίνη, θα είχε θεραπευτεί με μία μόνο ένεση. Πραγματικά ανάπηρη όμως δεν ένιωσε ποτέ· μονάχα λίγο πριν φύγει από τη ζωή, καθώς διαπίστωνε ότι χάνει τη μνήμη της κάποιες στιγμές. Η μνήμη είναι σαν την ανάσα, έλεγε.

Οταν ανακάλυψα την ποίησή της, ήμουν ακόμα στο γυμνάσιο, σε μια περίοδο κατά την οποία, καταγοητευμένη με το έργο του Οδυσσέα Ελύτη, ήμουν καχύποπτη απέναντι στους άλλους ποιητές. Ωστόσο, μόλις ανακάλυψα το πρώτο της ποίημα, τη «Μοναξιά», που έγραψε σε ηλικία μόλις 16 ετών και ο Νίκος Καζαντζάκης –ο νονός της– είχε πει πως «είναι ό,τι ωραιότερο έχει διαβάσει», έγινε μία από τις αγαπημένες μου. Με παρότρυνση μάλιστα του Καζαντζάκη το συγκεκριμένο ποίημα δημοσιεύθηκε το 1956 στην «Καινούργια Εποχή», όταν η ίδια ήταν δεκαέξι χρόνων.

«Στον ουρανό του τίποτα με ελάχιστα» ήταν ο τίτλος της ποιητικής συλλογής που δεν μπορούσα να σταματήσω να διαβάζω ξανά και ξανά. Και ένα χρόνο μετά είχα την τύχη να τη γνωρίσω και προσωπικά. Μου έκανε εντύπωση το πόσο γλυκιά και ευγενική ήταν· τόση γλύκα σπάνια συναντάς σε ανθρώπους. Είχε μια ιδιαίτερη ηρεμία στο πρόσωπό της και μια ζεστασιά στη φωνή της. Οι τόσο καταξιωμένοι άνθρωποι δεν είναι συνήθως τόσο ανεπιτήδευτα προσιτοί, κι εκείνη δεν ήταν προσιτή για το θεαθήναι, ήταν από φυσικού της.

Γεννημένη το 1939 στην Αθήνα, αποφοίτησε από τη Γενεύη με το δίπλωμα Μεταφραστών και Διερμηνέων, μιλώντας τρεις ξένες γλώσσες: αγγλικά, γαλλικά, ρωσικά. Οπως είχε δηλώσει σε συνέντευξή της στην «Κ» («Φοβάμαι ότι χάνουμε τη γλώσσα μας», 14.11.16, στη Μαριαλένα Σπυροπούλου), ήξερε πάντα λέξεις αλλά δεν ήξερε να τις γράψει. Ηταν ανορθόγραφη όλα της τα χρόνια. Η εξήγηση που έδινε είναι ότι άρχισε να μαθαίνει ταυτόχρονα τρεις αλφαβήτες, το ελληνικό, το λατινικό και το κυριλλικό. Σημειωτέον ότι, εκτός από ποιήτρια υπήρξε και εξαιρετική μεταφράστρια.

Η πρώτη διάκριση για το έργο της ήρθε από το εξωτερικό, όταν απέσπασε το Α΄ Βραβείο Ποίησης της πόλης της Γενεύης (Prix Henche, 1962). Το 1985 της απονεμήθηκε το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης για το βιβλίο της «Οι μνηστήρες». Το 2000 απέσπασε το Βραβείο Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών για το σύνολο του ποιητικού της έργου, το 2012 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης για την ποιητική συλλογή «Η ανορεξία της ύπαρξης», ενώ το 2014 βραβεύθηκε με το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων για το σύνολο του έργου της. Στο δε μεταφραστικό έργο της συγκαταλέγονται έργα των Σάμιουελ Μπέκετ, Σολ Μπέλοου, Γιόζεφ Μπρόντσκι, Σέιμους Χίνι, Ζακ Λακαριέρ, Μιχαήλ Λέρμοντοφ, Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι, Σίλβια Πλαθ, Αλεξάντρ Πούσκιν, Ουίλιαμ Σαίξπηρ, Ντίλαν Τόμας κ.ά.

Το φαΐ για την ποίηση είναι ο έρωτας, έλεγε. Δεν θυμόταν τη ζωή της χωρίς έρωτα. Για τον σύζυγό της είχε πει ότι ήταν ο τέλειος σύντροφος, ενώ εκείνη μάλλον όχι. Στην ίδια συνέντευξή της στην «Κ» αποκάλυψε ότι είχε πολλές ερωτικές εμπειρίες, μάλιστα ήταν ερωτευμένη με άλλους άνδρες μέσα στον γάμο της, ο σύζυγός της το γνώριζε, όπως και εκείνη γνώριζε για μια δική του περιπέτεια: «Ημουν ερωτικό ζώον. Αλλά με τον Ρόντνεϊ είχα το προαίσθημα ότι αυτός είναι για σύντροφος. Είχα και άλλους μεγάλους ερωτικούς δεσμούς, αλλά με αυτόν αισθάνθηκα την αίσθηση της ανθρώπινης σύνδεσης, πέρα από ηλικίες, χώρες κ.λπ. Γνώρισα πολλούς άνδρες στη ζωή μου που δεν είχαν ούτε το 1/4 των προσόντων του».

Η τελευταία της τηλεοπτική εμφάνιση ήταν στην εκπομπή του Μάκη Προβατά στο Action24 με καλεσμένο τον Χρήστο Χωμενίδη. Οταν της ζήτησαν να γράψει έναν στίχο, εκείνη μονομιάς πήρε το σκούρο, υγρό, γαλάζιο στιλό της, που είχε πάντα μαζί της, και έγραψε: «Αν είμουνα ερωτευμένη θα θυμόμουνα όλο τον κόσμο που δημιουργούσα με τις λέξεις».

Τα τελευταία χρόνια, ο προσωπικός της φόβος ήταν ο θάνατος, για την ακρίβεια η απώλεια μέλλοντος από τη ζωή της. Λίγες εβδομάδες προτού φύγει δήλωνε στην ΕΡΤ: «Είμαι λίγο τρομοκρατημένη, γι’ αυτό που είναι το απόλυτα φυσικό για όλα τα ανθρώπινα όντα. Εχει φύγει το “θα” από τη ζωή· λέμε στη ζωή μας με πολύ φυσικότητα “τι θα κάνουμε αύριο”, “τι θα κάνω του χρόνου”, “τι θα σπουδάσω”, “τι θα”, “θα”, «θα”… Εμένα το “θα” δεν πρέπει να είναι περισσότερο από μία εβδομάδα, έναν μήνα και αυτό είναι λίγο τρομακτικό, να βγάλεις την έννοια και την αίσθηση του μέλλοντος από τη ζωή σου».

Είναι ανθρώπινο, όλοι φοβούνται τον θάνατο, ακόμη κι οι πιο γενναίοι, ακόμη κι αυτοί που τρόπον τινά τον «επιλέγουν». Μόνο που κάποιοι άνθρωποι έχουν την πολυτέλεια να «ζουν» στην αιωνιότητα. Ετσι και η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, γιατί πάντα θα υπάρχουν έφηβες –και όχι μόνο– που θα ερωτεύονται με τα ποιήματά της.

* Η κ. Σταματίνα Σταματάκου είναι δημοσιογράφος και ακτιβίστρια για τα δικαιώματα των ζώων.


kathimerini.gr

Αφήστε απάντηση

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιό σας!
Εισαγάγετε το όνομά σας εδώ