Κρίση στις σχέσεις Ελλάδας – ΝΑΤΟ

Η έξαφνη επιστροφή του Κωνσταντίνου Καραμανλή στο μέσον της νύχτας της 23ης προς 24η Ιουλίου 1974 και η ορκωμοσία του στις 4 το πρωί συμβόλιζαν τις δυσκολίες που ανέμεναν τον «ανορθωτή της ελληνικής δημοκρατίας». Οι επευφημίες που δέχθηκε, καταδείκνυαν την τεράστια δημοτικότητά του αλλά και την ανακούφιση του κοινού που έβλεπε τον τρομερό εφιάλτη του να τελειώνει. Λιγότερο εμφανής, αν και περισσότερο δυσοίωνη, η πραγματικότητα των ζητημάτων ασφαλείας στην πρωτεύουσα παρέπεμπε στις δυσκολίες τις οποίες ο ίδιος και οι συνεργάτες του θα αντιμετώπιζαν κατά την ηράκλεια προσπάθειά τους να ξεκαθαρίσουν την κατάσταση που δημιούργησε η ανίκανη και απαξιωμένη δικτατορία. Μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο στις 20 Ιουλίου, η επιβολή του στρατιωτικού νόμου και η κήρυξη γενικής επιστράτευσης είχαν δημιουργήσει τεράστια σύγχυση, καθώς οι επιστρατευμένοι ταλαιπωρούνταν χωρίς διαταγές στα έμπεδα και οι στρατιωτικές αποθήκες βρίσκονταν άδειες. Ενώ η στρατιωτική ηγεσία αποδεικνυόταν ανίκανη να προσφέρει μια απάντηση στην κρίση, ανέκυπταν φόβοι ότι οι Τούρκοι θα καταλάμβαναν ελληνικά νησιά και θα προέλαυναν στη Θράκη. Στις 23 Ιουλίου, η χούντα κατέρρευσε και ο Καραμανλής κλήθηκε να επιστρέψει άμεσα από την αυτοεξορία του.

Παρά τις αναφορές στην εθνική ενότητα, δεν υπήρχε χρόνος, και μάλλον ούτε και βούληση, να συγκεντρωθούν οι ηγέτες των παλαιών κομμάτων της προ-χουντικής περιόδου. Το βιαστικά συγκροτημένο Υπουργικό Συμβούλιο του Καραμανλή απαρτιζόταν από πολιτικούς με τους οποίους είχε συνεργαστεί στο παρελθόν, οι περισσότεροι των οποίων είχαν αντιταχθεί στη δικτατορία. Στο εσωτερικό πεδίο, μετά την επαναφορά σε ισχύ του Συντάγματος του 1952, η πολιτική εξουσία αποκαταστάθηκε στον στρατό και στη δημόσια διοίκηση, ενώ διατυπώθηκαν εκκλήσεις προς όλους τους δημοσίους υπαλλήλους για την αποκατάσταση της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου.

Ωστόσο, πολύ πιο πιεστικές ήταν οι εξωτερικές προκλήσεις. Οι τραγικοί χειρισμοί της χούντας είχαν δώσει στην Τουρκία την ευκαιρία να εισβάλει στην Κύπρο και πιθανόν να καταλάβει το σύνολο του νησιού. Φαινόταν πιθανός ένας πόλεμος μεταξύ συμμάχων στο ΝΑΤΟ, τη στιγμή που οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις ήταν εντελώς αποδιοργανωμένες. Οι συνομιλίες για την Κύπρο υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, στη Γενεύη, ξεκίνησαν στις 25 Ιουλίου αλλά κατέρρευσαν τρεις εβδομάδες αργότερα.

Η Αθήνα φθάνει σε διπλό αδιέξοδο

Με τη συνδρομή του Ευάγγελου Αβέρωφ, που αποτελούσε την επαφή του με τους στρατιωτικούς, ο Καραμανλής αποπειράθηκε να αντιμετωπίσει την επιθετικότητα της Τουρκίας στρατιωτικά και διπλωματικά, μέσω του ΝΑΤΟ. Στις 14 Αυγούστου, όταν εξαπολύθηκε ο «Αττίλας ΙΙ», ο Καραμανλής ζήτησε να γίνουν πλήγματα από αεροσκάφη και υποβρύχια εναντίον των τουρκικών δυνάμεων στην Κύπρο, αλλά έλαβε την απάντηση ότι ούτε η Πολεμική Αεροπορία ούτε το Πολεμικό Ναυτικό μπορούσαν να εκτελέσουν παρόμοιες αποστολές με ελπίδες επιτυχίας. Απτόητος, πρότεινε την αποστολή μιας μεραρχίας στην Κρήτη για πιθανή δράση στην Κύπρο. Οταν η ηγεσία του Στρατού τόνισε ότι θα χρειάζονταν 6-7 ημέρες για να συγκεντρωθεί η μεραρχία και ότι η νηοπομπή της θα ήταν ευάλωτη σε επίθεση, ο Καραμανλής απαίτησε ταχύτερη δράση και εξέτασε τη δική του συμμετοχή στη νηοπομπή προς διασφάλισή της. Η στρατιωτική ηγεσία ήταν σκεπτική έναντι του σχεδίου, το οποίο τελικά εγκαταλείφθηκε ως μη εφαρμόσιμο, καθώς το αίτημα του Καραμανλή προς το Λονδίνο να συνοδευθεί η νηοπομπή από το βρετανικό ναυτικό από την Κρήτη στην Κύπρο απορρίφθηκε από τον Βρετανό πρωθυπουργό Χάρολντ Ουίλσον.



Ο Κων. Καραμανλής με τον γ.γ. του ΝΑΤΟ Γιόζεφ Λουνς, ο οποίος αρνήθηκε να συναινέσει στη σύγκληση του Βορειοατλαντικού Συμβουλίου.

Ανήμπορος να αντιδράσει στρατιωτικά, ο Καραμανλής επιζήτησε να περιορίσει την επιθετικότητα της Αγκυρας μέσω της διπλωματίας. Στις 28 Ιουλίου, ζήτησε τη σύγκληση εκτάκτων συναντήσεων του Βορειοατλαντικού Συμβουλίου και του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Η επίσημη απάντηση από τις Βρυξέλλες ήταν ότι ο γενικός γραμματέας της Συμμαχίας Γιόζεφ Λουνς έφευγε για τις καλοκαιρινές του διακοπές και ότι τα μέλη του συμβουλίου δεν μπορούσαν να συναντηθούν σε τόσο μικρές προθεσμίες. Στην πράξη, η σύγκληση του Βορειοατλαντικού Συμβουλίου προσέκρουσε και στο βέτο του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Χένρι Κίσινγκερ, ο οποίος, αντιμέτωπος με το χάος που προκλήθηκε από την παραίτηση, εκείνες ακριβώς τις ημέρες, του προέδρου Νίξον αλλά και έχοντας τις δικές του ιδέες ως προς τις ελληνοτουρκικές διαφορές, δεν ήθελε εμπλοκή της συμμαχίας στην κυπριακή κρίση. Αντιθέτως, ο Κίσινγκερ προσκάλεσε τον Καραμανλή στην Ουάσιγκτον για να συναντήσει τον νέο πρόεδρο Τζέραλντ Φορντ, αλλά ο πρωθυπουργός απάντησε ότι δεν μπορούσε να φύγει από την Αθήνα εκείνη την ώρα.

Μια προσφορά του Λουνς για επίσκεψη στην Αθήνα απορρίφθηκε ως μη έχουσα νόημα. Οταν ο Λουνς προσφέρθηκε να λειτουργήσει ως μεσολαβητής, η τουρκική κυβέρνηση αρνήθηκε να τον δεχθεί. Ο Λουνς συνέχισε να λειτουργεί ως ο κύριος νατοϊκός σύνδεσμος με τους Ελληνες αξιωματούχος. Παρ’ όλα αυτά, αντιμετωπίζοντας την τουρκική πρόκληση, η Ελλάδα δεν μπορούσε να βασίζεται σε ουσιαστική υποστήριξη των Δυτικών συμμάχων, και τούτο άφηνε ως μόνη λύση τη μονομερή δράση. Μια σοβιετική πρόταση παρεμβολής στην κρίση απορρίφθηκε από την Ελλάδα.

Ανάμεικτες οι συμμαχικές αντιδράσεις

Ετσι, στις 14 Αυγούστου ανακοινώθηκε ότι οι ελληνικές δυνάμεις που είχαν διατεθεί στο ΝΑΤΟ θα επέστρεφαν υπό εθνική διοίκηση, ενώ ο εναέριος χώρος και τα χωρικά ύδατα της χώρας θα επανέρχονταν υπό αποκλειστικό εθνικό έλεγχο. Διευκρινιζόταν ότι η Ελλάδα παρέμενε μέλος της Συμμαχίας και θα εξακολουθούσε να αντιπροσωπεύεται στο Βορειοατλαντικό Συμβούλιο. Αν και δεν έγινε επίσημη σχετική αναφορά, θα συνέχιζε επίσης η αντιπροσώπευση της χώρας στη Στρατιωτική Επιτροπή της Συμμαχίας, στην Ουάσιγκτον. Στις 28 Αυγούστου, σε επιστολή του προς τους ηγέτες των κυβερνήσεων των κρατών-μελών, ο Καραμανλής τόνισε ότι η αποχώρηση από το στρατιωτικό σκέλος είχε υπαγορευθεί από την ανάγκη να προστατευθεί η ανεξαρτησία της χώρας και θα διαρκούσε μέχρι την αποχώρηση των τουρκικών δυνάμεων από την Κύπρο. Κατηγόρησε τη Συμμαχία ότι είχε παραμείνει απλός θεατής στην κυπριακή κρίση και για το ότι, με την αποτυχία της να αποτρέψει ένοπλη σύγκρουση μεταξύ δύο μελών της, είχε αποδειχθεί ανίκανη να προστατέψει τα μέλη της από εξωτερικούς εχθρούς.

Η αντίδραση του ΝΑΤΟ στη δραματική πρωτοβουλία της Αθήνας ήταν ανάμεικτη. Ανώτατοι αξιωματικοί σε θέσεις-κλειδιά στη Νότια Πτέρυγα εξέφρασαν ανησυχία σχετικά με την αναπόφευκτη αναστάτωση στις διαδικασίες διοίκησης και ελέγχου των δυνάμεών τους, στη συλλογή πληροφοριών, απώλεια κάλυψης από ραντάρ, συνδυασμένες ασκήσεις, ζητήματα που αφορούσαν τα τακτικά πυρηνικά όπλα, την τακτική απομόνωση της Τουρκίας και την εικόνα μιας Συμμαχίας υπό αποσάθρωση. Θεωρούσαν ότι το κενό που άφηνε η ελληνική αποχώρηση ήταν σημαντικό. Με άλλα λόγια, η ικανότητα της Νότιας Πτέρυγας να αντιτάξει άμυνα έναντι του Συμφώνου της Βαρσοβίας (που ήταν πάντοτε μικρή) τώρα πλέον αμφισβητείτο πλήρως.

Από την άλλη πλευρά, με τις ΗΠΑ επικεφαλής, οι κυβερνήσεις των κρατών-μελών δεν αντέδρασαν στην επιστολή Καραμανλή με κάποια αίσθηση επείγοντος ή συμπάθειας για τα ελληνικά παράπονα. Εν μέρει, η επίδειξη αυτής της ουσιαστικής αδιαφορίας οφειλόταν στο γεγονός ότι κατά τα προηγούμενα χρόνια, ελληνικές κυβερνήσεις είχαν όντως απειλήσει, έστω ανεπίσημα, με αποχώρηση από το ΝΑΤΟ. Ετσι, τον Οκτώβριο του 1958, όταν είχαν διατυπωθεί παρόμοιες ελληνικές προειδοποιήσεις σε μια κρίσιμη στιγμή στην εξέλιξη του Κυπριακού, ο γενικός γραμματέας Πολ-Ανρί Σπάακ είχε τονίσει στους Ελληνες αξιωματούχους ότι υπονοήσεις περί αποχώρησης ήταν αντιπαραγωγικές και ενοχλητικές. Ετσι κι αλλιώς και για διάφορους λόγους, από την αρχή αρκετά μέλη του ΝΑΤΟ είχαν αμφιβολίες σχετικά με τη σκοπιμότητα συμμετοχής της Ελλάδας και της Τουρκίας στη Συμμαχία. Πιο πρόσφατα, η αυξανόμενη εχθρότητα Αθηνών-Αγκυρας και τα δύσκολα ζητήματα που αυτή έθετε, είχαν καταστήσει ακόμη πιο απρόθυμες τις περισσότερες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να αναμειχθούν στις ελληνοτουρκικές διαφορές, αφήνοντας τις ΗΠΑ να ασχοληθούν με τα θέματα αυτά.

Αρνητική είναι η τελική αποτίμηση

Οποιες και αν ήταν οι ψυχολογικές συνέπειες της αποχώρησης από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, οι πρακτικές της επιπτώσεις δεν ήταν καθόλου θετικές για την Ελλάδα. Αντίθετα, ενώ η παρουσία των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων στην Κύπρο εξακολούθησε, η ελληνική ασφάλεια στο Αιγαίο διέτρεξε ακόμη μεγαλύτερους κινδύνους. Με την αποχώρηση των Ελλήνων εκπροσώπων, οι αεροπορικές και ναυτικές διοικήσεις του ΝΑΤΟ στην περιοχή αναλήφθηκαν από Τούρκους αξιωματικούς με Αμερικανούς υποδιοικητές. Αντί της Διοίκησης Ανατολικής Μεσογείου, που προηγουμένως είχε Ελληνα επικεφαλής, η προτεινόμενη τώρα δομή θα κυριαρχείτο από Τούρκους αξιωματικούς. Αναγκασμένος να αναστρέψει πορεία, τον Οκτώβριο του 1975 ο Καραμανλής πρότεινε να επαναφέρει τις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις στη συμμαχική δομή, στη βάση της προϋπάρχουσας (πριν από το 1974) κατανομής επιχειρησιακών αρμοδιοτήτων στο Αιγαίο. Αν και οι στρατιωτικές αρχές του ΝΑΤΟ ήταν διατεθειμένες να εξετάσουν την πρόταση, στην πράξη η Τουρκία απέτρεψε τέτοιο ενδεχόμενο.



Οι εφημερίδες με αλλεπάλληλες εκδόσεις αναγγέλλουν την αποχώρηση της χώρας από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ.

Το αδιέξοδο τελικά επιλύθηκε τον Οκτώβριο του 1980, μετά την ανατροπή της τουρκικής κυβέρνησης από τον στρατό, οπότε οι διαπραγματεύσεις υπό την αμερικανική αιγίδα κατέληξαν σε συμφωνία (το σχέδιο Ρότζερς), που προέβλεπε την επιστροφή των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων στη νατοϊκή διοίκηση.

Σε τελική ανάλυση, αν και απαραίτητη για την ικανοποίηση της υπερηφάνειας του έθνους αλλά και για την πολιτική επιβίωση του Καραμανλή κατά τη Μεταπολίτευση, η αποχώρηση από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ έβλαψε τα συμφέροντα ασφαλείας της Ελλάδας και υπέσκαψε ακόμη περισσότερο τη Νότια Πτέρυγα ως ουσιαστικό τμήμα της Ατλαντικής Συμμαχίας.

* Ο κ. Ιωάννης Ο. Ιατρίδης είναι ομότιμος καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Southern Connecticut State University.

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΕΥΑΝΘΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ


kathimerini.gr

Αφήστε απάντηση

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιό σας!
Εισαγάγετε το όνομά σας εδώ