Μεγάλος Περίπατος: Η δύσκολη αναμέτρηση με την καθημερινότητα

Καθώς οι παρεμβάσεις για τον «Μεγάλο Περίπατο» της Αθήνας ξεδιπλώνονται, η δημόσια συζήτηση για την αναγκαιότητα, για την επίδραση στη λειτουργία της πόλης, για την αισθητική, για την επίπτωση που θα έχουν ευρύτερα στις δραστηριότητες που αναπτύσσονται στο κέντρο και πέριξ αυτού, συνεχίζεται και κορυφώνεται. Ενα από τα βασικά στοιχεία προβληματισμού αφορά την αποσπασματικότητα των αλλαγών, οι οποίες, όπως υλοποιούνται, δίνουν μια εικόνα κατακερματισμένων επιμέρους σχεδίων, που αντί να διευκολύνουν, προκαλούν περισσότερα προβλήματα.

Η αποτίμηση των παρεμβάσεων όσον αφορά τον κυκλοφοριακό φόρτο τόσο στο ίδιο το κέντρο της πόλης όσο και γύρω από αυτό, στις εναλλακτικές διαδρομές, είναι μέχρι στιγμής μόνο ενδεικτική και δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά αφού, όπως αναγνωρίζουν και οι συγκοινωνιολόγοι που ασχολούνται με την υλοποίηση του έργου, λόγω καλοκαιριού έχει συνολικά μειωθεί ο κυκλοφοριακός φόρτος στην πρωτεύουσα. Απόψεις υπέρ και κατά των παρεμβάσεων ακούγονται πολλές. Είναι αναγκαία, ωστόσο, μία συνολική, ειλικρινής αποτίμηση πριν αποφασισθεί εάν και ποιες από τις παρεμβάσεις από προσωρινές θα καταστούν μόνιμες.

«Ελλειψη σαφούς στόχευσης»

Ετερόκλητες επεμβάσεις, τις οποίες χαρακτηρίζει η έλλειψη σαφούς στόχευσης και επιστημονικού υποβάθρου, θεωρεί τις παρεμβάσεις του «Μεγάλου Περιπάτου» η Ράνια Κλουτσινιώτη, μια από τις πιο γνωστές «μάχιμες» πολεοδόμους της χώρας. Οπως εκτιμά, όλες οι μεγάλες παρεμβάσεις που έχουν γίνει μέχρι σήμερα στο κέντρο είχαν μελετηθεί πολεοδομικά, προκειμένου να μην βλάψουν τις υφιστάμενες εμπορικές ή άλλες χρήσεις. «Το πρόβλημά μας δεν είναι να υποστηρίξουμε το Ι.Χ., αλλά να προλάβουμε αρνητικές επιπτώσεις στις χρήσεις γης και στη ζωή της πόλης», επισημαίνει.

«Ο δήμος πρέπει τώρα να αποτιμήσει τις επιπτώσεις των παρεμβάσεών του και να αναθεωρήσει πολλά, εφόσον δεν έκανε τις απαραίτητες μελέτες πριν λάβει αποφάσεις», λέει στην «Κ» η κ. Κλουτσινιώτη. «Προσωπικά, δεν είμαι σε καμία περίπτωση εναντίον των πεζοδρομήσεων και των ποδηλατοδρόμων. Ομως, αυτές οι παρεμβάσεις πρέπει να βασίζονται σε μελέτες με συγκεκριμένους στόχους, λ.χ. να προσελκύσεις κατοικία στο κέντρο και να διατηρήσεις την ποικιλομορφία που του χαρίζουν οι εμπορικές δραστηριότητες, ειδάλλως κινδυνεύεις να μετατρέψεις το κέντρο σε τουριστικό χωριό».



Η αποτίμηση των παρεμβάσεων όσον αφορά τον κυκλοφοριακό φόρτο τόσο στο ίδιο το κέντρο της πόλης όσο και γύρω από αυτό, στις εναλλακτικές διαδρομές, είναι μέχρι στιγμής μόνο ενδεικτική (φωτ. INTIME NEWS .

Η κ. Κλουτσινιώτη παρατηρεί έλλειψη συνοχής στις παρεμβάσεις. «Είναι πολλά πράγματα ατάκτως ερριμμένα, τους λείπει μια συνεκτική άποψη, μια στόχευση. Τι σχέση έχουν με τον “Μεγάλο Περίπατο” η Πανεπιστημίου και η Ηρώδου Αττικού; Η Πανεπιστημίου είναι κατά τη γνώμη μου ένας εξαίρετος δρόμος ως έχει, με φαρδιά πεζοδρόμια και καλές συνθήκες, που όλοι οι δήμαρχοι θέλουν να τον πεζοδρομήσουν».

Η έλλειψη ενός σαφούς επιστημονικού υποβάθρου δημιουργεί ανασφάλεια όχι μόνο για τη στόχευση, αλλά και για τα αποτελέσματα των παρεμβάσεων. «Πριν από τις παρεμβάσεις στην Πλάκα, η ομάδα του Διονύση Ζήβα είχε προχωρήσει σε μια ενδελεχή αποτύπωση των χρήσεων γης. Εβαλε κεντρικό στόχο την επαναφορά της κατοικίας και μετά την έκανε διάταγμα ο Στέφανος Μάνος. Και βέβαια έγιναν και επεμβάσεις και πεζοδρομήσεις, που όλες εξυπηρετούσαν τους ίδιους στόχους. Δεν είμαι αντίθετη στο να περιοριστεί το Ι.Χ. που μπαίνει στην Πλάκα, θέλω όμως να μάθω ποιος είναι ο στόχος και πώς αυτός θα εξυπηρετηθεί, πώς δεν θα πληγεί η κατοικία».

Κατά τη Ράνια Κλουτσινιώτη, εφόσον ο δήμαρχος Αθηναίων θέλει να αφήσει μετρήσιμο έργο στο τέλος της τετραετίας, θα πρέπει να εργαστεί στα «βασικά». «Ας θέσει πέντε στόχους και να εργαστεί για την υλοποίησή τους. Ας απελευθερώσει τα πεζοδρόμια της πόλης, που είναι σε κακό χάλι, κι ας κυνηγήσει την παράνομη στάθμευση. Επιπλέον, ας μελετήσει σοβαρά τρόπους να παρέμβει στο οικιστικό απόθεμα του κέντρου, να δημιουργήσει φθηνή κατοικία για νέους ανθρώπους. Αυτά τα πράγματα είναι μετρήσιμα και παράγουν αποτέλεσμα. Το ιστορικό κέντρο του Παρισιού και κατοικείται και έχει αυτοκίνητο. Πρέπει να θέλουμε κατοικία στην Αθήνα, όχι μόνο τουρίστες ή έρημους δρόμους το βράδυ. Δεν λέω να εγκαταλείψει την ιδέα του “Μεγάλου Περιπάτου”, απλά να μελετήσει σε βάθος την κατάσταση και τα προβλήματα του κέντρου πριν λάβει μεγάλες αποφάσεις».

«Πρέπει τα μέτρα να επεκταθούν»

«Απώτερος στόχος μας πρέπει να είναι η απελευθέρωση του κέντρου της Αθήνας από τα Ι.Χ. Ποια Αθήνα υποστηρίζουν όσοι αντιδρούν; Τον κυκλοφοριακό κορεσμό, τα ατυχήματα, τον θόρυβο, τη ρύπανση; Ολο αυτό είναι υποκριτικό και ανήκει στο παρελθόν». Αυτό εκτιμά ο Θάνος Βλαστός, καθηγητής στο ΕΜΠ και επιστημονικός υπεύθυνος της Στρατηγικής Βιώσιμης Αστικής Κινητικότητας της Αθήνας, που μελετάται τα τελευταία χρόνια και θα ολοκληρωθεί μέχρι το φθινόπωρο.

«Τα σχέδια αστικής κινητικότητας (ΣΒΑΚ) έχουν συνήθως έναν ορίζοντα πενταετίας και έναν δεκαετίας. Πλέον, όμως, υπάρχει η επείγουσα ανάγκη να παρέμβουμε τώρα. Κατά τη γνώμη μου, σωστά ο δήμαρχος εκμεταλλεύτηκε τη νομοθεσία για τον κορωνοϊό και επέβαλε μέτρα, ώστε να βρουν χρόνο οι κάτοικοι να τα υποστηρίξουν και να τα αγκαλιάσουν πριν από τη μονιμοποίησή τους. Το φθινόπωρο ολοκληρώνεται και το ΣΒΑΚ της Αθήνας, οπότε θα υπάρχει ένας ολοκληρωμένος σχεδιασμός για την πόλη, που θα περιορίσει το αυτοκίνητο και θα δώσει χώρο στον πεζό – αυτό που ζητάει η Ευρωπαϊκή Ενωση. Και τα μέτρα που έλαβε ο δήμος δεν είναι σε σύγκρουση με το σχέδιο αυτό».

Ο κ. Βλαστός υπερασπίζεται τις επιλογές του δήμου τόσο για το κέντρο της πόλης όσο και ειδικά για συγκεκριμένες οδούς. «Κανονικά θα έπρεπε να ληφθούν μέτρα παντού. Δεν είναι όμως εφικτό, δεν έχει ο δήμος τούς ανθρώπους να το κάνει. Ξεκινάς λοιπόν από το πιο σημαντικό, από το κέντρο, για να στείλεις ένα μήνυμα στους Αθηναίους. Αν ξεκινούσε από κάποια δρομάκια σε γειτονιές, ποιος θα συζητούσε για αυτά; Το κέντρο μάς αφορά όλους, κατοίκους και επισκέπτες. Για την Πανεπιστημίου, διαφωνώ με την κριτική που έχει ασκηθεί. Είναι ο σπουδαιότερος δρόμος του κέντρου, σχεδιασμένος όχι ως λεωφόρος αλλά ως βουλεβάρτο, μια γραμμική πλατεία, μια επιλογή που προδώσαμε αφήνοντάς τη στο αυτοκίνητο. Βεβαίως, ο σχεδιασμός θα πρέπει να συμπεριλάβει και το τραμ, απλά τώρα δεν μπορείς να περιμένεις. Και επίσης θα πρέπει τα μέτρα να επεκταθούν στην Πατησίων μέχρι το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο και στην Αμαλίας μέχρι το Μουσείο Ακρόπολης, ώστε να ολοκληρωθεί αυτή η διαδρομή. Οσον αφορά τις αντιδράσεις για την Αθηνάς και την Ερμού, υπάρχει μια προσέγγιση από τους πολεοδόμους που λέει: η Αθήνα είναι αυτή και έτσι πρέπει να μείνει. Αυτό συνδέεται με την κακομοιριά της Αθήνας. Η Αθήνα είναι μια πόλη που οι κάτοικοί της εγκαταλείπουν, που οι αξίες της γης είχαν καταρρεύσει. Αν κάποιος πουλάει σκαλιστήρια στην οδό Αθηνάς, σημαίνει ότι αυτό θα πρέπει να έχει η οδός Αθηνάς στο διηνεκές; Τα μέτρα που λαμβάνονται για την προστασία μιας χρήσης έχουν κόστος – ποιος θα το πληρώσει αυτό; Ο απώτερος στόχος μας πρέπει να είναι ένας: να απελευθερωθεί όλο το κέντρο από τα Ι.Χ. Η Ευρωπαϊκή Ενωση ζητάει πόλεις με μηδενικούς ρύπους έως το 2050 – πώς θα το επιτύχουμε αυτό; Σίγουρα θα βάλουμε νερό στο κρασί μας για τις εξυπηρετήσεις κατοίκων και καταστημάτων, αλλά το υπόλοιπο πρέπει να τελειώνει. Αν πρέπει να διεκδικήσει κάτι ο κόσμος, ας διεκδικήσει καλύτερες συγκοινωνίες».

Γιώργος Τριανταφύλλου, αρχιτέκτονας

Προκλητικό μακιγιάζ

Παρακολουθώ με κάθε επιφύλαξη και περιμένω υπομονετικά την εξέλιξη της πρωτοβουλίας του δημάρχου Αθηναίων για τον «Μεγάλο Περίπατο», που εξελίσσεται σταδιακά, με απρόσμενα προκλητικά χρώματα, που παραπέμπουν σε αισθητική Monopoly αποτελώντας μια παγκόσμια αποκλειστικότητα. Παρά την ελλιπή και μονομερή επιστημονική τεκμηρίωση του εγχειρήματος, είχα την ελπίδα ότι μετά την ολοκλήρωση των προσωρινών δοκιμών, θα οδηγηθούν, όπως δεσμεύτηκαν, σε τεκμηριωμένες τελικές επιλογές, μέσω αρχιτεκτονικών διαγωνισμών. Σε προτάσεις που θα αποθαρρύνουν το αυτοκίνητο και θα προσελκύσουν τους κατοίκους να βιώσουν την πόλη ελεύθερα.

Με ιντριγκάρει η ιδέα να επεκταθεί στο κέντρο της πόλης η αισθητική της Διονυσίου Αρεοπαγίτου, και κυρίως στην οδό Σταδίου. Διαπιστώνω όμως ότι οι νέες διαδρομές ποδηλάτων και πεζών, δίπλα στα ικανού πλάτους πεζοδρόμια, προς το παρόν αναζητούν πεζούς και ποδηλάτες, για να δικαιολογήσουν την ύπαρξή τους, στον βαθμό που δεν εξασφαλίζεται ακόμη η αίσθηση ενός καλοσχεδιασμένου φιλόξενου πεζοδρόμου.

Διαπιστώνω επίσης ότι πέρα από τα χρώματα, οι τελευταίες επεμβάσεις με τις ζαρντινιέρες και τα παγκάκια από λαμαρίνα, ξεπερνούν την έννοια του δοκιμαστικού και του προσωρινού.

Κανείς δεν περίμενε ότι οι αδέξιες φωτορεαλιστικές απεικονίσεις της κυκλοφοριακής μελέτης που δημοσιεύθηκαν, θα υλοποιούντο και μάλιστα με τα ίδια χρώματα και με πρόσθετες ευτελείς επιλογές. Δεν θα πρότεινα οι δοκιμαστικές πεζοδρομήσεις να γίνουν πρόχειρα και εκτιμώ την πρόθεση μιας φροντισμένης διαχείρισης, στο πλαίσιο πάντα ενός λογικού κόστους. Εχω όμως πλέον την αίσθηση και μάλλον τη βεβαιότητα ότι όλα οδηγούν σε μια μόνιμη πολυδάπανη, υπεραπλουστευμένη και κακόγουστη επέμβαση στην πόλη, που προσβάλλει την αισθητική μου ως αρχιτέκτονα και τραυματίζει βάναυσα τον δημόσιο χώρο, όταν συνδιαλέγεται επιπολαίως με τα μνημεία της πόλης και την όλη βιωμένη με τα χρόνια αύρα του αθηναϊκού αστικού τοπίου.

Παρά δε τις διαβεβαιώσεις του δημάρχου, οι μέχρι σήμερα αιφνίδιες επεμβάσεις δεν σχετίζονται με τις βραβευμένες αρχιτεκτονικές μελέτες για τη Βασιλίσσης Ολγας και το Σύνταγμα, ούτε ως προς τις χαράξεις και τη γεωμετρία ούτε με το αρχιτεκτονικό τους ύφος. Οδηγούμαστε φαίνεται σε μια μόνιμη ευτελή επέμβαση στην πόλη, που αμφιβάλλω αν πέρα από τον περιορισμό των αυτοκινήτων θα αγαπηθεί και θα ζωντανέψει από του Αθηναίους, πεζούς και ποδηλάτες. Η πόλη με το νέο προκλητικό μακιγιάζ που δέχεται, τραυματίζεται ανεπανόρθωτα και προκαλεί το αρχιτεκτονικό δημοκρατικό μας συναίσθημα. Ελπίζω να διαψευστώ.



Οι προσωρινές παρεμβάσεις για τον «Μεγάλο Περίπατο» συνεχίζονται. Μένει να φανεί εάν και ποιες θα καταστούν μόνιμες (φωτ. INTIME NEWS).

Σταύρος Μαρτίνος, αρχιτέκτονας

Χονδροειδείς επεμβάσεις

Η «αισθητική», με την έννοια του γούστου, είναι κάτι στο οποίο δύσκολα θα συμφωνήσουν μεταξύ τους δύο διαφορετικοί άνθρωποι. Εφόσον μιλάμε για τον δημόσιο χώρο, δεν θυμάμαι καμία επέμβαση όπου να μην έχουν ακουστεί κραυγές με τα πρώτα της ορατά δείγματα. Για τον λόγο αυτό, το θεσμικό μέσο που έχουμε για να σχεδιάζουμε τον δημόσιο χώρο (τουλάχιστον στις ανοιχτές κοινωνίες, όπου είναι μέρος του λόγου η διαφάνεια, η λογοδοσία και ο δημόσιος έλεγχος), είναι οι αρχιτεκτονικοί διαγωνισμοί.

Στην Ελλάδα η σχετική νομοθεσία δεν αποκλίνει, πλέον, σε σχέση με κράτη από τα οποία αντλούμε τα πρότυπα καλής πρακτικής: Οι αρχιτεκτονικοί διαγωνισμοί είναι προϋπόθεση και αφετηρία των δημόσιων επεμβάσεων επειδή δίνουν την πλησιέστερη αίσθηση του χώρου όπως αυτός θα είναι υλοποιημένος.

Οι προτάσεις κρίνονται από επιτροπή ειδικών, η οποία είτε υπογράφει το πρακτικό των αποτελεσμάτων ομόφωνα είτε αρνείται να απονείμει βραβεία, ενώ οι μελέτες που κατατίθενται δεν αφήνουν πολλά περιθώρια για αυτοσχεδιασμούς (ούτε οικονομικής φύσεως).

Υστερούμε, βεβαίως, σε εφαρμογή: σε πρόσφατη μελέτη του ΟΟΣΑ, η Ελλάδα είναι τελευταία σε ποσοστό τετραγωνικών μέτρων δημόσιου χώρου που έχουν προκύψει μέσα από αρχιτεκτονικούς διαγωνισμούς. Δική μου εκτίμηση είναι ότι αυτό οφείλεται στην ποιότητα του πολιτικού πολιτισμού μας, ο οποίος, αν και «ανοίγει», παραμένει σχετικά ανελεύθερος και προσωποπαγής, χωρίς ιδιαίτερες επιδόσεις στην προσέλκυση ταλέντου, καινοτομίας ή στην κατανομή περισσότερων ευκαιριών με ίσους όρους: η ποσότητα και κυρίως η ποιότητα του δημόσιου χώρου είναι η χειροπιαστή όψη της ποιότητας του δημόσιου λόγου και της δημόσιας συμπεριφοράς, επομένως μας αφορά όλους και όλες.

Με τον «Μεγάλο Περίπατο» δεν είδαμε κάτι καινούργιο και οι χονδροειδείς επεμβάσεις μπροστά στην Τριλογία ή στο Ζάππειο είναι απλώς το επιφαινόμενο. Η δικαιολογία ότι τα υλοποιημένα τμήματα είναι «προσωρινά» και στη συνέχεια θα «αλλάξουν» δεν στέκει ούτε νομικά, μια και δεν υπάρχει η απαιτούμενη έγκριση του Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής ώστε οι σχετικοί διαγωνισμοί να ανασταλούν για να τοποθετηθούν οι μπογιές και οι γλάστρες: δημόσιος σχεδιασμός δεν μπορεί να είναι η μελλοντική «διακόσμηση» μιας έτοιμης επιφάνειας. Το μόνο θετικό είναι η πιλοτική παρακολούθηση της συγκοινωνιακής μελέτης, από ειδικούς. Τα υπόλοιπα, εφόσον παρακάμπτεται ο νόμος, θα κρίνονται με όρους προσωπικού γούστου και, τελικά, με όρους αγέλης.


kathimerini.gr

Αφήστε απάντηση

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιό σας!
Εισαγάγετε το όνομά σας εδώ