«Μένουμε σπίτι» από το Βερολίνο


«Παρά την έντονη κριτική για το ότι η Γερμανία άργησε να πάρει μέτρα, παρατήρησα πως, όταν τελικά τα πήρε, αυτό εξέπληξε ορισμένους», τονίζει στην «Κ» ο Λουκάς Μπαρτατίλας.

Μέχρι σχεδόν την περασμένη Παρασκευή (13 Μαρτίου) επικρατούσε στα μίντια της Γερμανίας ένα κλίμα προβληματισμού γύρω από τον ιό και τη σοβαρότητα της επιδημίας. Κυριαρχούσε η ενημέρωση για τα συμπτώματα και τις προφυλάξεις, για την ακραία κατάσταση στην Ιταλία, αλλά και για την πρόθεση, αν χρειαστεί, να ληφθούν μέτρα αντιμετώπισής της. Εως εκείνη τη μέρα, οπότε και ανακοινώθηκε το πρώτο δραστικό μέτρο, δηλαδή το κλείσιμο των σχολείων για τις επόμενες πέντε εβδομάδες, δύσκολα διέκρινε κανείς αυτή την ανησυχία στην καθημερινότητα της πόλης και στη συμπεριφορά των κατοίκων. Ο ιός ακουγόταν ως κάτι αφηρημένο, ενώ η ανεξαρτησία κάθε κρατιδίου στις λήψεις αποφάσεων, ακόμα και σε περιπτώσεις εκτάκτου ανάγκης, δυσκόλευε την κεντρική κυβέρνηση στην άμεση αντιμετώπιση της εξάπλωσής του.

Παρακολουθώντας τα νέα στην Ελλάδα, είχα ήδη δει να εφαρμόζονται τα μέτρα περιορισμού των κοινωνικών επαφών και την καμπάνια «Μένουμε σπίτι» να ξεκινάει. Αυτή η διπλή ενημέρωση με προετοίμαζε για την πιθανότητα μακράς παραμονής στο σπίτι, με έκανε να ακυρώσω ένα προγραμματισμένο ταξίδι στην Ελλάδα και να περιμένω –ή, καλύτερα, να ελπίζω– πότε το Βερολίνο θα ακολουθούσε το παράδειγμα της Ελλάδας στην αντιμετώπιση αυτής της τεράστιας κρίσης δημόσιας υγείας.



Ερημη η Πύλη του Βραδεμβούργου λόγω της πανδημίας.

Επιπλέον δραστικά μέτρα λήφθηκαν τελικά μέσα στο περασμένο Σαββατοκύριακο και αυτή τη στιγμή ισχύουν στη Γερμανία πάνω-κάτω τα ίδια με τις υπόλοιπες χώρες. Ενα από τα παράδοξα είναι ότι τα εστιατόρια επιτρέπεται να παραμένουν ανοιχτά από το πρωί έως τις έξι το απόγευμα, γεγονός που προκάλεσε αρκετά ειρωνικά σχόλια στα κοινωνικά δίκτυα γύρω από το εάν ο κορωνοϊός μεταδίδεται μόνο το βράδυ κ.λπ.

Αίσθημα «ενοχής»

Παρά την έντονη κριτική για το ότι η Γερμανία άργησε να πάρει μέτρα, παρατήρησα πως, όταν τελικά τα πήρε, αυτό εξέπληξε ορισμένους· γεγονός ανησυχητικό μεν, αλλά εξηγείται εν μέρει. Διακρίνεται σε αρκετούς πολίτες το αίσθημα μιας σχετικής ανεμελιάς, καθώς η βραχυπρόθεσμη ανάγκη τους για έξω, ειδικά τώρα που φτιάχνει ο καιρός, βαραίνει περισσότερο από την ανάγκη προστασίας. Αυτό μάλλον έγινε αντιληπτό, οδηγώντας την καγκελάριο Μέρκελ σε ένα, έστω και ετεροχρονισμένα, δραματικό διάγγελμα, το οποίο τόνιζε τη σημασία της προσωπικής ευθύνης στη συλλογική αντιμετώπιση του φαινομένου. Είχε όμως γίνει εμφανές, προηγουμένως, ως ένα βαθμό, ένα αίσθημα «ενοχής» της πολιτείας για τα μέτρα που αναγκάστηκε να πάρει. Επειδή έχουν ως αντίκτυπο τον άμεσο, επιβεβλημένο και βαρύ κοινωνικό περιορισμό των πολιτών, δεν παρουσιάζονται ως κάτι αναγκαίο για την προάσπιση της δημόσιας υγείας και της αντοχής του συστήματος, αλλά ως κάτι πρωτόγνωρο. Καθώς μιλάμε για ένα κράτος που από το 1950 και μετά ευημερεί, φημίζεται για την ποιότητα ζωής, τις υψηλές απολαβές και την αποτελεσματικότητα των υπηρεσιών του, είναι σίγουρα έτσι.

Την ίδια στιγμή, η συζήτηση στα μίντια εστιάζει περισσότερο στην κατάσταση της οικονομίας και στις απώλειες που θα έχει λόγω της επιδημίας. Το γιατί υπάρχει στη Γερμανία αυτή η εμμονή με την οικονομία είναι κάτι που, φυσικά, δεν χρειάζεται εξηγήσεις. Την ίδια στιγμή, όμως, θεωρώ σημαντικό να αναφέρω ότι ενώ η χώρα είναι η τρίτη στην Ευρώπη, με τον μεγαλύτερο αριθμό κρουσμάτων μετά την Ιταλία και την Ισπανία, έχει πολύ μικρό ποσοστό θνησιμότητας: περίπου 25 στους 12.000 νοσούντες.



Μητέρα και γιος στο Βερολίνο. 

Δυναμώνουν οι φωνές

Από την άλλη πλευρά, ένα από τα θετικά της κατάστασης είναι ότι έχει δυναμώσει η φωνή όσων μιλούν για την ανάγκη προστασίας του κλίματος. Ως κάτι φαινομενικά αφηρημένο και με μακροπρόθεσμες επιπτώσεις, η πανδημία έχει κάνει ακόμα περισσότερους να αναθεωρήσουν τη στάση τους και για το ζήτημα του κλίματος, καθώς γίνεται πλέον κατανοητό πως ακόμα και για τις ευημερούσες χώρες της Δύσης, βασικά δεδομένα του τρόπου ζωής δεν είναι για πάντα αυτονόητα.

Σε προσωπικό επίπεδο, η καθημερινότητά μου δεν έχει αλλάξει δραματικά, καθώς η συγγραφή ενός διδακτορικού είναι από μόνη της μια μοναχική διαδικασία που συνήθως περιλαμβάνει εξ ορισμού το home office. Μένω λοιπόν στο σπίτι και αναρωτιέμαι, όπως όλοι, πόσο θα τραβήξει όλο αυτό, πώς θα εξελιχθεί η κατάσταση και τι κάνει η οικογένειά μου στην Ελλάδα. Επίσης, ενώ προφανώς έχω εμπιστοσύνη στο εδώ σύστημα υγείας, ενημερώνομαι και εφαρμόζω τα μέτρα που λαμβάνονται στην Ελλάδα. Οσο παράδοξο κι αν ακούγεται, βλέπω στη χώρα μας ο αυτοεγκλεισμός να αντιμετωπίζεται ως μια ώριμη και κοινωνικά υπεύθυνη στάση, κάτι που με χαροποιεί σε σύγκριση με την εδώ ανεμελιά την οποία περιέγραψα. Είναι από τις λίγες φορές που νιώθω ότι στην Ελλάδα εφαρμόζεται εξαρχής κάτι τόσο σημαντικό πολύ πιο συνειδητά από κάπου αλλού.

* Ο Λουκάς Μπαρτατίλας είναι αρχιτέκτων και υποψήφιος διδάκτωρ Ιστορίας της Αρχιτεκτονικής στο πανεπιστήμιο Bauhaus της Βαϊμάρης. Ζει στο Βερολίνο.


kathimerini.gr

Αφήστε απάντηση

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιό σας!
Εισαγάγετε το όνομά σας εδώ