Μέτρα στήριξης χωρίς δημοσιονομική εκτροπή- Η δύσκολη εξίσωση

Χρειάσθηκαν 12 χρόνια για να επιστρέψουμε στην κανονικότητα, από τη δημοσιονομική κατάρρευση και τη διεθνή οικονομική εποπτεία που επιβλήθηκε το 2010. Η Ελλάδα παρέμεινε υπό ασφυκτική επιτήρηση πολύ περισσότερο από όσο ήταν αναγκαίο, πολύ περισσότερο από όλες τις άλλες χώρες της Ευρωζώνης που αντιμετώπισαν ανάλογες κρίσεις.

Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΣΑΜΠΑΝΗ*

Βγήκαμε από το καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας πριν από ένα μήνα.  Δεν ήταν μια αυτονόητη έκβαση, ούτε επιτεύχθηκε εύκολα, όσο και αν δίνεται αυτή η εντύπωση από το  γεγονός ότι η κυβέρνηση απέφυγε τις προστριβές με τους ευρωπαϊκούς Θεσμούς και τις δραματικές αντιπαραθέσεις για δημιουργία πολιτικών εντυπώσεων.

Οι συμφωνημένες με τις Βρυξέλλες μεταρρυθμίσεις ήταν πολλές και δύσκολες, ενώ οι περισσότερες υλοποιήθηκαν μέσα στις πρωτοφανείς συνθήκες που δημιούργησε η πανδημία. Οι ευρωπαϊκοί Θεσμοί αναγνώρισαν αυτή την προσπάθεια, αποδεσμεύοντας τη χώρα από την ενισχυμένη εποπτεία,
Νέοι κίνδυνοι και προκλήσεις

Κίνδυνοι και προκλήσεις

Όμως, η έξοδος από την ενισχυμένη εποπτεία δεν συνεπάγεται αυτόματα ότι έχουν εκλείψει οι κίνδυνοι για την οικονομία και οι προκλήσεις για την οικονομική πολιτική. Από το βήμα της ΔΕΘ, ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης θα δώσει το στίγμα της πολιτικής που θα ακολουθήσει η κυβέρνηση αυτόν τον δύσκολο χειμώνα, μέσα στις πρωτοφανείς μεταπολεμικά συνθήκες που έχουν δημιουργήσει ο πόλεμος στην Ουκρανία και η ενεργειακή κρίση.

Οι εξαιρετικές επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας το τρέχον έτος δεν θα πρέπει να μας οδηγήσουν στον εφησυχασμό:

Ο ρυθμός ανάπτυξης ίσως να ξεπεράσει το 5%, κυρίως χάρη στην εντυπωσιακή ανάκαμψη του τουρισμού, που αναμένεται να σπάσει το ρεκόρ εσόδων του 2019. Τα πρόσθετα έσοδα από τον τουρισμό, αλλά και από την επίδραση που έχει στους έμμεσους φόρους ο υψηλός πληθωρισμός, επιτρέπουν στην κυβέρνηση να στηρίξει τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά με ποσό που εκτιμάται ότι θα ξεπεράσει τα 10 δισ. ευρώ και ως ποσοστό του ΑΕΠ θα είναι το μεγαλύτερο στην Ευρώπη.

Ωστόσο, το 2023 η οικονομία της Ευρώπης θα «φρενάρει» απότομα. Πολλοί διεθνείς οίκοι  προεξοφλούν ύφεση. Ανάλογη πορεία, έστω και αν αποφύγει την ύφεση, θα ακολουθήσει αναπόφευκτα και η ελληνική οικονομία, με τον ρυθμό ανάπτυξης να επιβραδύνεται απότομα. Παράλληλα, μια οικονομία με υψηλό χρέος, όπως η ελληνική, έστω και αν αυτό έχει ρυθμισθεί με πολύ ευνοϊκό τρόπο μέσω του δανεισμού από την Ευρώπη, θα αντιμετωπίσει σοβαρές προκλήσεις από τη μεγάλη αύξηση των ευρωπαϊκών επιτοκίων.

Προτεραιότητες και ισορροπίες

Σε αυτές τις δυσμενείς συνθήκες, η χώρα θα κληθεί να εκπληρώσει την υποχρέωσή για πρωτογενές πλεόνασμα από το 2023 και  στη συνέχεια – εκτός εάν οι ειδικές συνθήκες του επόμενου έτους επιτρέψουν κάποια ευνοϊκότερη ρύθμιση. Σε κάθε περίπτωση, η δημοσιονομική πολιτική πρέπει να δίνει στις αγορές την εγγύηση της σταθερότητας, ώστε να μην ξεφύγει το κόστος δανεισμού και να μην βρεθούμε μπροστά σε κάποια νέα κερδοσκοπική επίθεση.

Παράλληλα, πρέπει να κρατήσουμε την πορεία που οδηγεί στην ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας από τους οίκους αξιολόγησης, ώστε να απελευθερωθεί πλήρως η ροή διεθνών επενδυτικών κεφαλαίων στην οικονομία.

Σε αυτές τις προκλήσεις προστίθεται ο αστάθμητος παράγοντας των εκλογών του επόμενου έτους, που θέτει πολλά, αναπάντητα σήμερα, ερωτήματα για την πολιτική σταθερότητα. Το πολιτικό κλίμα που διαμορφώνεται είναι πολύ πιθανό να καταστήσει αδύνατο τον σχηματισμό σταθερής κυβέρνησης μετά τις εκλογές και να απαιτηθεί δεύτερη εκλογική διαδικασία μέσα σε μια πολύ δύσκολη χρονιά.

 Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες η κυβέρνηση οφείλει να κρατήσει μια πολύ δύσκολη ισορροπία. Από τη μια  πρέπει να απαντήσει στην ανάγκη της κοινωνίας για στήριξη σε μια πρωτοφανή συγκυρία υψηλού πληθωρισμού με αιχμή την ενεργειακή ακρίβεια, που δοκιμάζει πρωτίστως τους ασθενέστερους. Από την άλλη, δεν θα πρέπει να επιτρέψει η αναγκαία αυτή στήριξη της κοινωνίας να εκτρέψει την οικονομία σε μια νέα περιπέτεια.

Αναμφίβολα, η εποχή των οριζόντιων μέτρων στήριξης που γνωρίσαμε στη διάρκεια της πανδημίας και της ενεργειακής κρίσης, φθάνειι στο τέλος της. Πρέπει  τώρα να βρεθούν μέτρα που θα διασφαλίσουν την αποτελεσματική προστασία των ασθενέστερων και θα προστατεύσουν την κοινωνική συνοχή.

Η έξοδος από την ενισχυμένη εποπτεία δίνει στην κυβέρνηση αυξημένο βαθμό ελευθερίας στην οικονομική πολιτική, αλλά δεν αποτελεί «λευκή επιταγή» για την εφαρμογή πολιτικών που θα μπορούσαν να εκθέσουν την οικονομία σε νέους κινδύνους.

*Οικονομολόγος, πρώην στέλεχος τραπεζών


sofokleousin.gr