Μετρό Θεσσαλονίκης: Ο γρίφος του σταθμού Βενιζέλου

Την τύχη και την ατυχία είχε ο σταθμός Βενιζέλου του μετρό Θεσσαλονίκης να χωροθετηθεί στο σταυροδρόμι της αρχαίας και της σύγχρονης Θεσσαλονίκης. Κάτω από τα μαγαζιά και τις στοές της Εγνατίας βρέθηκε η ρωμαϊκή λεωφόρος decumanus maximus με ίχνη και υπολείμματα από εργαστήρια και καταστήματα, ένα εντυπωσιακό τετράπυλο, ίχνη κιονοστοιχίας, μαρμάρινες κατασκευές, κράσπεδα, τοιχοποιίες, κατασκευές από πλίνθους και κονιάματα. Τα ευρήματα σε όλο τους το βάθος συμπυκνώνουν έξι αιώνες ιστορίας της βυζαντινής Θεσσαλονίκης και βρίσκονται από το 2012 σε ένα μπρα ντε φερ μεταξύ πολιτισμού, επιστήμης και πολιτικής. Θεατής μια ολόκληρη πόλη που ταλαιπωρείται και παραμένει εδώ και χρόνια εγκλωβισμένη στις λαμαρίνες του μετρό.

Από την αρχή αυτής της περιπέτειας οι επικρατούσες απόψεις ήταν δύο: απόσπαση και επανατοποθέτηση των αρχαιοτήτων ή κατασκευή και in situ ανάδειξη. Τα πιο γνωστά παραδείγματα και για τις δύο περιπτώσεις είναι ο σταθμός Μοναστηράκι (in situ ανάδειξη) και οι σταθμοί Σύνταγμα και Αλιμος (απόσπαση και επανατοποθέτηση). Οι περισσότεροι αρχαιολόγοι, όμως, τονίζουν ότι κάθε περίπτωση είναι διαφορετική.

Στην αρχή επικράτησε η πρώτη  άποψη, προκαλώντας πολλές αντιδράσεις στην κοινότητα των αρχαιολόγων και στην κοινωνία της Θεσσαλονίκης, η οποία γρήγορα διχάστηκε. Το θέμα δεν άργησε να μπει στο πεδίο της πολιτικής αντιπαράθεσης και με την αλλαγή της κυβέρνησης το 2015 η απόφαση τροποποιήθηκε και προτάθηκε η λύση τής in situ ανάδειξης των αρχαιοτήτων με την παράλληλη κατασκευή του σταθμού. Πριν από λίγες ημέρες, από το βήμα της ΔΕΘ, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης ανακοίνωσε ξανά αλλαγή πλεύσης λέγοντας ότι θα εφαρμοστεί η λύση της απόσπασης και επανατοποθέτησης. Οι αντιδράσεις δεν άργησαν να ξεσπάσουν και πάλι.



Η λύση που προκρίθηκε εκ νέου για τις αρχαιότητες στον σταθμό Βενιζέλου της Θεσσαλονίκης προκαλεί «κραδασμούς» και διχάζει για ακόμα μια φορά το επιστημονικό κοινό, τους αρχαιολόγους, την ίδια την πόλη.

Τι σημαίνει, όμως, η αλλαγή πορείας; Εφόσον δοθεί έγκριση από το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο, το οποίο θα κληθεί να γνωμοδοτήσει εκ νέου σε μια από τις επόμενες συνεδριάσεις του, ο κατασκευαστής θα πρέπει να αναθεωρήσει τις μελέτες του για τον σταθμό, να εκπονήσει μελέτη απόσπασης και επανατοποθέτησης και, αφού αυτή εγκριθεί (από το ΚΑΣ), να ξεκινήσει την αποκάλυψη και απόσπαση των αρχαιοτήτων και την αρχαιολογική ανασκαφή σε βάθος ακόμα 3 μέτρων, ώστε να ελευθερωθεί το πεδίο για την κάθετη διάνοιξη και κατασκευή του υπόλοιπου σταθμού.

Ωστόσο, σήμερα στον σταθμό Βενιζέλου οι αρχαιότητες έχουν καταχωθεί και κατασκευάζεται η πλάκα οροφής. Οσον αφορά την κατασκευή του υπόλοιπου σταθμού, ο ανάδοχος έχει καταθέσει και πάρει έγκριση για τις πρώτες μελέτες και ανέμενε τις υπόλοιπες εγκρίσεις προκειμένου να προχωρήσει στην εκπόνηση της μελέτης εφαρμογής (το τεχνικό κομμάτι). Αν όλα συνεχίζονταν σε αυτή την κατεύθυνση, ο εργολάβος θα έπρεπε να ξεκινήσει υπόγεια εκσκαφή για την κατασκευή του σταθμού και αρχαιολογικές ανασκαφές στη θέση της νότιας εισόδου του (Αγορά Μπεζεστένι). Πηγές της «Κ» που γνωρίζουν πολύ καλά το θέμα επισημαίνουν ότι θα έπρεπε να γίνει συγκριτική μελέτη των δύο λύσεων, ώστε να έχουμε καθαρή εικόνα χρονοδιαγράμματος και κόστους, και σημειώνουν ότι αν η απόσπαση γινόταν το 2013, η κατάσταση θα ήταν ευκολότερη, αλλά σήμερα τα δεδομένα είναι διαφορετικά.

Από την άλλη πλευρά, οι αστοχίες που χρεώνονται στην προηγούμενη διοίκηση της «Αττικό Μετρό», όπως η μη υπογραφή σύμβασης για το πρόσθετο έργο και η καθυστέρηση εργασιών στο Μπεζεστένι διευκόλυναν την εκ νέου αλλαγή πλεύσης. Η «Κ» συνομίλησε με γνώστες του έργου, αρχαιολόγους και επιστήμονες, σε μια προσπάθεια να λύσει τον γρίφο του σταθμού Βενιζέλου.

«Η Αγία Σοφία είναι ένα κακό παράδειγμα»

«Πάμε να βγάλουμε τα μάτια μας με τα ίδια μας τα χέρια», μας λέει η Δέσποινα Μακροπούλου, τέως διευθύντρια της Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων Θεσσαλονίκης και μέλος της νεοσύστατης Κίνησης Πολιτών Θεσσαλονίκης για την Προστασία της Πολιτιστικής Κληρονομιάς που διεκδικεί τη συνέχιση των εργασιών στο μετρό με την παραμονή των αρχαιοτήτων στον σταθμό.

Η κ. Μακροπούλου είχε την τύχη να είναι στη διεύθυνση της εφορείας όταν ήρθε στο φως το σταυροδρόμι και η αρχαία Εγνατία Οδός στον σταθμό Βενιζέλου. Μετά την ανασκαφή του σταθμού στην περιοχή της Αγίας Σοφίας και την αποκάλυψη μέρους της αρχαίας οδού, δεν ήταν δύσκολο για τους αρχαιολόγους, μας λέει, να καταλάβουν ότι η αρχαία οδός θα εμφανιστεί σε όλο της το πλάτος στη Βενιζέλου. Γιατί όμως αντιμετωπίστηκαν τα δύο σημεία με διαφορετικό τρόπο; «Στην Αγία Σοφία ήταν πιο εύκολη η μετακίνηση των αρχαιοτήτων, είχαμε την υπόσχεση ότι θα διατεθεί μια μεγάλη αίθουσα για την επανέκθεσή τους στον ίδιο σταθμό και έτσι οι αρχαιολόγοι έκαναν μια υπαναχώρηση. Η υπηρεσία πίστεψε τις υποσχέσεις, η πρόταση έγινε δεκτή από το ΚΑΣ και τον τότε υπουργό, το κομμάτι της αρχαίας οδού αποσπάστηκε αλλά η αίθουσα δεν διατέθηκε ποτέ για την επανέκθεσή του. Η Αγία Σοφία είναι ένα κακό παράδειγμα», μας λέει.

Ο αρχαιολογικός νόμος, προσθέτει, επιτρέπει την απόσπαση και επανατοποθέτηση αρχαιοτήτων εφόσον καμία άλλη λύση δεν είναι εφικτή. Σε σχέση με τον σταθμό Αγία Σοφία, η διαφορά της Βενιζέλου αφορά και στον μνημειακό της χαρακτήρα. «Ο σταθμός κρύβει τη διαστρωμάτωση έξι αιώνων, από το 300 έως περίπου το 1200. Αν υποθέσουμε ότι αυτό το τοπίο εκτάσεως 1,5 στρέμματος αφαιρείται τότε από κάτω απομένουν 3,5 μέτρα γης μέχρι τον Κάσσανδρο, τα οποία χρειάζονται μια ανασκαφή που θα διαρκέσει από 1,5 έως 3 χρόνια. Τα αρχαία αυτά, η μορφή και η σημασία τους είναι άγνωστα», τονίζει.

Υπέρ της απόσπασης και επανατοποθέτησης

«Η θέση μου δεν έχει αλλάξει όλα αυτά τα χρόνια», λέει στην «Κ» ο καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας του ΑΠΘ, ακαδημαϊκός και μέλος του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου Μιχάλης Τιβέριος.

Ο κ. Τιβέριος διετέλεσε στο παρελθόν σύμβουλος της «Αττικό Μετρό» και εξαρχής υποστήριζε ότι η βέλτιστη λύση για το θέμα της διαχείρισης των αρχαιοτήτων του σταθμού Βενιζέλου είναι αυτή της απόσπασης και επανατοποθέτησης των ευρημάτων σε ποσοστό 80%.

«Δεν υπάρχει άλλη λύση. Η πρόταση που υποβλήθηκε για την κατασκευή του σταθμού με διατήρηση των αρχαιοτήτων δεν είχε ούτε χρονοδιάγραμμα του πότε θα τελειώσει ο σταθμός Βενιζέλου ούτε πόσο θα κοστίσει», σημειώνει ο καθηγητής.

Ο ακαδημαϊκός μάς θυμίζει τις αρχικές γνωμοδοτήσεις του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου, που ήταν υπέρ της λύσης της απόσπασης και επανατοποθέτησης, και εκτιμά ότι προωθήθηκε και τελικά «πέρασε» η πρόταση της διατήρησης με ένα πολύπλοκο και σύνθετο κατασκευαστικό σχήμα.

«Στον σταθμό της Αγίας Σοφίας που βρέθηκαν πιο σημαντικές αρχαιότητες και αποσπάστηκαν κανείς δεν φώναξε, όπως στον σταθμό της Βενιζέλου», μας λέει και επισημαίνει ότι με τον υφιστάμενο σχεδιασμό η είσοδος και η έξοδος των διερχομένων στον σταθμό θα γίνεται μόνο από μία πλευρά με ένα σκάμμα περί των 1.000 τ.μ. προς την αγορά Μπεζεστένι. «Η λύση αυτή, με τη διάνοιξη ενός μεγάλου σκάμματος, θα καταστρέψει τα αρχαία, τα οποία δεν θα μπορούν να διατηρηθούν στη θέση τους γιατί εκεί θα πρέπει να γίνουν οι σκάλες εισόδου και εξόδου του κοινού. Κάποια που θα αποσπαστούν θα μπορούσαν να επιστρέψουν. Στη δική μας λύση δεν χρειάζεται τέτοια ανασκαφή», σημειώνει.

Στα τέσσερα αυτά χρόνια, προσθέτει, δεν έχει γίνει διερεύνηση της περιοχής αυτής. «Μήπως φοβούνται ότι θα βρουν σημαντικές αρχαιότητες;».

Τρεις κρίσιμες ερωτήσεις

1. Με ποια λύση θα τελειώσει ταχύτερα το μετρό;

– Με την παλαιά λύση υπολογιζόταν η λειτουργία της βασικής γραμμής το 2021 χωρίς τη Βενιζέλου, και λίγους μήνες μετά η διακοπή λειτουργίας σε τμήμα της για να προστεθεί ο σταθμός έως το 2024. Με τη νέα λύση, εκτιμάται ότι η γραμμή θα δοθεί στο σύνολό της το 2023. Στην πρώτη περίπτωση, χρονική επισφάλεια δημιουργεί η υπόγεια κατασκευή του σταθμού, στη δεύτερη η ανασκαφή ακόμα 3 μέτρων κάτω από τα αρχαία.

2. Ποια λύση είναι φθηνότερη;

– Η «Αττικό Μετρό» έχει ήδη διαθέσει περί τα 5 εκατ. ευρώ για μελέτες και εργασίες για την κατασκευή του σταθμού με διατήρηση των αρχαιοτήτων. Θα έπρεπε όμως να υπογράψει συμπληρωματική σύμβαση. Με τη νέα λύση, οι εργασίες που θα «χρεωθούν», καθώς είναι εκτός του αντικειμένου της σύμβασης, είναι η τροποποίηση της στατικής μελέτης, η εκπόνηση μελέτης απόσπασης και επανατοποθέτησης και το ίδιο το έργο, και οι αρχαιολογικές εργασίες. Και στις δύο περιπτώσεις ο ανάδοχος αναμένεται να ζητήσει αποζημιώσεις για τις καθυστερήσεις.

3. Είναι εύκολη η απόσπαση και επανατοποθέτηση;

– Εχουν γίνει επιτυχημένες αποσπάσεις, οι αρχαιολόγοι όμως εκτιμούν ότι στη Βενιζέλου, όπου τα ευρήματα συγκροτούν ενιαίο σύνολο, η διαδικασία είναι επισφαλής. Οι αποσπάσεις γίνονται με τομές στα σημεία σύνδεσης των μνημείων, κάτι που θα μπορούσε να γίνει στο τμήμα που αφορά τις πλάκες της αρχαίας οδού, αλλά όπως λέει η Mελίνα Παϊσίδου, αρχαιολόγος, καθηγήτρια στο ΑΠΘ, δεν μπορεί να γίνει στα ευρήματα που την περιβάλλουν, γιατί είναι από ευαίσθητα υλικά. Ο Δημήτρης Κορρές, αρχιτέκτων μηχανικός που ειδικεύεται στις μεταφορές αρχαιοτήτων, υποστηρίζει ότι η απόσπαση μπορεί να γίνει με ασφάλεια μέσα σε τρεις μήνες. Η εταιρεία SLM, με την οποία συνεργάζεται, έχει αποσπάσει και μεταφέρει περίπου 1.400 τόνους αρχαιοτήτων από το μετρό της Θεσσαλονίκης, ενώ 750 τόνοι είναι οι αρχαιότητες του σταθμού Βενιζέλου.

kathimerini.gr