Οταν πίσω από τη σκανδαλιά κρύβεται η κατάθλιψη


Μια συχνή, εσφαλμένη αντιμετώπιση είναι το «δεν θα έπρεπε να νιώθεις έτσι», «γιατί είσαι στενοχωρημένος; Αφού δεν σου λείπει τίποτα». Σε αυτή την περίπτωση, το παιδί ίσως αρχίσει να κρύβει τα δυσάρεστα συναισθήματά του, με αποτέλεσμα να μείνει συναισθηματικά μόνο του. (SHUTTERSTOCK)

Δέκα ετών παιδάκι, ο Τάσος* είχε αρχίσει να παραπονιέται στους γονείς του για «βάρος στο στήθος». Δεν είχε όρεξη, είχε αρχίσει να μη θέλει να μένει μόνος του στο δωμάτιο, να μη θέλει να επισκέπτεται τους φίλους του ούτε να έρχονται εκείνοι. Είχε αναπτύξει και μια έντονη φοβία: ότι οι κοντινοί του άνθρωποι θα πάθουν κάτι κακό. Οι γονείς του θορυβήθηκαν. Αυτή η συμπεριφορά ήταν εντελώς ξένη για το παιδί τους, που ποτέ δεν είχε δημιουργήσει προβλήματα. «Καλά που έχουμε εσένα που είσαι το καλό μας το παιδί» συνήθιζαν να του λένε. Οταν απευθύνθηκαν σε ειδικό άκουσαν πρώτη φορά μία λέξη που τους σόκαρε: κατάθλιψη.

«Ναι, υπάρχει κατάθλιψη στα παιδιά» λέει στην «Κ» κ. Κατερίνα Αγγελή, ψυχολόγος και διδάκτωρ Κλινικής Ψυχολογίας του ΕΚΠΑ. «Σύμφωνα με έρευνες, το 9% των παιδιών έως 14 ετών έχει εμφανίσει τουλάχιστον ένα επεισόδιο κατάθλιψης, ενώ η μέση ηλικία έναρξης φαίνεται να έχει μειωθεί, με επεισόδια κατάθλιψης να εμφανίζονται ήδη από την προσχολική ηλικία». Η κατάθλιψη διαφέρει από τη θλίψη, τονίζει η ίδια. «Η θλίψη είναι φυσιολογικό συναίσθημα. Ολοι μας είμαστε φτιαγμένοι για να αισθανόμαστε όλα τα συναισθήματα, συνεπώς και για να λυπόμαστε. Η κατάθλιψη είναι μια κλινική κατάσταση, η οποία χαρακτηρίζεται από συμπτώματα που διαρκούν τουλάχιστον δύο εβδομάδες».

Στην παιδική ηλικία η κατάθλιψη εκδηλώνεται λίγο διαφορετικά από ό,τι στους ενηλίκους. Εκτός από έκφραση δυσάρεστων συναισθημάτων (λύπη, ενοχές, απελπισία), στα συμπτώματα συγκαταλέγονται η έλλειψη συγκέντρωσης, η μείωση των σχολικών επιδόσεων, η ευερέθιστη συμπεριφορά, αλλά και η εμφάνιση σωματικών συμπτωμάτων (κόπωση, πονοκέφαλος, πόνοι στην κοιλιά). Χαρακτηριστικό είναι το μειωμένο ενδιαφέρον για δραστηριότητες που τους είναι συνήθως ευχάριστες. «Στα μικρότερα παιδιά, μπορεί να είναι πιο δύσκολο να γίνει αντιληπτή η κατάθλιψη» εξηγεί η κ. Αγγελή. «Μπορεί απλώς να είναι πιο οξύθυμα, να έχουν δυσκολία στον ύπνο, να χάνουν βάρος ή να αρχίσουν να τρώνε πολύ περισσότερο, να χάνονται σε μία οθόνη». Αυτό συμβαίνει γιατί τα παιδιά συχνά δεν μπορούν να αναγνωρίσουν τα συναισθήματά τους και να τα εκφράσουν με λέξεις, οπότε η ένταση που αισθάνονται εκδηλώνεται με αλλαγές στη συμπεριφορά. Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι η καθυστέρηση στη διάγνωση του προβλήματος.

Συχνά, οι αλλαγές στη συμπεριφορά του παιδιού ερμηνεύονται από τους «μεγάλους» ως κακή διαγωγή, κακομαθημένη στάση, φυγοπονία. Το παιδί καταλήγει να αισθάνεται ακόμα χειρότερα. «Μία επίσης συχνή εσφαλμένη αντιμετώπιση είναι το “Δεν θα έπρεπε να νιώθεις έτσι”, “Γιατί είσαι στενοχωρημένος; Αφού δεν σου λείπει τίποτα”, “Γιατί φοβάσαι; Δεν θα έπρεπε να φοβάσαι”, “Μην αγχώνεσαι!”. Κανένας όμως δεν σταματάει να νιώθει κάτι επειδή απλώς του είπαν ότι δεν πρέπει να το νιώθει… Το παιδί λοιπόν καταλαβαίνει ότι δεν θα “έπρεπε” να αισθάνεται έτσι και κατά συνέπεια μπορεί να αισθανθεί ελαττωματικό». Σε αυτή την περίπτωση, ίσως αρχίσει να κρύβει τα δυσάρεστα συναισθήματά του, με αποτέλεσμα να μείνει συναισθηματικά μόνο του.

Αν οι γονείς είναι συναισθηματικά κοντά με το παιδί και παρατηρητικοί, μπορούν να εντοπίσουν έγκαιρα το πρόβλημα και να αναζητήσουν βοήθεια. Ενας ειδικός δουλεύοντας με τους γονείς, μπορεί να τους βοηθήσει να καταλάβουν ποιος είναι ο κατάλληλος τρόπος να υποστηρίξουν το παιδί και να καλύψουν τις συναισθηματικές και αναπτυξιακές του ανάγκες και, δουλεύοντας με το παιδί, να το βοηθήσει να αναγνωρίζει τα συναισθήματά του. Αν αυτό γίνει στα αρχικά στάδια της εκδήλωσης καταθλιπτικής συμπτωματολογίας, είναι εξαιρετικά σημαντικό στο επίπεδο της πρόληψης, αναφέρει η κ. Αγγελή. «Οσο πιο μικρό είναι το παιδί τόσο πιο μεγάλο ρόλο παίζει το περιβάλλον στη θεραπευτική διαδικασία. Αν οι γονείς είναι πρόθυμοι να συνεργαστούν, το παιδί μπορεί να πάει πολύ καλά. Να αποκτήσουν γνώσεις που θα το βοηθήσουν να προχωρήσει και θα το προστατεύσουν από το να υποτροπιάσει. Δυστυχώς σε μερικές περιπτώσεις υπάρχει άρνηση από τους γονείς να συνεργαστούν και να δεχθούν βοήθεια».

Σύμφωνα με τους ειδικούς, η αιτία της κατάθλιψης στα παιδιά κρύβεται στην αλληλεπίδραση πολλών παραγόντων. «Ενας παράγοντας είναι η ιδιοσυγκρασία του παιδιού. Υπάρχουν παιδιά πιο ευαίσθητα στις συναισθηματικές επιρροές. Αν ένα παιδί με έμφυτα αυξημένη συναισθηματική ευαισθησία βρεθεί σε περιβάλλον με αρνητικές συνθήκες είναι πολύ πιθανό να εμφανίσει καταθλιπτική ή άλλη κλινική συμπτωματολογία. Ωστόσο, το αντίξοο περιβάλλον μπορεί να οδηγήσει στην ίδια πορεία και παιδιά χωρίς την ίδια ιδιοσυγκρασιακή ευαισθησία. Το καλό οικογενειακό περιβάλλον, που χαρακτηρίζεται από ζεστασιά, αποδοχή, σεβασμό, χαρά, υποστήριξη, ρεαλιστικά όρια και ρεαλιστικές προσδοκίες αποτελεί προστατευτικό παράγοντα στην ψυχολογική ανάπτυξη του παιδιού. Ακόμα και αν υπάρχει συναισθηματική ευαισθησία, το “καλό” περιβάλλον εφοδιάζει το παιδί με αποθέματα αντιμετώπισης δύσκολων συναισθημάτων και καταστάσεων. Αλλοι παράγοντες που μπορεί να παίξουν ρόλο είναι οι συνθήκες ζωής, γεγονότα που μπορεί να επηρεάσουν το πώς αισθάνεται ένα παιδί με τον εαυτό του, τους άλλους και τον κόσμο, όπως ένα διαζύγιο, η αλλαγή σχολείου, η απώλεια αγαπημένου προσώπου».

Επίκαιρο παράδειγμα θα μπορούσε να είναι το πώς επηρεάστηκαν κάποια παιδιά από τη συνθήκη που επικράτησε με την παγκόσμια πανδημία του κορωνοϊού και τις αλλαγές στην καθημερινότητά τους. Φυσικά, στις αιτίες συγκαταλέγεται και η γενετική προδιάθεση, η ύπαρξη οικογενειακού ιστορικού κατάθλιψης.

Ξεσπάσματα θυμού

Ο 10χρονος Τάσος ήταν πάντα ένα πολύ συναισθηματικό παιδί. Για ένα διάστημα αποχωρίστηκε τη μητέρα του, λόγω του χωρισμού των γονέων. Στο παιδί δεν είχε εξηγηθεί επαρκώς τι είχε συμβεί, αισθανόταν ότι δεν ελέγχει τις καταστάσεις. Η οικογένεια τελικώς επανενώθηκε, όμως τότε το παιδί άρχισε να μην έχει όρεξη, να ξυπνάει με πλάκωμα «εδώ μπροστά». Οι γονείς του, με γνήσιο ενδιαφέρον για τον γιο τους, δεν είχαν σκεφτεί πόσο μπορούσε να τον έχει επηρεάσει η μεταξύ τους ένταση. Στη διάρκεια της θεραπείας, ο Τάσος άρχισε να έχει ξεσπάσματα θυμού απέναντι στους γονείς, ένδειξη ότι είχε αρχίσει να αναγνωρίζει τι αισθάνεται και να νιώθει ασφαλής να το εκφράσει. Διεκδικούσε «χώρο». Παράλληλα οι γονείς έμαθαν πώς μπορούν να ακούν τα συναισθήματά του χωρίς να τον κάνουν να αισθάνεται ενοχές γι’ αυτά. 

* Τα στοιχεία της περίπτωσης έχουν αλλάξει για τη διαφύλαξη της ανωνυμίας.


kathimerini.gr

Αφήστε απάντηση

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιό σας!
Εισαγάγετε το όνομά σας εδώ