Τράπεζες: Θωρακισμένες και σε περίπτωση ύφεσης -Το τεστ της JP Morgan

Ακόμη και για το σενάριο ύφεσης στην Ευρώπη, το 2023, είναι πλέον προετοιμασμένες οι ελληνικές τράπεζες και εκτιμάται ότι θα καταφέρουν να διατηρήσουν την κερδοφορία τους, χάρη στην εξυγίανση των χαρτοφυλακίων και τα αυξημένα έσοδα που θα έχουν με την αύξηση των ευρωπαϊκών επιτοκίων.

Αυτό είναι το συμπέρασμα του άτυπου “stress test”, στο οποίο υπέβαλαν οι αναλυτές της JP Morgan τις ελληνικές τράπεζες, στο πλαίσιο της τελευταίας τους ανάλυσης για τον κλάδο και καθώς ενισχύονται οι ενδείξεις ότι η ενεργειακή κρίση και ο υψηλός πληθωρισμός θα οδηγήσουν την οικονομία της ευρωζώνης σε ύφεση το 2023, την ώρα μάλιστα που η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα αυξάνει τα επιτόκια, προκειμένου να αντιμετωπίσει τις πληθωριστικές πιέσεις.

«Οι αποτιμήσεις των ελληνικών τραπεζών φαίνονται ελκυστικές ακόμη και σε ένα δυσμενές οικονομικό σενάριο», τονίζουν οι αναλυτές του αμερικανικού οίκου, σημειώνονται ότι, ακόμη και σε ύφεση, οι τράπεζες θα παραμείνουν κερδοφόρες, με δείκτη απόδοσης κεφαλαίου 7%. Όπως εξηγούν, τα δεδομένα έχουν αλλάξει υπέρ των τραπεζών, καθώς:

  • Οι τιτλοποιήσεις Μη Εξυπηρετούμενων Ανοιγμάτων (ΜΕΑ) έχουν ολοκληρωθεί σε μεγάλο βαθμό,
  • η συμπεριφορά πληρωμών έχει βελτιωθεί και λαμβάνοντας υπόψη ότι ο νέος δανεισμός τα τελευταία χρόνια έχει περιοριστεί σε λίγους επιλεγμένους εταιρικούς πελάτες με πολύ αυστηρά κριτήρια χορήγησης, η πιθανή επιδείνωση της ποιότητας των στοιχείων ενεργητικού θα πρέπει αναμφισβήτητα να περιοριστεί από εδώ και πέρα.

Ωστόσο, προσθέτουν, οι συνεχιζόμενες αβεβαιότητες και η οδυνηρή εμπειρία των τελευταίων περισσότερων από δέκα ετών απαιτούν προσοχή. Διενεργήσαμε μια μακροπρόθεσμη ανάλυση ύφεσης σύμφωνα με την άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων της Ευρωπαϊκής Τραπεζικής Αρχής, η οποία αντικατοπτρίζει τη μεθοδολογία που εφαρμόζουμε στις ευρωπαϊκές τράπεζες.

Τα ευρήματά μας, τονίζει η JP Morgan, επιβεβαιώνουν το σχετικά εποικοδομητικό αφήγημα: ενώ το κόστος ρίσκου (σ.σ.: προβλέψεις για μη εξυπηρετούμενα δάνεια επί του συνόλου του χαρτοφυλακίου) θα αυξηθεί στις 127 μονάδες βάσης σε μια περίοδο τριών ετών, συγκριτικά με 60-70 μονάδες σε «κανονικές» συνθήκες, οι ελληνικές τράπεζες θα εξακολουθήσουν να παράγουν απόδοση κεφαλαίου της τάξης του 7%, δεδομένης της ισχυρής στήριξης από τα επιτόκια (σ.σ.: τα αυξημένα επιτόκια από την ΕΚΤ θα ενισχύσουν την κερδοφορία τους).

Οι δείκτες CET1 θα φαίνονται υγιείς, ακόμη και σε ύφεση, όπως εκτιμά ο οίκος και θα προσφέρουν ένα περιθώριο ασφαλείας 3,8% σε σχέση με τις ελάχιστες απαιτήσεις. Οι αποτιμήσεις σε αυτό το ακραίο σενάριο, με 5,8x PE (σ.σ.: σχέση τιμής προς κέρδη), θα φαίνονταν ελκυστικές τόσο σε σχέση με τις Ανεπτυγμένες όσο και με τις Αναδυόμενες Αγορές της Ευρώπης, όπου κατά μέσο όρο το P/E θα διαμορφωθεί σε 12,0x και 11,0x, αντίστοιχα.

Ο οίκος υπογραμμίζει, πάντως, ότι οι ελληνικές τράπεζες αποτελούν σε μεγάλο βαθμό μακροοικονομικό στοίχημα στη μεσοπρόθεσμη ανάκαμψη της Ελλάδας, επομένως οποιαδήποτε επιδείνωση των μακροοικονομικών προοπτικών αντιπροσωπεύει σημαντικό καθοδικό κίνδυνο. Αυτό μπορεί να προέλθει από υψηλότερο από τον αναμενόμενο αντίκτυπο από τις τρέχουσες γεωπολιτικές επιπτώσεις καθώς και από τις πληθωριστικές πιέσεις, αλλά και από τη βραδύτερη εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων, την αναποτελεσματική κατανομή κεφαλαίου ή τη βραδύτερη πρόοδο στα επενδυτικά έργα που σχετίζονται με την Ελλάδα 2.0/RRF, την αλλαγή/αστάθεια στην κυβέρνηση μετά τις επερχόμενες γενικές εκλογές το 2023, μεταξύ άλλων.

Για τις τράπεζες, ο υψηλότερος από τον αναμενόμενο σχηματισμός νέων ΜΕΑ και η καθυστέρηση στην εξομάλυνση του κόστους ρίσκου είναι ο κύριος κίνδυνος, κατά την άποψή μας, τονίζει η JP Morgan. Η χαμηλότερη αύξηση των δανείων, είτε λόγω της χαμηλότερης ζήτησης είτε λόγω της ικανότητας των τραπεζών να χορηγούν δάνεια, καθώς και το υψηλότερο κόστος χρηματοδότησης, ιδίως από την πλευρά της χονδρικής, μπορούν να πλήξουν την ανάκαμψη της απόδοσης ιδίων κεφαλαίων.


sofokleousin.gr