Καθώς ο πλανήτης υπερθερμαίνεται, το λιώσιμο των πάγων στην Ανταρκτική είναι αυτό που απασχολεί τους επιστήμονες, μεταξύ άλλων, ως μία από τις συνέπειες από την κλιματική αλλαγή. Διότι μπορεί να προκαλέσει τέτοια άνοδο της στάθμης των υδάτων της θάλασσας, που θα μπορούσε να καταστρέψει πολλές παράκτιες περιοχές.

Ο Δρ Μπεν Γκάλτον-Φέντζι, που μελετά την Ανταρκτική, μίλησε στον Guardian για τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στους αιώνιους πάγους. Αυτό που απασχολεί κυρίως τους επιστήμονες δεν είναι τι συμβαίνει στην επιφάνεια, αλλά σχεδόν δύο χιλιόμετρα κάτω από αυτήν. Εκεί που ο ωκεανός συναντά τον πάγο.

Η κατανόηση του τι συμβαίνει κάτω από τις παγοκρηπίδες είναι επείγουσα. Γιατί η μοίρα των παράκτιων περιοχών του πλανήτη θα εξαρτηθεί από το πόσο γρήγορα λιώνουν.

Αβεβαιότητα στις προβλέψεις

Η Ανταρκτική έχει περισσότερες από 70 παγοκρηπίδες που εκτείνουν το τεράστιο στρώμα πάγου της ηπείρου πάνω από τον ωκεανό. Καλύπτουν περίπου 1,5 εκατομμύριο τετραγωνικά χιλιόμετρα και επιπλέουν στο νερό.

Από μόνες τους δεν ανεβάζουν τη στάθμη της θάλασσας αν λιώσουν. Ωστόσο, αν η υπερθέρμανση των ωκεάνιων υδάτων αρχίσει να τις λιώνει από κάτω, ελλοχεύουν κίνδυνοι. Θα μπορούσαν να γίνουν ασταθείς. Έτσι, θα επιτρέψουν στο στρώμα πάγου να γλιστρήσει πιο γρήγορα στον ωκεανό, ανεβάζοντας την στάθμη της θάλασσας παγκοσμίως κατά αρκετά μέτρα.

Σύμφωνα με τους ειδικούς, οι πιο ευάλωτες περιοχές στην Ανταρκτική από μόνες τους έχουν αρκετό πάγο για να ανεβάσουν τη στάθμη της θάλασσας κατά περίπου 15 μέτρα, αν λιώσουν όλες.

Ο Δρ Μπεν Γκάλτον-Φέντζι, κύριος ερευνητής στο Αυστραλιανό Τμήμα Ανταρκτικής, ηγήθηκε νέας έρευνας που συγκέντρωσε εργασίες μοντελοποίησης γι’ αυτόν τον «βασικό ρυθμό τήξης» από εννέα ομάδες σε όλο τον κόσμο.

«Πρέπει να το γνωρίζουμε αυτό», λέει στον Guardian, «επειδή η απώλεια μάζας που προκαλείται από τον ωκεανό είναι μια από τις μεγαλύτερες αβεβαιότητες στις προβλέψεις για το στρώμα πάγου της Ανταρκτικής. Ως εκ τούτου, για την παγκόσμια άνοδο της στάθμης της θάλασσας».

Συνδυάζοντας τα εννέα διαφορετικά μοντέλα, ο Δρ Μπεν Γκάλτον-Φέντζι και οι συνεργάτες του εκτιμούν ότι τις τελευταίες δεκαετίες οι παγοκρηπίδες της ηπείρου έχασαν περίπου 843 δισ. τόνους μάζας κάθε χρόνο από το λιώσιμο από κάτω. Η ποσότητα αντιστοιχεί στην ποσότητα του νερού ρέει από τον ποταμό Νείλο στον ωκεανό κάθε χρόνο.

Τι έδειξε η έρευνα

Η ανάλυση ολοκληρώθηκε σε διάστημα δέκα χρόνων και οι επιστήμονες ελπίζουν ότι θα βοηθήσει στη βελτίωση της μελλοντικής μοντελοποίησης.

Οι παγοκρηπίδες στην Ανταρκτική χάνουν μάζα όταν οι άκρες τους σχηματίζουν σχισμές στον ωκεανό. Παράλληλα όμως αποκτούν μάζα από τη χιονόπτωση. Στοιχεία δείχνουν ότι η υπερθέρμανση του πλανήτη έχει προκαλέσει υψηλότερες χιονοπτώσεις στην ήπειρο.

Ολοκληρωμένη ανάλυση ολόκληρου του παγοκαλύμματος της Ανταρκτικής διαπίστωσε ότι, συνολικά, η ήπειρος έχασε 93 δισεκατομμύρια τόνους πάγου μεταξύ 1992 και 2020.

Ο Δρ Μπεν Γκάλτον-Φέντζι εξηγεί ότι η  γνώση του ρόλου του ωκεανού στην πρόκληση της απώλειας μάζας και του πώς αυτή ανατροφοδοτεί τη ροή του πάγου στον ωκεανό είναι ένα βασικό πρόβλημα στο οποίο εργάζονται πολλά έθνη.

«Γνωρίζουμε με πολύ μεγάλη βεβαιότητα ποιο θα είναι το σημάδι της αλλαγής. Τα παγοκαλύμματα θα συνεχίσουν να χάνουν μάζα. Η αβεβαιότητα είναι το πόσο γρήγορα και πόσο».

Το πιο κρύο νερό στη Γη

Στην επιφάνεια του ωκεανού, το θαλασσινό νερό παγώνει στους -1,9°C περίπου. Ωστόσο, κάτω από μια παγοκρηπίδα, δηλαδή σε βάθος ενός χιλιομέτρου ή περισσότερο, το νερό του ωκεανού παγώνει μετά τους -2,2°C περίπου.

Ο Δρ Στιβ Ρίντουλ, ωκεανογράφος και ειδικός στην Ανταρκτική, στην Επιστημονική Υπηρεσία της Αυστραλίας CSIRO, εξηγεί στον Guardian: «Το πιο κρύο νερό οπουδήποτε στον ωκεανό βρίσκεται κάτω από τις παγοκρηπίδες της Ανταρκτικής. Εκεί δεν υπάρχει φως».

«Όλα τα συμβατικά εργαλεία που διαθέτουμε για τη μέτρηση του ωκεανού δεν μπορούν να φτάσουν εκεί», λέει. Ούτε οι δορυφόροι μπορούν να φτάσουν, επειδή το νερό είναι καλυμμένο με πάγο. Τα πλοία δεν μπορούν να μπουν. Οι παγοκρηπίδες περιβάλλονται από πυκνό θαλάσσιο πάγο και συχνά έχουν έντονες ρωγμές στην επιφάνεια. Ακόμα κι αν μπορούσαμε να ανοίξουμε μια τρύπα, είναι δύσκολο να φτάσει εκεί άνθρωπος».

Έως σήμερα, ελάχιστες τρύπες έχουν διανοιχθεί και μπορούν να παρέχουν δεδομένα μόνο για το πώς φαίνονται οι συνθήκες σε ένα μέρος μέσα σε ένα απέραντο υποθαλάσσιο παγωμένο τοπίο.

Η ομάδα του Δρος Ρίντουλ χρησιμοποίησε ένα αυτόνομο πλωτό όργανο, για να μπορέσει να μετρήσει την περιεκτικότητα του νερού σε αλάτι και τη θερμοκρασία. Τα δεδομένα του πλωτήρα έδειξαν ότι μία από αυτές τις παγοκρηπίδες, η Denman, εκτίθετο σε ζεστό νερό που την έλιωνε από κάτω.

Σύμφωνα με τον Στιβ Ρίντουλ, η λεκάνη απορροής Denman περιέχει αρκετό νερό για να προκαλέσει άνοδο της παγκόσμιας στάθμης της θάλασσας κατά 1,5 μέτρο. «Η διαμόρφωσή της είναι τέτοια που μόλις ξεπεράσει ένα συγκεκριμένο όριο, μπορεί να υποχωρήσει με ασταθή τρόπο. Χωρίς καμία άλλη επιρροή από τον ωκεανό».

Όπως επισημαίνουν οι ειδικοί, στο γεωλογικό παρελθόν, όταν η Γη ήταν καλυμμένη από περισσότερο πάγο από ό,τι σήμερα, οι παγετώνες της Ανταρκτικής, καθώς επεκτείνονταν δημιούργησαν γιγάντια φαράγγια.

«Δημιουργούσαν τις προϋποθέσεις για την καταστροφή τους», λέει ο Δρ Ρίντουλ. «Γιατί αυτά είναι βαθιά κανάλια, μέσα από τα οποία μπορεί να εισέλθει το ζεστό νερό».

Κανείς δεν ξέρει τι θα συμβεί…

Η Δρ Σου Κουκ, παγετωνολόγος στο Πανεπιστήμιο της Τασμανίας, λέει ότι σε οποιοδήποτε φυσιολογικό υγιές στρώμα πάγου, θα υπήρχε τήξη από κάτω. Αλλά η σχετική έλλειψη δεδομένων σημαίνει ότι υπάρχουν μεγάλες αβεβαιότητες σχετικά με το πόσο γρήγορα θα αλλάξουν οι παγοκρηπίδες. Αυτό σημαίνει ότι ορισμένες από τις πιο ακραίες επιπτώσεις στον πλανήτη είναι δύσκολο να αποκλειστούν. Και όχι μόνο εκείνες που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τις παράκτιες περιοχές.

Σύμφωνα με τη Δρα Κουκ, υπάρχει ακόμη ένα «πραγματικά επείγον ερώτημα» αναφορικά με την Ανταρκτική. Πώς οι αυξανόμενες ποσότητες νερού από το λιώσιμο των πάγων θα μπορούσαν να επιβραδύνουν τα μεγάλα ωκεάνια ρεύματα. Και πόσο βαθιές θα είναι η συνέπειες για τον κόσμο.

Στην πραγματικότητα, λέει «δεν γνωρίζουμε αν θα συμβεί ή όχι. Έτσι, τα μοντέλα μπορούν να μας βοηθήσουν να κοιτάξουμε στο μέλλον». Επισημαίνει ότι τα θαλάσσια ρεύματα βοηθούν το κλίμα να παραμένει σταθερό. Αν αυτή η ισορροπία διαταραχθεί, «οι συνέπειες θα μπορούσαν να είναι δραματικές».

Αλλά, σύμφωνα με τη Σου Κουκ, «δεν έχουμε την πλήρη κατανόηση που χρειαζόμαστε για να προβλέψουμε τις μελλοντικές αλλαγές».

Από την πλευρά του, ο Στιβ Ρίντουλ λέει ότι η απώλεια του πάγου εξαρτάται από το πόσα αέρια του θερμοκηπίου παράγουμε. «Υπάρχει λόγος για τον οποίο η διεθνής κοινότητα έθεσε στόχους θερμοκρασίας. Αυτοί ορίστηκαν σε μεγάλο βαθμό λόγω του κινδύνου αποσταθεροποίησης του παγοκαλύμματος της Ανταρκτικής». Το λιώσιμο των πάγων, επισημαίνει «αλλάζει τον χάρτη και δεν μπορούμε να βάλουμε το τζίνι πίσω στο μπουκάλι».

Πηγή: The Guardian



Πηγή