Τριάντα χρόνια μετά, η κρίση των Ιμίων εξακολουθεί να λειτουργεί ως σημείο αναφοράς για το ελληνικό πολιτικό σύστημα. Όχι μόνο επειδή έφερε Ελλάδα και Τουρκία στο κατώφλι της ένοπλης σύγκρουσης και συνέβαλε καθοριστικά στην εδραίωση των αξιώσεων της Άγκυρας στο Αιγαίο, αλλά κυρίως επειδή αποκάλυψε τα όρια, τις αντιφάσεις και τις αδυναμίες της πολιτικής διαχείρισης μιας εθνικής κρίσης.
Η κρίση των Ιμίων δεν κρίθηκε μόνο στο πεδίο. Κρίθηκε, πρωτίστως, πίσω από κλειστές πόρτες: σε πολύωρες συσκέψεις, σε τηλεφωνικές γραμμές που δεν έκλειναν ποτέ, σε πολιτικές αποφάσεις που ελήφθησαν –ή δεν ελήφθησαν– υπό το βάρος του φόβου μιας γενικευμένης σύγκρουσης με την Τουρκία και του ενδεχομένου μεταβολής του status quo στο Αιγαίο.
Όλα ξεκίνησαν στις 25 Δεκεμβρίου 1995, όταν το τουρκικό φορτηγό πλοίο Φιγκέν Ακάτ προσάραξε σε αβαθή ύδατα κοντά στην Μικρή Ίμια (Ανατολική) και εξέπεμψε σήμα κινδύνου. Το Λιμεναρχείο Καλύμνου –το πλησιέστερο στην περιοχή– διέθεσε ρυμουλκό για να αποκολλήσει το τουρκικό πλοίο, αλλά ο πλοίαρχος αρνήθηκε, υποστηρίζοντας ότι βρισκόταν σε τουρκική περιοχή, επομένως η ελληνική πλευρά ήταν αναρμόδια και η τουρκική θα έπρεπε να αναλάβει.
26 Δεκεμβρίου 1995: Το Λιμεναρχείο Καλύμνου ενημερώνει το Υπουργείο Εξωτερικών και αυτό με τη σειρά του το Υπουργείο Εξωτερικών της Τουρκίας ότι αν δεν παρέμβει ρυμουλκό, το τουρκικό πλοίο θα κινδυνεύσει.
27 Δεκεμβρίου 1995: Το Υπουργείο Εξωτερικών της Τουρκίας ενημερώνει την ελληνική πρεσβεία ότι, ανεξαρτήτως του ποιος θα ανελάμβανε τη διάσωση του πλοίου, υπήρχε θέμα γενικότερα.
28 Δεκεμβρίου 1995: Δύο ελληνικά ρυμουλκά αποκολλούν το τουρκικό φορτηγό και το οδηγούν στο λιμάνι Κιουλούκ της Τουρκίας. Το πρωί της ίδιας μέρας ένα τουρκικό μαχητικό αεροσκάφος συντρίβεται στα ελληνικά χωρικά ύδατα, στην περιοχή της Λέσβου, ύστερα από εμπλοκή με ελληνικά μαχητικά. Με ελληνική βοήθεια, ο Τούρκος πιλότος διασώζεται.

















