Για πρώτη φορά, μια τριετία που ολοκληρώθηκε το 2025 ξεπερνά το όριο του 1,5°C. Οι επιστήμονες προειδοποιούν ότι δεν μιλάμε πια για γραμμική θέρμανση, αλλά για «κατώφλια» που, αν σπάσουν, πυροδοτούν αλυσιδωτές συνέπειες: πάγοι, ωκεανοί, δάση και καιρικά άκρα σε ένα νέο καθεστώς.
Σε κάθε περίπτωση, η συζήτηση για το κλίμα μπαίνει σε μια πιο σκληρή, πιο τεχνική –και ταυτόχρονα πιο πολιτική– φάση: την εποχή του overshoot, της υπέρβασης δηλαδή του ορίου που είχε τεθεί ως «κόκκινη γραμμή» από τη Συμφωνία του Παρισιού. Η προειδοποίηση είναι διπλή. Πρώτον, ότι η υπέρβαση του 1,5°C δεν είναι πια θεωρητικό σενάριο αλλά μια τάση που καταγράφεται ήδη σε πρόσφατες μετρήσεις (με την τριετία έως το 2025 να ξεπερνά για πρώτη φορά το όριο). Και δεύτερον, ότι η κλιματική αλλαγή ενδέχεται να πάψει να εξελίσσεται “σιγά-σιγά” και να αρχίσει να εκδηλώνεται απότομα, όταν βασικά συστήματα του πλανήτη περάσουν σημεία καμπής (tipping points) — κατώφλια πέρα από τα οποία η επιστροφή στην προηγούμενη κατάσταση γίνεται εξαιρετικά δύσκολη ή πρακτικά αδύνατη.
Το όριο του 1,5°C μπήκε στο τραπέζι το 2015 υπό την πίεση των πιο ευάλωτων χωρών, ως ένα «τείχος» απέναντι σε ακραία καιρικά φαινόμενα και τον κίνδυνο να ενεργοποιηθούν μηχανισμοί αυτοενίσχυσης της θέρμανσης. Όμως, δέκα χρόνια χλιαρής δράσης, ασυνεπούς πολιτικής και υψηλών εκπομπών έχουν δημιουργήσει ένα περιβάλλον όπου αρκετοί επιστήμονες μιλούν πλέον για αναπόφευκτη υπέρβαση. Το κεντρικό επιχείρημα δεν είναι μόνο ότι οι εκπομπές παραμένουν υψηλές, αλλά ότι εξασθενεί και η “άμυνα” της φύσης: οι φυσικές «καταβόθρες» άνθρακα, τα δάση και οι ωκεανοί που απορροφούσαν περίπου το μισό CO₂ που εκπέμπουμε, δείχνουν σημάδια κόπωσης.
Εδώ βρίσκεται το πιο ανησυχητικό σημείο: το κλίμα βρίσκεται σε μια «τσιμπίδα». Από τη μία, οι εκπομπές δεν πέφτουν αρκετά. Από την άλλη, οι φυσικές καταβόθρες δεν απορροφούν όσο πριν. Το αποτέλεσμα είναι επιτάχυνση της αύξησης των συγκεντρώσεων CO₂ στην ατμόσφαιρα. Οι ωκεανοί γίνονται πιο «στρωματοποιημένοι», μειώνοντας την ικανότητά τους να καταπίνουν άνθρακα, ενώ τα δάση πιέζονται από θερμότητα και ξηρασία. Οι μεγάλες πυρκαγιές, που έχουν αυξηθεί δραματικά διεθνώς τα τελευταία χρόνια, λειτουργούν σαν διπλό πλήγμα: καταστρέφουν αποθήκες άνθρακα και ταυτόχρονα απελευθερώνουν τεράστιες ποσότητες CO₂. Υπάρχουν μάλιστα ενδείξεις ότι ορισμένα τροπικά δασικά συστήματα που ήταν επί δεκαετίες «καταβόθρες» αρχίζουν να γίνονται πηγές εκπομπών.
Η συζήτηση για τα tipping points μεταφέρει το βάρος από τους μέσους όρους στις κρίσιμες μεταβάσεις. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι πάγοι. Η απώλεια πάγου στη Γροιλανδία έχει τεράστιες συνέπειες όχι μόνο για τη στάθμη της θάλασσας, αλλά και για την ισορροπία των ωκεάνιων ρευμάτων. Το ίδιο ισχύει για τη Δυτική Ανταρκτική. Η προοπτική της αποσταθεροποίησης τέτοιων συστημάτων δεν σημαίνει ότι «αύριο το πρωί» θα λιώσουν όλα — αλλά ότι μπορεί να περάσουμε σε μια μη αναστρέψιμη πορεία που θα ξετυλίγεται για δεκαετίες ή αιώνες, με τις συνέπειες να συσσωρεύονται.
Ακόμη πιο “εκρηκτική” είναι η πιθανότητα αλυσιδωτών αντιδράσεων: ένα tipping point να ωθεί ένα άλλο. Για παράδειγμα, η τήξη πάγου μπορεί να επηρεάσει την κυκλοφορία του Ατλαντικού (AMOC), που με τη σειρά της επηρεάζει τα μοτίβα βροχής και θερμοκρασίας, πιέζοντας περιοχές όπως ο Αμαζόνιος. Και ο Αμαζόνιος δεν είναι μόνο δάσος — είναι μηχανισμός βροχής, υγρασίας και αποθήκευσης άνθρακα. Μια μεγάλη υποχώρηση του οικοσυστήματος θα σήμαινε δισεκατομμύρια τόνους CO₂ επιπλέον στην ατμόσφαιρα, κάνοντας την επιστροφή σε χαμηλότερες θερμοκρασίες ακόμη δυσκολότερη. Παράλληλα, η τήξη μόνιμα παγωμένων εδαφών (permafrost) απελευθερώνει μεθάνιο, ένα αέριο με πολύ ισχυρό θερμοκηπιακό δυναμικό, που μπορεί να λειτουργήσει ως επιταχυντής της θέρμανσης σε σενάρια υπέρβασης.
Το overshoot, όμως, δεν είναι μόνο θεωρία. Το άρθρο περιγράφει ήδη μια πραγματικότητα ακραίων καιρικών φαινομένων: θερμικά κύματα με αυξημένη θνησιμότητα, πυρκαγιές χωρίς ιστορικό προηγούμενο, πλημμύρες και ζημιές που μετατρέπονται σε μόνιμο οικονομικό βάρος. Και εδώ έρχεται το δεύτερο μεγάλο πολιτικό ερώτημα: αν το 1,5°C παραβιαστεί έστω προσωρινά, μπορούμε να “γυρίσουμε πίσω”; Η απάντηση των πιο ανήσυχων επιστημόνων είναι ότι η ιδέα ενός γρήγορου “reset” μειώνοντας εκπομπές μετά την υπέρβαση μπορεί να αποδειχθεί αυταπάτη, αν στο μεταξύ ενεργοποιηθούν tipping points.
Γι’ αυτό επανέρχεται δυναμικά ο όρος “αρνητικές εκπομπές”: τεχνολογίες ή πρακτικές που αφαιρούν διοξείδιο του άνθρακα από την ατμόσφαιρα. Η αναδάσωση και η φυσική αναγέννηση δασών είναι η πιο προφανής οδός, αλλά οι δυνατότητές τους θεωρούνται περιορισμένες σε έναν πλανήτη με έντονες πιέσεις γης και τροφίμων. Οι βιομηχανικές λύσεις άμεσης δέσμευσης CO₂ από τον αέρα παραμένουν ακριβές και δύσκολο να κλιμακωθούν γρήγορα. Και κάπου εκεί εμφανίζεται η πιο αμφιλεγόμενη συζήτηση: η γεωμηχανική, δηλαδή η τεχνητή μείωση της ηλιακής ακτινοβολίας που φτάνει στη Γη. Ορισμένοι τη βλέπουν ως “έκτακτη λύση” που θα μπορούσε να κερδίσει χρόνο· άλλοι προειδοποιούν ότι θα ήταν σαν να «ανάβεις κλιματιστικό ενώ το σπίτι καίγεται», γιατί δεν διορθώνει το πρόβλημα των αερίων του θερμοκηπίου, απλώς σκεπάζει τα συμπτώματα, με άγνωστες παρενέργειες.
Το πιο ηχηρό μήνυμα, τελικά, είναι ότι η διαχείριση του κλίματος περνά σε μια νέα εποχή όπου δεν αρκεί να μετράμε στόχους. Πρέπει να μετράμε χρόνο, διάρκεια υπέρβασης και κίνδυνο καμπής. Κι αν ο πλανήτης μπαίνει σε «περιοχή κινδύνου», τότε το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο πόσο θα ζεσταθεί, αλλά αν —και πόσο γρήγορα— θα σπάσουν οι μηχανισμοί σταθερότητας που μέχρι σήμερα, έστω και τραυματισμένοι, κρατούσαν το σύστημα όρθιο.

















