Ολοκληρώθηκε στην αρμόδια Επιτροπή Παραγωγής και Εμπορίου της Βουλής η επεξεργασία, σε επίπεδο φορέων, του νομοσχεδίου για την κύρωση των τεσσάρων συμφωνιών μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και των εταιρειών Chevron Greece Holdings και HELLENiQ Upstream για την παραχώρηση δικαιωμάτων έρευνας και εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων στις θαλάσσιες περιοχές νότια της Κρήτης και νότια της Πελοποννήσου. Η συζήτηση επί των άρθρων θα συνεχιστεί αύριο, Τετάρτη 10 Μαρτίου 2026, στην Επιτροπή, ενώ η τελική συζήτηση και ψήφιση στην Ολομέλεια έχει προγραμματιστεί για την Πέμπτη 12 Μαρτίου 2026.
Κλείνοντας τη συνεδρίαση, ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου χαρακτήρισε την αξιοποίηση των υδρογονανθράκων «εθνική υπόθεση», τονίζοντας ότι η κυβέρνηση αποδίδει στρατηγική σημασία στο εγχείρημα. Παράλληλα, έκανε λόγο για μια «χρήσιμη και εποικοδομητική» συζήτηση, υποστηρίζοντας ότι οι παρατηρήσεις και οι επιφυλάξεις που διατυπώθηκαν για τις έρευνες υδρογονανθράκων από τις εταιρείες Chevron Greece Holdings και HELLENiQ Upstream από τους εξωκοινοβουλευτικούς φορείς θα ληφθούν υπόψη στον περαιτέρω σχεδιασμό.
Ο Σταύρος Παπασταύρου επιχείρησε να εντάξει το νομοσχέδιο σε ένα ευρύτερο πλαίσιο διαχρονικής εθνικής στρατηγικής, σημειώνοντας ότι η κυβέρνηση προσεγγίζει τον τομέα των υδρογονανθράκων όχι ως αποσπασματική παρέμβαση, αλλά ως μέρος μιας συνολικής ενεργειακής πολιτικής. «Αναδείχθηκαν πολλά θετικά σημεία, υπήρξαν και επιφυλάξεις, όμως η συζήτηση γίνεται με καλή πίστη και θα προσπαθήσουμε να εναρμονίσουμε τις παρατηρήσεις αυτές στη στρατηγική μας», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Στο ίδιο πνεύμα κινήθηκαν και οι εκπρόσωποι των αρμόδιων ενεργειακών και επιστημονικών φορέων, οι οποίοι, στην πλειονότητά τους, υποστήριξαν ότι η κύρωση των συμβάσεων συνιστά εξέλιξη με ισχυρό γεωοικονομικό και γεωπολιτικό αποτύπωμα για τη χώρα.
Ο διευθύνων σύμβουλος της Ελληνικής Διαχειριστικής Εταιρείας Υδρογονανθράκων και Ενεργειακών Πόρων (ΕΔΕΥΕΠ), Αριστοφάνης Στεφάτος, χαρακτήρισε τη συμφωνία «πολύ σημαντική εξέλιξη», εκτιμώντας ότι διευρύνονται οι πιθανότητες εντοπισμού κοιτασμάτων και ταυτόχρονα ενισχύεται η διεθνής ελκυστικότητα της ελληνικής αγοράς. Όπως ανέφερε, η παρουσία των δύο μεγαλύτερων διεθνών παικτών στον κλάδο συνιστά ισχυρό σήμα προς τις αγορές, ενώ στάθηκε ιδιαίτερα στο γεγονός ότι το επενδυτικό ρίσκο αναλαμβάνεται από ιδιωτικά κεφάλαια, χωρίς επιβάρυνση του Δημοσίου.
Ο ίδιος τόνισε ακόμη ότι η διατήρηση σταθερών όρων στις συμβάσεις είναι κρίσιμη για την εμπέδωση επενδυτικής ασφάλειας, σημειώνοντας ότι η ελληνική πλευρά οφείλει να εκπέμπει σταθερό μήνυμα αξιοπιστίας προς τους επενδυτές. Επανέλαβε, δε, ότι η σημερινή διαδικασία αποτελεί συνέχεια μιας προσπάθειας που έχει ξεκινήσει εδώ και περισσότερο από μία δεκαετία.
Τα αναμενόμενα οφέλη και η γεωπολιτική διάσταση
Θετική ήταν και η τοποθέτηση του διευθύνοντος συμβούλου της HELLENiQ Upstream και εκπροσώπου τόσο της HELLENiQ Energy όσο και της Chevron International Exploration and Production Company Limited, Αναστάσιου Βλασσόπουλου. Όπως είπε, η απόφαση του Ελληνικού Δημοσίου να προχωρήσει σε νέες παραχωρήσεις αποτελεί «σημαντική εξέλιξη» για την αξιολόγηση του υποθαλάσσιου δυναμικού της χώρας, με επιστημονική και προγραμματισμένη προσέγγιση. Επισήμανε δε ότι, σε περίπτωση ανακάλυψης εκμεταλλεύσιμων κοιτασμάτων, το Δημόσιο θα αποκομίσει ουσιαστικά οφέλη.
Ανάλογη προσέγγιση υιοθέτησε και ο πρόεδρος του Επιστημονικού Συμβουλίου του Ινστιτούτου ΓεωΕνέργειας του ΙΤΕ, Σπυρίδων Μπέλλας, ο οποίος σημείωσε ότι οι συμβάσεις δεν ενισχύουν μόνο την αναζήτηση νέων πόρων, αλλά και τη γεωπολιτική θέση της χώρας στην Ανατολική Μεσόγειο. Κατά την αποτίμησή του, με τις νέες παραχωρήσεις κλείνουν σημαντικά κενά στον χάρτη των ερευνών τόσο νότια της Κρήτης όσο και στη θαλάσσια ζώνη ανάμεσα στην Πελοπόννησο και την Κρήτη.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο γενικός διευθυντής της ΕΑΓΜΕ, Διονύσης Γκούτης, ο οποίος μίλησε για «νέα πνοή» στην προσπάθεια αξιοποίησης του υπόγειου πλούτου της χώρας, ενώ ο ανώτατος διευθυντής Στρατηγικής και Ανάπτυξης του ΔΕΣΦΑ, Μιχαήλ Θωμαδάκης, τόνισε ότι οι συμβάσεις ενισχύουν συνολικά το ελληνικό ενεργειακό σύστημα, προσθέτοντας στρατηγικό βάθος σε μια χώρα που ήδη διαθέτει κρίσιμες υποδομές φυσικού αερίου και διεθνών διασυνδέσεων.
Ο πρόεδρος του Ινστιτούτου Ενέργειας Νοτιοανατολικής Ευρώπης, Κωνσταντίνος Σταμπόλης, εκτίμησε ότι το προς κύρωση νομοσχέδιο κινείται «χωρίς αμφιβολία στη σωστή κατεύθυνση», καθώς αποτελεί το αποτέλεσμα μιας μακράς διοικητικής και νομοθετικής διαδικασίας που ξεκίνησε το 2011. Ωστόσο, διατύπωσε και μια ουσιαστική επιφύλαξη, επισημαίνοντας την απουσία ρητής πρόβλεψης που να υποχρεώνει τους παραχωρησιούχους να προχωρήσουν σε ερευνητικές γεωτρήσεις εντός σαφώς καθορισμένου χρονικού διαστήματος.
Επιφυλάξεις για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις
Η βασική κριτική απέναντι στο νομοσχέδιο προήλθε από φορείς που εστίασαν στις περιβαλλοντικές εγγυήσεις, αλλά και στη συνολική κατεύθυνση της ενεργειακής πολιτικής.
Ο διευθυντής ερευνών του Ινστιτούτου Ωκεανογραφίας του ΕΛΚΕΘΕ, Δημήτρης Σακελλαρίου, στάθηκε στην ανάγκη να αποσαφηνιστεί πληρέστερα το νομοθετικό πλαίσιο για το περιεχόμενο των περιβαλλοντικών μελετών, προκειμένου –όπως είπε– να αποφευχθούν μελέτες που δεν προσφέρουν ουσιαστική προστασία στο περιβάλλον.
Από την πλευρά της WWF Ελλάς, η επικεφαλής Περιβαλλοντικής Πολιτικής, Θεοδότα Νάντσου, υποστήριξε ότι η παρούσα συγκυρία αναδεικνύει περισσότερο την ανάγκη για αποκεντρωμένες, κοινωνικά και οικονομικά ασφαλείς μορφές ενέργειας, παρά για νέες συμβάσεις με πετρελαϊκές εταιρείες. Κατά την άποψή της, το υπουργείο θα όφειλε να δώσει έμφαση σε ένα ισχυρό χωροταξικό πλαίσιο για τις ΑΠΕ, με πιο σαφείς κοινωνικές και περιβαλλοντικές εγγυήσεις.
Στο ίδιο πνεύμα, ο υπεύθυνος εκστρατείας για το Κλίμα και την Ενέργεια της Greenpeace Greece, Κωνσταντίνος Καλούδης, συνέδεσε τη συζήτηση για τους υδρογονάνθρακες με τη γενικότερη γεωπολιτική αστάθεια, υποστηρίζοντας ότι η εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα τροφοδοτεί κρίσεις και εντάσεις, ιδίως σε μια τόσο ευαίσθητη περιοχή όπως η Ανατολική Μεσόγειος. Παράλληλα, εξέφρασε επιφυλάξεις και για το οικονομικό σκέλος των συμβάσεων, σημειώνοντας ότι η φορολόγηση επί των κερδών –και όχι επί του κύκλου εργασιών– ενδέχεται να αφήνει περιθώρια περιορισμένης απόδοσης για το Δημόσιο.
Οι παρεμβάσεις των περιφερειών
Υπέρ της κύρωσης των συμβάσεων τοποθετήθηκαν, συνολικά, και οι εκπρόσωποι των περιφερειών που εμπλέκονται άμεσα στις περιοχές ενδιαφέροντος. Ο αντιπεριφερειάρχης Χανίων, Νικόλαος Καλογέρης, υποστήριξε ότι η σύμβαση προβλέπει ήδη επαρκές πλαίσιο συμμόρφωσης με την περιβαλλοντική νομοθεσία και πρότεινε, επιπλέον, τη συμμετοχή στελέχους της Περιφέρειας στην τεχνική συμβουλευτική επιτροπή που θα ελέγχει τα προγράμματα εργασιών, ανάπτυξης και παραγωγής.
Από την πλευρά του, ο περιφερειάρχης Πελοποννήσου Δημήτρης Πτωχός χαρακτήρισε την κύρωση των συμβάσεων «σημαντικό ορόσημο», σημειώνοντας ότι για τις περιφέρειες το ζήτημα δεν είναι μόνο ενεργειακό, αλλά και βαθιά αναπτυξιακό και στρατηγικό. Όπως τόνισε, οι νέες συμβάσεις αναβαθμίζουν τον ρόλο των περιφερειών και δημιουργούν προοπτικές για τις τοπικές κοινωνίες.

















