Σε κλίμα έντασης, απογοήτευσης και οργής από συγγενείς θυμάτων και επιζώντες, η πρώτη ημέρα της δίκης για την τραγωδία των Τεμπών στη Λάρισα δεν οδήγησε ουσιαστικά στην έναρξη της διαδικασίας, με το δικαστήριο να διακόπτει και να ορίζει νέα δικάσιμο για την 1η Απριλίου 2026 καθώς υπήρξε σοβαρό ζήτημα με την επάρκεια του χώρου. Απαντώντας στις επικρίσεις που διατυπώθηκαν μετά τις εικόνες χάους στο συνεδριακό κέντρο «Γαιόπολις» του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, ο υπουργός Δικαιοσύνης Γιώργος Φλωρίδης υπερασπίστηκε τον σχεδιασμό της αίθουσας και έκανε λόγο για ένα οργανωμένο πλαίσιο, το οποίο -όπως είπε- δεν έχει προηγούμενο σε αντίστοιχη έκταση στην Ελλάδα.

Μιλώντας το πρωί της Τρίτης (24.03.2026) στο ΕΡΤnews, ο Γιώργος Φλωρίδης περιέγραψε τη συνολική διαμόρφωση του χώρου για την διεξαγωγή της δίκης για τα Τέμπη ως ένα ένα μεγάλο συγκρότημα, στο οποίο περιλαμβάνονται η κύρια αίθουσα του δικαστηρίου, δεύτερη αίθουσα ακροατηρίου, αίθουσα διασκέψεων δικαστών, χώροι για δικηγόρους, μάρτυρες, αστυνομία και δημοσιογράφους. «Το κτίριο το οποίο διαμορφώσαμε είναι 1.000 τετραγωνικά, με την προσθήκη ενός κοντέινερ έξω για τους δημοσιογράφους είναι 1.150 τετραγωνικά», ανέφερε ο υπουργός Δικαιοσύνης, επιμένοντας ότι πρόκειται για «μια οργανωμένη κατάσταση, η οποία δεν υπάρχει στην έκταση αυτή πουθενά αλλού στην Ελλάδα».

Ο Γιώργος Φλωρίδης συνέκρινε, μάλιστα, την υπόθεση με τη δίκη για τη φονική πυρκαγιά στο Μάτι, σημειώνοντας ότι και εκείνη είχε διεξαχθεί σε αντίστοιχη αίθουσα του Εφετείου Αθηνών, παρά το γεγονός ότι αφορούσε -όπως είπε- ακόμη περισσότερους συγγενείς, μάρτυρες και δικηγόρους. «Διεξήχθη χωρίς κανένα απολύτως πρόβλημα», παρατήρησε, θέλοντας να δείξει ότι το πρόβλημα δεν ήταν κατ’ ανάγκην η κατασκευή ή η συνολική χωρητικότητα, αλλά ο τρόπος με τον οποίο εξελίχθηκε η πρώτη ημέρα.

Σύμφωνα με τον υπουργό Δικαιοσύνης, ο σχεδιασμός προέβλεπε 36 θέσεις για τους κατηγορουμένους, περίπου 300 θέσεις για τους δικηγόρους -ενώ, όπως σημείωσε, οι δηλωμένοι κατά την πολύμηνη ανακριτική διαδικασία ήταν περίπου 250- καθώς και επιπλέον θέσεις για το κοινό, τους μάρτυρες και τους λοιπούς εμπλεκόμενους. Όπως υποστήριξε, η βασική αρρυθμία προκλήθηκε όταν μη δικηγόροι κατέλαβαν θέσεις που είχαν προβλεφθεί για τη νομική εκπροσώπηση των διαδίκων, με συνέπεια αρκετοί δικηγόροι να μείνουν όρθιοι και να δημιουργηθεί γρήγορα κλίμα αποδιοργάνωσης.

«Οι δικαστές πίστεψαν ότι θα εφαρμοστεί ο νόμος», είπε, αποδίδοντας, ουσιαστικά, το αδιέξοδο στην έλλειψη ευταξίας και στην απόκλιση από το προβλεπόμενο οργανωτικό πλαίσιο. Όπως πρόσθεσε, ήδη έγινε καταγραφή του προβλήματος σε συνεννόηση με τον πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, ώστε κατά την επόμενη συνεδρίαση να υπάρξει αυστηρότερη εφαρμογή των κανόνων.

 

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στη δυνατότητα παρακολούθησης της δίκης από συγγενείς των θυμάτων, στοιχείο που βρέθηκε στο επίκεντρο των έντονων αντιδράσεων. Ο υπουργός Δικαιοσύνης υποστήριξε ότι έχει προβλεφθεί η παρακολούθηση μέσω μεγάλης οθόνης σε παράλληλη αίθουσα, με υψηλής ποιότητας εικόνα και ήχο, έτσι ώστε να διασφαλίζεται, όπως είπε, τόσο η παρουσία τους όσο και η ομαλή διεξαγωγή της διαδικασίας. Ενόψει της επανέναρξης της δίκης, ξεκαθάρισε ότι στην κύρια αίθουσα θα βρίσκονται μόνον οι δικαστές, οι κατηγορούμενοι και οι δικηγόροι, ενώ το κοινό και οι συγγενείς θα εξυπηρετούνται από τους παράλληλους χώρους με ζωντανή μετάδοση.

Ο Γιώργος Φλωρίδης άφησε αιχμές για σκόπιμες ενέργειες υπονόμευσης της διαδικασίας, φθάνοντας στο σημείο να μιλήσει ακόμη και για περιστατικά δολιοφθοράς, όπως παρεμβάσεις σε διακόπτες μέσα στην αίθουσα. Παράλληλα, απέρριψε τις επιθέσεις που δέχεται από την αντιπολίτευση και ειδικότερα από τη Ζωή Κωνσταντοπούλου, απορρίπτοντας τα περί παραίτησης και κατηγορώντας την ότι επιδιώκει, στην πραγματικότητα, την καθυστέρηση ή και τη ματαίωση της δίκης.

Ο υπουργός Δικαιοσύνης έκλεισε την παρέμβασή του με την επισήμανση ότι η μεγάλη πλειοψηφία των συγγενών και της κοινωνίας επιθυμεί να προχωρήσει η δίκη χωρίς άλλες εμπλοκές, τονίζοντας ότι «μόνο μέσα από τη δικαστική διαδικασία μπορεί να αναδειχθεί η αλήθεια». Ταυτόχρονα, προειδοποίησε ότι τυχόν περαιτέρω καθυστερήσεις δεν θα έχουν μόνο πολιτικό και θεσμικό κόστος, αλλά ενδέχεται να ανοίξουν και συζήτηση για κινδύνους παραγραφής σε ορισμένα αδικήματα, εφόσον η διαδικασία δεν κυλήσει ομαλά από εδώ και στο εξής.



Πηγή