Το Ford GT Mk IV δεν είναι απλώς ένα ακόμη εντυπωσιακό αυτοκίνητο που σημείωσε έναν γρήγορο χρόνο στην «Πράσινη Κόλαση». Το 6:15,977 που κατέγραψε στη θρυλική Nürburgring Nordschleife έχει τη σημασία του, όμως η ουσία βρίσκεται στο τι ακριβώς αντιπροσωπεύει και γιατί ξεφεύγει από τα συνηθισμένα μέτρα σύγκρισης.
Σε αντίθεση με τα περισσότερα hypercars που διεκδικούν αντίστοιχες επιδόσεις, το GT Mk IV δεν είναι αυτοκίνητο δρόμου. Έχει εξελιχθεί και κατασκευαστεί αποκλειστικά για χρήση στην πίστα, χωρίς κανονισμούς ομολογκασιόν και χωρίς συμβιβασμούς για καθημερινή χρήση.
Αυτό σημαίνει πως η Ford είχε τη δυνατότητα να το εξελίξει με μοναδικό γνώμονα την απόδοση, δημιουργώντας κάτι που βρίσκεται πιο κοντά σε πρωτότυπο αγωνιστικό παρά σε μοντέλο παραγωγής, ακόμη και με τα δεδομένα της κατηγορίας των hypercars.

Αυτό αποτυπώνεται ξεκάθαρα στη συνολική αρχιτεκτονική του. Το επιμηκυμένο αμάξωμα τύπου long tail, η εκτεταμένη χρήση αεροδυναμικών βοηθημάτων και η πλήρως ανασχεδιασμένη ανάρτηση δεν αποτελούν απλώς βελτιώσεις ενός ήδη γνωστού μοντέλου, αλλά μέρος μιας συνολικής επαναπροσέγγισης με στόχο τη μέγιστη απόδοση στην πίστα. Στην πράξη, το GT Mk IV δεν εξελίχθηκε για να είναι πιο γρήγορο από το στάνταρ Ford GT, αλλά για να λειτουργεί σε ένα εντελώς διαφορετικό επίπεδο.

Η αξία της επιτυχίας του γίνεται ακόμη μεγαλύτερη αν τοποθετηθεί στο σημερινό πλαίσιο της αυτοκίνησης. Σε μια εποχή όπου τα απόλυτα ρεκόρ στο Nürburgring ανήκουν σε ηλεκτρικά ή υβριδικά πρωτότυπα, το GT Mk IV ξεχωρίζει ως το ταχύτερο αμερικανικό αυτοκίνητο που έχει κινηθεί στη Nordschleife, αλλά και ως μία από τις πιο καθαρές εκφράσεις ενός θερμικού κινητήρα χωρίς εξηλεκτρισμό.

Ταυτόχρονα αποτελεί την πιο ακραία και ουσιαστικά την τελική εξέλιξη της σύγχρονης γενιάς του Ford GT, κλείνοντας έναν κύκλο που ξεκίνησε με σαφή αγωνιστική φιλοσοφία και αναφορές στο θρυλικό Ford GT40. Η ίδια η ονομασία Mk IV παραπέμπει ευθέως στο αγωνιστικό που χάρισε στη Ford τη νίκη στο Le Mans το 1967, συνδέοντας το παρελθόν με το παρόν μέσα από μια πιο σύγχρονη, αλλά εξίσου απόλυτη προσέγγιση.

Ο bi-turbo EcoBoost V6 αποδίδει πάνω από 800 ίππους, όμως αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι ο τρόπος με τον οποίο αξιοποιείται αυτή η ισχύς. Η αύξηση του μεταξονίου, η βελτιστοποίηση της αεροδυναμικής και το αγωνιστικό set-up δείχνουν πως το αυτοκίνητο εξελίχθηκε ως ένα ολοκληρωμένο σύνολο, όπου κάθε επιμέρους στοιχείο υπηρετεί έναν και μόνο στόχο: τον απόλυτο χρόνο στην πίστα.

















