Με δάκρυα στα μάτια και μέσα από ένα επτάλεπτο βίντεο στον λογαριασμό της στο Instagram, το μέσο που όλα αυτά τα χρόνια έχει επιλέξει για να επικοινωνεί όσα συμβαίνουν στη ζωή της, η Ιωάννα Τούνη, το απόγευμα της Μεγάλης Δευτέρας (06.04.2026), θέλησε να δώσει τη δική της απάντηση για όσα προηγήθηκαν με τη σύλληψή της.
Η γνωστή influencer ανέφερε ότι, μετά την απόφαση του δικαστηρίου που καταδίκασε τους δύο κατηγορούμενους για το revenge porn βίντεό της, ένιωσε την περασμένη Τετάρτη (01.04.2026) για πρώτη φορά ανακούφιση και την αίσθηση ότι μπορούσε να χαμογελάσει χωρίς το βάρος των τελευταίων χρόνων. Ωστόσο, λίγα 24ωρα αργότερα, το βράδυ της Παρασκευής (03.04.2026), η Ιωάννα Τούνη βρέθηκε αντιμέτωπη με μια νέα περιπέτεια, καθώς συνελήφθη, και για την οποία επέλεξε να μιλήσει δημόσια, επιχειρώντας να εξηγήσει τι ακριβώς συνέβη τις προηγούμενες ημέρες.
«Καλημέρα και καλή εβδομάδα, συμπεθερές μου, θα έλεγα εάν η ζωή μου δεν ήταν μία τεράστια φαρσοκωμωδία, γιατί πραγματικά νομίζω ότι κάποιος μου κάνει πλάκα με όλα αυτά που συμβαίνουνε. Παραλίγο να περάσω όλο το Σαββατοκύριακό μου μέσα στη φυλακή. Να τα πιάσουμε όμως τα πράγματα από την αρχή» αναφέρει η Ιώαννα Τούνη, και προσθέτει:
«Μετά το δικαστήριο κι αφού βγήκε η απόφαση, η οποία καταδίκασε και τους δύο κατηγορούμενους ως ένοχους πλέον για κακούργημα, με τρία και τέσσερα χρόνια φυλάκιση αντίστοιχα με αναστολή, οι κολλητοί μου πήραν τηλέφωνο σε ένα νυχτερινό κέντρο και έκαναν κράτηση για να βγούμε να γιορτάσουμε, είπαμε συγκεκριμένα “μία κράτηση στο όνομα Τούνη”, για να γιορτάσουμε και το δικαστήριο».
H γνωστή influencer λέει επίσης στο βίντεό της: «Πώς έσπασε ο διάολος το πόδι του; Και μία έξοδο που τόσο πολύ περίμενα, μία λυτρωτική έξοδος έτσι, με την παρέα μου αφού νικήσαμε σε ένα δικαστήριο μετά από εννιά χρόνια… δίπλα μου ακριβώς έτυχε να κάθεται ο κακοποιητής μου. Ο άνθρωπος ο οποίος εκούσια, με τη θέλωσή του, με πλήρη γνώση, σήκωσε το τηλέφωνό του και τράβηξε εμένα σε ερωτική στιγμή μαζί με τον κολλητό του εν αγνοία μου. Πράγμα το οποίο αποδείχτηκε και από το δικαστήριο και πλέον δεν είναι απλά κατηγορούμενος, είναι ένοχος. Ένοχος για κακούργημα, ξαναλέω. Αλλά επειδή η δικαιοσύνη μάλλον είναι μία έννοια αόριστη, ο συγκεκριμένος άνθρωπος δεν θα μπει ποτέ φυλακή. Είναι έξω με αναστολή.
Και φυσικά εφόσον δεν του επιβλήθηκε κανένα πρόστιμο, εφόσον και εγώ δεν του ζήτησα καμία χρηματική αποζημίωση, καθώς δεν ήθελα φυσικά τα λεφτά του, το μόνο που ήθελα είναι ουσιαστική απονομή δικαιοσύνης, βγήκε λοιπόν και αυτός να γιορτάσει τη νίκη του, γιατί πρακτικά το όνομά του δεν μαθεύτηκε ποτέ, δεν πλήρωσε ποτέ κανένα χρηματικό ποσό πουθενά και δεν μπήκε φυλακή, ούτε πρόκειται να μπει. Εννοείται πως ένιωσα πάρα πολύ άσχημα. Να πρέπει να βρίσκομαι έξω την ημέρα που βγήκα… πόσο τραγική ειρωνεία, την ημέρα που βγήκα να γιορτάσω τη νίκη μου στο δικαστήριο, τη δικαίωση τέλος πάντων, τη δικαίωση στο δικαστήριο, να γιορτάζει δίπλα μου ο άνθρωπος ο οποίος με κακοποίησε. Ζήτησα πάρα πολλές φορές από τους υπεύθυνους στο μαγαζί, τους οποίους γνώριζα, να φύγει. Δεν έφευγε.
Οι άνθρωποι προσπάθησαν είναι η αλήθεια, αλλά δεν έφευγε, με κοιτούσε εριστικά. Ήθελα να φύγω εγώ γιατί προφανώς δεν μπορούσα να περάσω καλά με τον άνθρωπο αυτόν να γιορτάζει στα δύο μέτρα. Αλλά οι φίλοι μου μού λέγανε, «Ιωάννα, έχουμε νικήσει, δεν θα φύγουμε εμείς με το κεφάλι σκυμμένο. Αυτός πρέπει να φύγει. Αν έχει ίχνος τσίπας, πρέπει να αποχωρήσει». Τέλος πάντων, εν τέλει φύγαμε εμείς, αναγκαστήκαμε να αποχωρήσουμε από το μαγαζί, ενώ αυτός έμεινε και συνέχισε να διασκεδάζει, ο άνθρωπος που με κακοποίησε. Καθώς στα χαρτιά η νίκη μπορεί να ήταν δική μου, αλλά στη ζωή η νίκη ήταν δική του. Γι’ αυτό και όντως… ήταν καλή ιδέα να βγει στα μπουζούκια να το κάψει. Φεύγοντας ένιωσα τόσο πολύ πνιγμένη από την αδικία που υπάρχει σε αυτή τη ζωή, που εγώ προσπαθώ επί εννέα ολόκληρα χρόνια να δικαιωθώ γι’ αυτή την υπόθεση. Το όνομά μου έχει διασυρθεί παντού, μου έχει μείνει δια παντός η ρετσινιά της βίζιτας.
Και ο ένοχος είναι απόλυτα προστατευμένος. Κανείς δεν γνωρίζει ποιος είναι, το όνομά του προστατεύεται απόλυτα από όλους τους δημοσιογράφους ως δια μαγείας, ενώ για άλλα περιστατικά φυσικά οι κατηγορούμενοι βγαίνουν πριν καν ξεκινήσει το δικαστήριο, δημοσιεύονται κανονικά φωτογραφίες και ονόματα, το έχουμε δει σε άπειρες περιπτώσεις. Αλλά στη δική μου περίπτωση, τα ονόματα δεν μαθεύτηκαν και δεν δημοσιεύτηκαν ούτε καν μετά την ενοχή τους από το δικαστήριο. Την επόμενη μέρα το πρωί, δύο αστυνομικοί ήταν έξω από την πόρτα του σπιτιού μου… και ήρθανε να με πάρουν για αυτόφωρο. Οπότε, το περιπολικό με οδήγησε στο τμήμα… εμένα, το θύμα. [κλάμα] Μία γυναίκα που έχει διασυρθεί επί εννέα χρόνια, η οποία αποφάσισε επιτέλους να μιλήσει».
Δόξα τω Θεώ, υπάρχει Θεός, και η εισαγγελέας μετά από κάποια ώρα επέτρεψε να φύγω από το τμήμα. Μιλάμε για ανθρώπους τόσο αδίστακτους, με μηδενική μεταμέλεια, με κανένα ίχνος ντροπής, οι οποίοι όχι απλά διέπραξαν ένα κακούργημα, όχι απλά είναι περήφανοι και γι’ αυτό βγαίνουν να γιορτάσουν στα μπουζούκια, αλλά όταν το θύμα αποφασίζει να μιλήσει και να πει μετά από εννέα χρόνια… εννέα χρόνια… μετά από εννέα χρόνια… το όνομά τους, θέλουνε να με στείλουν φυλακή εμένα! [αναστενάζει] Δεν… δεν ξέρω αλήθεια, δεν ξέρω τι να πω, δεν ξέρω πώς… Ουφ… προσπαθώ τόσο πολύ να ηρεμήσω. Δεν έχω ανεβάσει τίποτα τις τελευταίες μέρες και προσπαθώ τόσο πολύ να ηρεμήσω… και δεν μπορώ, δεν μπορώ, η αλήθεια είναι πως δεν μπορώ να ηρεμήσω. Καταλαβαίνω πως το αυτόφωρο ήταν μία τυπική διαδικασία, η αλήθεια είναι πως οι αστυνομικοί ήταν πάρα πολύ καλοί μαζί μου και μου φέρθηκαν πολύ όμορφα… δεν με έφεραν, όσο μπορούσαν, σε πιο δύσκολη θέση.
Εννοείται πως οι άνθρωποι ένιωθαν άσχημα που ήταν αναγκασμένοι να κάνουν τη δουλειά τους στη συγκεκριμένη περίπτωση. Αλλά εγώ θέλω να σταθώ στην αδικία των νόμων. Στο πώς μπορεί το θύμα να βρίσκεται φυλακή και οι κατηγορούμενοι να διασκεδάζουν στα μπουζούκια. Αχ Θεέ μου… δεν ξέρω πότε θα μπορώ να μιλάω γι’ αυτό το θέμα χωρίς να κλαίω αλήθεια. Κι εν τέλει όλοι μιλάμε για δικαιοσύνη. Και απονομή δικαιοσύνης, επιτέλους μετά από εννέα χρόνια! Και εγώ πλέον μάλλον την ψάχνω, δεν ξέρω πού βρίσκεται η δικαιοσύνη αυτή. Γιατί οι δύο άνθρωποι αυτοί, οι οποίοι είναι έξω με αναστολή, δηλαδή δεν θα μπουν φυλακή, έχουνε… είχαν το θράσος να ασκήσουν και έφεση.
Γιατί δεν τους άρεσε η ποινή τους. Δεν τους άρεσε, δηλαδή, το ότι δεν χρειάζεται να πληρώσουνε, δεν χρειάζεται να μπουν φυλακή, αλλά παρόλα αυτά δεν ήταν ικανοποιημένοι. Θέλουνε κι άλλο! Θέλουν να πάρουν κι άλλο! Μετά από όλα αυτά, ο δικηγόρος μου θα ασκήσει επίσης έφεση στην εισαγγελέα, ζητώντας αυστηρότερη ποινή. Εε… με συγχωρείτε αν κάνω κάποιo νομικό λάθος, αλλά προσπαθώ να μιλήσω απλά και δεν ξέρω κι εγώ απόλυτα τις διαδικασίες. Παιδαγωγικό τελείωσα, όχι Νομική.
Δεν ξέρω πραγματικά πώς νιώθω και τι ακριβώς πρέπει να πω. Γιατί ακούω παντού μία προτροπή στα θύματα να μιλάνε. Και να μη σωπαίνουν. Αλλά εν τέλει, όταν τα θύματα μιλήσουν, βρίσκονται… στη φυλακή. Που τους έχουν στείλει οι ένοχοι, οι οποίοι αλωνίζουν έξω. Πολλές σκέψεις έχω γενικά. Ε… για την ώρα θα προσπαθήσω να ηρεμήσω» σημειώνει επίσης.
Στη λεζάντα πρόσθεσε: «Υπάρχουν γυναίκες που δεν μιλάνε. Όχι γιατί δεν έχουν φωνή, αλλά γιατί ξέρουν τι θα ακολουθήσει όταν μιλήσουν…. Αμφισβήτηση, επίθεση, διασυρμός ή ακόμη και φυλάκιση!
Ζούμε σε έναν κόσμο που το θύμα περιμένει 9 ολόκληρα χρόνια να δικαιωθεί. Και όταν αυτό τελικά συμβαίνει, συλλαμβάνεται και περνάει αυτόφωρο επειδή τόλμησε να αποκαλύψει το όνομα του κακοποιητή του. Έναν κόσμο που οι πραγματικοί θύτες χορεύουν στα μπουζούκια ανενόχλητοι… και αντί να ζητήσουν μια ΣΥΓΓΝΩΜΗ, προσπαθούν να στείλουν το θύμα τους φυλακή…
Και έτσι πολλές ιστορίες δεν θα ειπωθούν ποτέ. Πολλές γυναίκες θα μείνουν στο περιθώριο, όχι απλά γιατί ατιμάστηκαν και διασύρθηκαν, αλλά γιατί φοβήθηκαν ότι η δικαιοσύνη θα τις πληγώσει περισσότερο από την ίδια την αδικία. Το πιο τρομακτικό δεν είναι το έγκλημα. Είναι όταν το θύμα φοβάται να μιλήσει. Όταν η δικαιοσύνη δεν το προστατεύει».

















