Ένα μεγάλο μέρος των ελλείψεων σε ενέργεια θα μπορούσε να καλυφθεί αν η διεθνής κοινότητα κατάφερνε να σταματήσει τις διαρροές μεθανίου, κύριου συστατικού του φυσικού αερίου, το οποίο είναι επίσης εξαιρετικά δραστικό αέριο του θερμοκηπίου.
Οι εκπομπές μεθανίου από τη βιομηχανία ορυκτών καυσίμων παραμένουν «σε πολύ υψηλά επίπεδα», προειδοποιεί ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (ΔΟΕ) εν μέσω ενεργειακής κρίσης λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή.
Το 2025, ανέφερε ο ΔΟΕ, οι εκπομπές μεθανίου έφτασαν τους 124 εκατομμύρια τόνους.
Ο Οργανισμός παρουσίασε την ετήσια έκθεσή του «Global Methane Tracker» με την ευκαιρία μιας διεθνούς συνόδου στο Παρίσι, στο πλαίσιο της γαλλικής προεδρίας της Ομάδας των Επτά (G7) περισσότερο ανεπτυγμένων βιομηχανικών χωρών.
Παρουσία υπουργών, οικονομικών και χρηματοοικονομικών παραγόντων, και επιστημόνων., «η συνάντηση έχει στόχο να επιταχύνει την παγκόσμια κινητοποίηση στους κύριους τομείς που εκπέμπουν μεθάνιο: την ενέργεια, τα σκουπίδια και τη γεωργία» ανέφερε με το γαλλικό υπουργείο Οικολογικής Μετάβασης.
Εκτός του ότι είναι κύριο συστατικό του φυσικού αερίου, το άοσμο και άχρωμο μεθάνιο παράγεται επίσης από την αποσύνθεση οργανικής ύλης σε χωματερές και ορυζώνες και από μικρόβια στο έντερο των εκτρεφόμενων ζώων.
Περίπου 580 εκατομμύρια τόνοι μεθανίου εκλύονται κάθε χρόνο στον κόσμο, από το οποίο το 60% προέρχεται από ανθρώπινες δραστηριότητες, με πρώτη την κτηνοτροφία.
Αέριο του θερμοκηπίου
Το μεθάνιο είναι περίπου 80 φορές πιο δραστικό από το διοξείδιο του άνθρακα ως αέριο του θερμοκηπίου και ευθύνεται για περίπου το 30% της αύξησης της θερμοκρασίας από τη βιομηχανική εποχή. Δεδομένου όμως ότι επιζεί στην ατμόσφαιρα μόνο για λίγα χρόνια, αντί για αιώνες όπως το CO2, η μείωση των εκπομπών του θα ήταν ένας από τους ταχύτερους τρόπους να αντιμετωπιστεί η κλιματική αλλαγή.
Σε ελαφρά άνοδο το 2024 (121 μεγατόνοι), οι εκπομπές μεθανίου από τον τον τομέα των ορυκτών καυσίμων παραμένουν κοντά στο ρεκόρ του 2019, με πρώτο το πετρέλαιο (45 Mt), ενώ ακολουθούν ο άνθρακας (43 Mt) και το αέριο (36 Mt).
Παρά τη δέσμευση για μείωση του μεθανίου που υπογράφηκε το 2021 από περίπου 100 χωρες, ανάμεσά τους οι ΗΠΑ και η ΕΕ, οι εκπομπές δεν μειώθηκαν το 2025, σημείωσε ο ΔΟΕ.
Σε κάποιες περιπτώσεις, το μεθάνιο που περισσεύει από γεωτρήσεις καίγεται επί τόπου, συχνά όμως η καύση δεν είναι πλήρης
Στη βιομηχανία του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, το μεθάνιο διαφεύγει από διαρροές στις βάνες και στους αγωγούς αερίου, καθώς και από την αναποτελεσματική εσκεμμένη καύση του μεθανίου που περισσεύει από γεωτρήσεις.
Δοκιμασμένες λύσεις, όπως ο εντοπισμός και η επισκευή διαρροών ή η παύση της εσκεμμένης καύσης, θα επέτρεπε να αποφευχθεί το 30% των εκπομπών που προέρχονται από δραστηριότητες οι οποίες συνδέονται με τα ορυκτά καύσιμα, «με μηδενικό κόστος», καθώς το αέριο που συλλαμβάνεται μπορεί να πωληθεί.
Δεσμεύσεις στα χαρτιά
Ο ΔΟΕ επισημαίνει ότι η ανάκτηση αυτού του αερίου που σπαταλιέται θα επέτρεπε να ενισχυθεί η ενεργειακή ασφάλεια που τίθεται σε δοκιμασία με τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, καθώς θα μπορούσε να εφοδιάσει τις αγορές με 200 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα ετησίως. Αυτό θα απαιτούσε χρόνο, όμως ο ΔΟΕ εκτιμά ότι 15 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα θα μπορούσαν να απελευθερωθούν γρήγορα.
Αυτά τα 200 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα αντιπροσωπεύουν το διπλάσιο των ετήσιων ροών από τα στρατηγικής σημασίας στενά του Ορμούζ, τα οποία έχουν κλείσει από την αρχή του πολέμου.
Ο ΔΟΕ υπογραμμίζει πως οι περισσότερες από τις περίπου 100 χώρες που υπογράφουν την Παγκόσμια Δέσμευση για το Μεθάνιο (Global Methane Pledge) δεν έχουν ακόμα λάβει συγκεκριμένα μέτρα: οι σημερινές δεσμεύσεις εκτιμάται ότι θα αρκούσαν για να μειώσουν τις εκπομπές κατά 20% μέχρι το 2030, κάτω από το στόχο του -30% που έχει τεθεί σε σχέση με το 2020.
Περίπου 70% των εκπομπών μεθανίου από τον τομέα των ορυκτών καυσίμων προέρχεται από τις 10 χώρες με τις περισσότερες εκπομπές, με πρώτη την Κίνα, ενώ ακολουθούν οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ρωσία.
Υπάρχουν εντούτοις πρόοδοι, υπογραμμίζει ο ΔΟΕ, ο οποίος χαιρετίζει τη συνεχή βελτίωση της δορυφορικής παρακολούθησης, η οποία επιτρέπει τον εντοπισμό διαρροών.
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ / Γαλλικό Πρακτορείο Ειδήσεων

















