Ως ένα αντικείμενο με σαφή επιχειρησιακά χαρακτηριστικά, το οποίο μπορεί να δώσει κρίσιμες απαντήσεις για την προέλευσή του, την αποστολή του, τον τρόπο κατεύθυνσης, αλλά και τον πιθανό στόχο του, εξετάζεται πλέον το θαλάσσιο drone που εντοπίστηκε στη Λευκάδα.
Η υπόθεση έχει περάσει στο μικροσκόπιο των εξειδικευμένων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων, καθώς το συγκεκριμένο θαλάσσιο drone που βρέθηκε από ψαρά στη Λευκάδα, φέρεται να διαθέτει εξοπλισμό που παραπέμπει σε πλατφόρμα στρατιωτικής ή παραστρατιωτικής χρήσης.
Το βάρος της έρευνας πέφτει πλέον σε δύο βασικούς άξονες. Ο πρώτος αφορά το λογισμικό, δηλαδή την «ψηφιακή μνήμη» του drone. Ο δεύτερος αφορά τον εξοπλισμό που φέρει, τους αισθητήρες, τα συστήματα επικοινωνίας, την πρόωση, την πηγή ενέργειας, τις κεραίες, την εκρηκτική ύλη, καθώς και κάθε εξάρτημα που μπορεί να οδηγήσει στον κατασκευαστή ή στον τελικό χρήστη.
Οι πρώτες εκτιμήσεις δείχνουν ότι το drone είχε πιθανότατα χάσει την επαφή με τον χειριστή ή το κέντρο που το κατηύθυνε και κινήθηκε ανεξέλεγκτα μέχρι να καταλήξει στη θαλάσσια περιοχή της Λευκάδας. Αυτό, ωστόσο, δεν μειώνει τη σημασία του περιστατικού. Αντιθέτως, την ενισχύει.
Διότι ένα τέτοιο μέσο, ακόμη και αν έχει αποκοπεί από τον έλεγχό του, μπορεί να διατηρεί ενεργό φορτίο, αποθηκευμένα δεδομένα πλεύσης, στοιχεία αποστολής και ίχνη επικοινωνίας που αποκαλύπτουν πολλά περισσότερα από όσα φαίνονται στην πρώτη ματιά.
Το λογισμικό ως «μαύρο κουτί»
Για τα στελέχη που θα εξετάσουν το drone, η μεγαλύτερη αξία δεν βρίσκεται μόνο στο κέλυφος ή στον εξωτερικό του εξοπλισμό, αλλά στα ηλεκτρονικά του συστήματα. Η ανάκτηση δεδομένων από τον υπολογιστή αποστολής, τα συστήματα πλοήγησης, τις μονάδες GPS, τους δέκτες επικοινωνιών και τυχόν αποθηκευτικά μέσα μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική.
Στα κυκλώματα οι ειδικοί μπορούν να αναζητήσουν ίχνη από τη διαδρομή που ακολούθησε. Τα waypoints, δηλαδή τα προκαθορισμένα σημεία πορείας, μπορούν να δείξουν αν το drone είχε αποστολή προς συγκεκριμένη περιοχή ή αν κινήθηκε για μεγάλο διάστημα εκτός ελέγχου. Οι τελευταίες εντολές που δέχθηκε μπορούν να δείξουν αν υπήρχε ενεργός χειριστής, αν λειτούργησε σε αυτόνομο πρόγραμμα ή αν κάποια δυσλειτουργία οδήγησε στην απώλεια ελέγχου.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και η εξέταση των πρωτοκόλλων επικοινωνίας. Από εκεί μπορεί να προκύψει αν το drone κατευθυνόταν μέσω δορυφορικής ζεύξης, μέσω ραδιοζεύξης, μέσω κινητού δικτύου, μέσω relay από άλλο μέσο ή με συνδυασμό αυτών. Η πρώτη εικόνα πάντως δείχνει καθαρά ότι το drone κατευθυνόταν μέσω διπλού συστήματος starlink.
Κάθε συχνότητα, κάθε κρυπτογραφημένο πακέτο δεδομένων, κάθε καταγεγραμμένη προσπάθεια σύνδεσης μπορεί να οδηγήσει σε συμπεράσματα για το επίπεδο τεχνολογίας, την προέλευση του συστήματος και τον βαθμό επαγγελματικής οργάνωσης πίσω από τη χρήση του.
Το λογισμικό μπορεί, επίσης, να αποκαλύψει αν πρόκειται για πλατφόρμα μαζικής παραγωγής, για τροποποιημένο πολιτικό σύστημα ή για κατασκευή ειδικής αποστολής. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ακόμη και τα ονόματα αρχείων, οι γλώσσες προγραμματισμού, τα firmware logs, οι ημερομηνίες εγκατάστασης και οι ρυθμίσεις παραμέτρων μπορούν να λειτουργήσουν ως «δακτυλικά αποτυπώματα».
Το φορτίο και οι αισθητήρες
Παράλληλα με το λογισμικό, κρίσιμη θεωρείται η τεχνική εξέταση του φορτίου. Οι ειδικοί θα βάλουν στο μικροσκόπιο την ποιότητα και ποσότητα της εκρηκτικής ύλης, πυροκροτητές, κάμερες ημέρας ή νύχτας, θερμικές κάμερες, αισθητήρες εντοπισμού στόχου, κεραίες υψηλής απολαβής, δέκτες GPS πολλαπλών συχνοτήτων, συστήματα αποφυγής εμποδίων ή ηλεκτρονικά ίχνη που δείχνουν σύνδεση με συγκεκριμένο τύπο μη επανδρωμένου συστήματος.
Η προέλευση εξαρτημάτων μπορεί επίσης να δώσει απαντήσεις. Πολλά μη επανδρωμένα συστήματα χρησιμοποιούν εμπορικά διαθέσιμα υλικά, τα οποία όμως όταν συνδυάζονται με στρατιωτικό λογισμικό και ειδική διαμόρφωση αποκτούν εντελώς διαφορετικό χαρακτήρα.
Ένας κινητήρας, ένας ελεγκτής πρόωσης, μια κάμερα, ένας δορυφορικός δέκτης ή ένα σύστημα τηλεμετρίας μπορεί να είναι διαθέσιμο στην αγορά, αλλά ο τρόπος ενσωμάτωσής του δείχνει το επίπεδο τεχνογνωσίας εκείνου που κατασκεύασε ή τροποποίησε την πλατφόρμα.
Τα πιθανά σενάρια για τον στόχο
Το μεγάλο ερώτημα που καλείται να απαντήσει η έρευνα είναι αν το drone είχε συγκεκριμένο στόχο ή αν βρέθηκε στην περιοχή έπειτα από απώλεια ελέγχου, παρασυρόμενο από ρεύματα, ανέμους και μηχανική αδράνεια. Στο τραπέζι βρίσκονται περισσότερα από ένα σενάρια, τα οποία εξετάζονται με βάση τη διαδρομή, την κατάσταση του σκάφους, το φορτίο και τα στοιχεία που θα εξαχθούν από τα ηλεκτρονικά του.
Το πρώτο σενάριο αφορά δεξαμενόπλοιο. Τα τάνκερ αποτελούν στόχους υψηλής αξίας, καθώς ένα πλήγμα εναντίον τους μπορεί να προκαλέσει όχι μόνο απώλειες και ζημιές, αλλά και περιβαλλοντική καταστροφή, οικονομική αναστάτωση και διεθνή συναγερμό. Αν το drone είχε σχεδιαστεί για προσβολή πλοίου μεγάλου μεγέθους, τότε οι ειδικοί θα αναζητήσουν στοιχεία σχετικά με το εκρηκτικό φορτίο, την ταχύτητα προσέγγισης, τη δυνατότητα τηλεχειρισμού στην τελική φάση και την ύπαρξη κάμερας ή άλλου συστήματος οπτικής καθοδήγησης.
Το επόμενο σενάριο αφορά εμπορικό πλοίο. Η ευρύτερη θαλάσσια περιοχή του Ιονίου δεν είναι αποκομμένη από σημαντικές γραμμές ναυσιπλοΐας. Ένα USV με εκρηκτικό φορτίο θα μπορούσε θεωρητικά να χρησιμοποιηθεί εναντίον εμπορικού πλοίου, είτε για τρομοκρατικό πλήγμα είτε για στοχευμένη ενέργεια με σκοπό την πρόκληση διεθνούς αντίκτυπου.
Ένα τέτοιο σενάριο θα απαιτούσε, βέβαια, ακριβή γνώση της πορείας του στόχου, δυνατότητα παρακολούθησης και επαρκή έλεγχο μέχρι την τελική φάση προσβολής.
Το τρίτο σενάριο αφορά ιδιωτικό σκάφος ή θαλαμηγό. Αν και σε πρώτη ανάγνωση μοιάζει λιγότερο πιθανό, δεν μπορεί να αποκλειστεί χωρίς δεδομένα. Στην περιοχή του Ιονίου κινούνται συχνά ιδιωτικά σκάφη υψηλής αξίας, ενώ κατά καιρούς υπάρχουν παρουσίες προσώπων οικονομικού, πολιτικού ή άλλου ενδιαφέροντος.
Ένα μικρό, γρήγορο και δύσκολα εντοπίσιμο θαλάσσιο drone θα μπορούσε θεωρητικά να χρησιμοποιηθεί και για στοχευμένη ενέργεια κατά συγκεκριμένου σκάφους, ιδίως αν υπήρχε προγενέστερη πληροφόρηση για το δρομολόγιο.
Το τέταρτο σενάριο αφορά στρατιωτικό ή κρίσιμο στόχο. Η μεταφορά του drone και η εμπλοκή εξειδικευμένων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων δείχνουν ότι το περιστατικό αξιολογείται με αυξημένη σοβαρότητα. Ένα τέτοιο μέσο θα μπορούσε να έχει χρησιμοποιηθεί για αναγνώριση, δοκιμή διείσδυσης, πρόβα επιχειρησιακής προσέγγισης ή ακόμη και για πραγματική αποστολή κρούσης.
Σε αυτή την περίπτωση, τα δεδομένα διαδρομής θα είναι απολύτως κρίσιμα. Αν τα waypoints δείχνουν προσέγγιση προς συγκεκριμένη εγκατάσταση, λιμάνι, αγκυροβόλιο ή περιοχή ενδιαφέροντος, τότε το περιστατικό αποκτά διαφορετικές διαστάσεις.
Η απώλεια επαφής με τον χειριστή
Οι πρώτες εκτιμήσεις που θέλουν το drone να έχει χάσει επαφή με τον χειριστή του θεωρούνται συμβατές με την εικόνα ενός μέσου που βρέθηκε να κινείται ανεξέλεγκτα. Ωστόσο, ακόμη και αυτό πρέπει να αποδειχθεί τεχνικά.
Η απώλεια επικοινωνίας μπορεί να οφείλεται σε δυσλειτουργία, σε παρεμβολή, σε εξάντληση ενέργειας κάποιου υποσυστήματος, σε αδυναμία δορυφορικής σύνδεσης ή σε σκόπιμη εγκατάλειψη του μέσου από τον χειριστή.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι τι έκανε το drone μετά την απώλεια επαφής. Είχε προγραμματισμένη λειτουργία επιστροφής; Συνέχισε προς τον τελευταίο στόχο; Μπήκε σε κατάσταση αναμονής; Ακολούθησε προκαθορισμένη πορεία μέχρι να εξαντληθούν τα καύσιμα; Ή απλώς κινήθηκε μηχανικά, χωρίς επιχειρησιακή λογική;
Γιατί ενδιαφέρουν τις Ένοπλες Δυνάμεις
Η εξέταση του drone έχει ιδιαίτερη σημασία και για έναν ακόμη λόγο. Τα μη επανδρωμένα σκάφη επιφανείας έχουν πλέον αλλάξει τα δεδομένα στον ναυτικό πόλεμο.
Η εμπειρία από τη Μαύρη Θάλασσα έχει δείξει ότι μικρές, ταχύτατες και σχετικά φθηνές πλατφόρμες μπορούν να απειλήσουν πολύ μεγαλύτερες μονάδες, να δημιουργήσουν πίεση σε ναυτικές βάσεις, να αναγκάσουν στόλους να αλλάξουν τρόπο δράσης και να επιβάλουν νέα δόγματα άμυνας λιμένων και πλοίων.
Για την Ελλάδα, με το ιδιαίτερο γεωγραφικό περιβάλλον του Αιγαίου και του Ιονίου, κάθε τέτοιο περιστατικό αποτελεί πολύτιμο μάθημα. Δεν αφορά μόνο το συγκεκριμένο drone. Αφορά την ανάγκη έγκαιρου εντοπισμού μικρών θαλάσσιων στόχων, την επιτήρηση κρίσιμων περιοχών, την προστασία λιμένων, ναυστάθμων, αγκυροβολίων, ενεργειακών υποδομών, εμπορικής ναυτιλίας και μονάδων του Στόλου.
Η τεχνική ανάλυση μπορεί να δώσει στις Ένοπλες Δυνάμεις εικόνα για τις δυνατότητες τέτοιων συστημάτων, τα τρωτά τους σημεία, τις μεθόδους καθοδήγησης, τις συχνότητες που χρησιμοποιούν και τους τρόπους αντιμετώπισής τους. Κάθε στοιχείο που θα εξαχθεί μπορεί να αξιοποιηθεί όχι μόνο για τη συγκεκριμένη έρευνα, αλλά και για την ενίσχυση των ελληνικών διαδικασιών επιτήρησης και άμυνας απέναντι σε ανάλογες απειλές.
Το reverse engineering ως επιχειρησιακή ευκαιρία
Πέρα από την καθαρά ανακριτική και τεχνική διάσταση της υπόθεσης, το drone που εντοπίστηκε στη Λευκάδα μπορεί να αποτελέσει για τις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις μια εξαιρετικά χρήσιμη ευκαιρία τεχνολογικής εκμετάλλευσης μέσω reverse engineering.
Η εξονυχιστική αποσυναρμολόγηση του σκάφους, η χαρτογράφηση της αρχιτεκτονικής του, η ανάλυση των υλικών, της γάστρας, της πρόωσης, των συστημάτων τηλεχειρισμού, των αισθητήρων, των κεραιών και κυρίως του λογισμικού αποστολής μπορούν να προσφέρουν πολύτιμη γνώση όχι μόνο για το συγκεκριμένο μέσο, αλλά συνολικά για τη φιλοσοφία σχεδίασης των σύγχρονων θαλάσσιων μη επανδρωμένων συστημάτων.
Τα εξειδικευμένα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων, σε συνεργασία με φορείς της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας και ερευνητικά κέντρα, μπορούν να αξιοποιήσουν κάθε τεχνικό ίχνος, ώστε να αντιληφθούν πώς επιτυγχάνεται η αυτονομία, η κατεύθυνση, η σταθερότητα πλεύσης, η επικοινωνία με τον χειριστή, η μετάδοση εικόνας και η τελική προσέγγιση στόχου.
Από ένα τέτοιο αντικείμενο μπορούν να εξαχθούν συμπεράσματα για τα δυνατά και τα αδύναμα σημεία της πλατφόρμας, για τις συχνότητες που χρησιμοποιεί, για την αντοχή της σε παρεμβολές, για τον τρόπο με τον οποίο αντιδρά όταν χάνει σύνδεση, αλλά και για τα τεχνικά «κενά» που μπορεί να εκμεταλλευτεί η ελληνική πλευρά σε μελλοντικά συστήματα αντιμετώπισης.
Το reverse engineering δεν σημαίνει απλώς αντιγραφή. Σημαίνει ότι οι Ένοπλες Δυνάμεις μπορούν να μετατρέψουν ένα εύρημα σε επιχειρησιακή γνώση, να ενισχύσουν τα δικά τους αντι-drone και anti-USV δόγματα, να βελτιώσουν τα συστήματα επιτήρησης λιμένων και ναυστάθμων και ταυτόχρονα να δώσουν κατεύθυνση στην εγχώρια ανάπτυξη ελληνικών USV.
Σε μια περίοδο κατά την οποία το Πολεμικό Ναυτικό, η Διοίκηση Ειδικού Πολέμου και συνολικά οι Ένοπλες Δυνάμεις αναζητούν λύσεις σε μη επανδρωμένα μέσα επιφανείας, η τεχνική αξιοποίηση ενός πραγματικού επιχειρησιακού drone μπορεί να αποδειχθεί πολλαπλασιαστής γνώσης. Μπορεί να δείξει τι πρέπει να υιοθετηθεί, τι πρέπει να αποφευχθεί, ποιες τεχνολογίες έχουν πραγματική αξία στο πεδίο και ποιες παραμένουν ευάλωτες σε ηλεκτρονικό πόλεμο, παρεμβολές ή απώλεια καθοδήγησης.
Με άλλα λόγια, το droneτης Λευκάδας δεν είναι μόνο ένα αντικείμενο προς ταυτοποίηση αλλά και ένα απρόσμενο τεχνολογικό δείγμα, από το οποίο η ελληνική πλευρά μπορεί να αντλήσει συμπεράσματα για την επόμενη ημέρα του ναυτικού πολέμου, τόσο στην άμυνα απέναντι σε τέτοιες απειλές όσο και στην ανάπτυξη αντίστοιχων εγχώριων δυνατοτήτων.
Η έρευνα που θα δείξει την προέλευση
Το κρίσιμο ζητούμενο είναι ο κατασκευαστής και ο τελικός χρήστης. Ένα drone μπορεί να έχει κατασκευαστεί σε μια χώρα, να έχει τροποποιηθεί σε άλλη, να έχει αποκτηθεί από τρίτο δίκτυο και να έχει χρησιμοποιηθεί από διαφορετικό φορέα. Για αυτό η έρευνα δεν θα σταθεί μόνο στην εξωτερική ομοιότητα με γνωστά συστήματα, αλλά θα αναζητήσει τεχνικές αποδείξεις.
Σειριακοί αριθμοί, ηλεκτρονικά εξαρτήματα, ίχνη κόλλησης, διαμόρφωση καλωδιώσεων, τύπος καυσίμου, υλικά κατασκευής, λογισμικό πλοήγησης και γεωμετρία γάστρας μπορούν να οδηγήσουν σε ασφαλέστερα συμπεράσματα. Η εξωτερική εικόνα μπορεί να παραπέμπει σε συγκεκριμένη οικογένεια USV, αλλά μόνο η εργαστηριακή ανάλυση μπορεί να επιβεβαιώσει αν πρόκειται για αυθεντικό σύστημα, αντίγραφο, παραλλαγή ή ιδιοκατασκευή.
Ιδιαίτερη σημασία θα έχει και το κατά πόσο το drone φέρει στοιχεία αλλοίωσης. Αν έχουν αφαιρεθεί σειριακοί αριθμοί, αν έχουν σβηστεί δεδομένα ή αν έχουν αντικατασταθεί εξαρτήματα ώστε να δυσκολευτεί η ταυτοποίηση, τότε αυτό από μόνο του αποτελεί ένδειξη προετοιμασίας και επιχειρησιακής πρόθεσης.
Η επόμενη μέρα
Το drone της Λευκάδας ανοίγει μια υπόθεση με πολλά αναπάντητα ερωτήματα. Ποιος το κατασκεύασε; Ποιος το χρησιμοποίησε; Από πού ξεκίνησε; Πού πήγαινε; Γιατί χάθηκε ο έλεγχος; Ποιος ήταν ο στόχος; Ήταν αποστολή κρούσης, αναγνώρισης, δοκιμής ή κάτι διαφορετικό;
Οι απαντήσεις δεν θα δοθούν από εικασίες, αλλά από την τεχνική έρευνα, από το λογισμικό, τα ηλεκτρονικά, τα ίχνη επικοινωνίας, τη διαδρομή που έχει αποτυπωθεί στη μνήμη του και τον εξοπλισμό που μεταφέρει. Εκεί βρίσκεται η πραγματική ταυτότητα του μέσου.
Όμως η υπόθεση δεν εξαντλείται μόνο στην αναζήτηση κατασκευαστή και στόχου. Για τις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις, η ανεύρεση ενός τέτοιου μη επανδρωμένου σκάφους επιφανείας μπορεί να αποτελέσει και μια σπάνια ευκαιρία τεχνολογικής αξιοποίησης.
Μέσα από τη διαδικασία του reverse engineering, τα εξειδικευμένα στελέχη μπορούν να αναλύσουν σε βάθος τη φιλοσοφία σχεδίασης, την αρχιτεκτονική των ηλεκτρονικών, τον τρόπο πλοήγησης, τις επικοινωνίες, τις αντοχές και τις αδυναμίες του συστήματος.
Να δουν πώς αντιδρά όταν χάνει επαφή με τον χειριστή, πώς είναι δομημένο το λογισμικό αποστολής, ποιες συχνότητες ή μέθοδοι καθοδήγησης χρησιμοποιούνται και ποια σημεία μπορούν να αποτελέσουν τρωτά σημεία για μελλοντική αντιμετώπιση ανάλογων απειλών.
Με άλλα λόγια, το drone που βρέθηκε στη Λευκάδα δεν είναι μόνο ένα πειστήριο προς ταυτοποίηση. Είναι και ένα απρόσμενο τεχνολογικό δείγμα, το οποίο μπορεί να μετατραπεί σε πολύτιμη επιχειρησιακή γνώση. Η ανάλυσή του μπορεί να βοηθήσει στην ενίσχυση των ελληνικών δυνατοτήτων επιτήρησης, στην προστασία λιμένων, ναυστάθμων, αγκυροβολίων και μονάδων του Στόλου, αλλά και στην ανάπτυξη πιο αποτελεσματικών αντιμέτρων απέναντι σε μικρά, γρήγορα και δύσκολα εντοπίσιμα θαλάσσια drones.
Ταυτόχρονα, μπορεί να προσφέρει χρήσιμα συμπεράσματα και για την εγχώρια προσπάθεια ανάπτυξης ελληνικών USV, καθώς θα δείξει τι λειτουργεί στην πράξη, τι είναι ευάλωτο, ποιες τεχνολογίες έχουν πραγματική αξία και ποια σημεία πρέπει να προσεχθούν στον σχεδιασμό αντίστοιχων συστημάτων. Η υπόθεση, επομένως, δεν κλείνει με την ανεύρεση του drone.
Αντίθετα, τώρα αρχίζει. Και το πιο πιθανό είναι ότι οι πιο κρίσιμες απαντήσεις δεν βρίσκονται στο εξωτερικό του σκάφους, αλλά στα δεδομένα που κουβαλά μέσα του, στα ηλεκτρονικά του ίχνη και στα τεχνικά μυστικά που μπορεί να αποκαλύψει στις ελληνικές υπηρεσίες.
Κώστας Σαρικάς – OnAlert.gr

















