«Στην αρχή αναζητώ την σύνδεση και την οικειότητα αλλά όταν νιώθω ότι υπάρχει ενδιαφέρον, τρυφερότητα, έλξη και η σχέση αρχίζει και μου γίνεται σημαντική, κάτι μέσα μου αλλάζει σαν να θέλω να πάρω απόσταση, να φοβάμαι μήπως δεθώ, μην δείξω πόσο μου αρέσει, δεν αφήνομαι… Γιατί δυσκολεύομαι τόσο να αφεθώ σε μια σχέση»;
Αν και μπορεί να ακούγεται απλό το να αφεθούμε σε μια σχέση, στην πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετο απ’ όσο φαίνεται. Δεν είναι απλώς μια απόφαση του τύπου «θα εμπιστευτώ», «θα χαλαρώσω», «θα αφήσω τα πράγματα να κυλήσουν». Είναι μια βαθιά ψυχική διαδικασία. Να αφεθώ σημαίνει ότι επιτρέπω σε έναν άλλον άνθρωπο να με δει ως σύνολο, στα ευάλωτα αλλά και στα δυνατά μου κομμάτια. Σημαίνει ότι αφήνω να φανεί πως νοιάζομαι, πως επηρεάζομαι, πως έχω ανάγκη, πως μπορεί και να πονέσω.

Για αρκετούς ανθρώπους, αυτή η έκθεση δεν βιώνεται ως τρυφερότητα, αλλά ως κίνδυνος. Και αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορούν να αγαπήσουν. Συχνά σημαίνει ότι κάποτε η εγγύτητα συνδέθηκε με πόνο, απόρριψη, εγκατάλειψη, κριτική ή αστάθεια.
Αρκετοί άνθρωποι αυτή την έκθεση δεν την αντέχουν, καθώς την βιώνουν όχι ως τρυφερότητα αλλά ως κίνδυνο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν μπορούν να αγαπήσουν. Είναι σημάδι όμως ότι κάποτε η εγγύτητα αυτή συνδέθηκε με πόνο, απόρριψη, εγκατάλειψη, κριτική ή αστάθεια.
Και δυστυχώς οι παρελθοντικές εμπειρίες δεν μένουν στο «εκεί και τότε» αλλά συνεχίζουν και μας συντροφεύουν στο «εδώ και τώρα», οργανώνοντας αθόρυβα τον τρόπο που σχετιζόμαστε στο παρόν.
Αν για παράδειγμα, κάποιος έχει μάθει ότι η αγάπη μπορεί ξαφνικά να πάψει να υπάρχει, να αγνοηθούν οι ανάγκες του ή να χρησιμοποιηθεί εναντίον του η ευαλωτότητά του, τότε είναι φυσικό να δυσκολεύεται να εμπιστευτεί.


Αποτέλεσμα να αναπτύσσονται άμυνες, όπως ο έλεγχος γύρω από το τι νιώθει ο άλλος, σε τι φάση βρίσκεται η σχέση, τι σημαίνει η κάθε αλλαγή στη συμπεριφορά, είτε πιο σιωπηλά με το να μην δείχνει τους προβληματισμούς και να μην εκφράζεται ως τρόπο προστασίας από την αβεβαιότητα.
Υπάρχει όμως και η δυσκολία ή ο φόβος ότι η οικειότητα μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια ελευθερίας, ότι μπορεί η σχέση να τους «ρουφήξει» και να χάσουν την αυτονομία τους ή ότι θα πρέπει να προσαρμοστούν υπερβολικά στις ανάγκες του άλλου. Πιο απλά, είναι σα να μην γνωρίζουν πώς να είναι μέσα στη σχέση αλλά χωρίς να χάσουν τον εαυτό τους.
Αυτό συχνά επηρεάζει και τη σεξουαλική ζωή. Η σεξουαλική οικειότητα δεν αφορά μόνο το σώμα. Αφορά την εμπιστοσύνη, την αίσθηση ασφάλειας, την ικανότητα να είμαι «εδώ», να αφεθώ στη στιγμή. Και αυτό μπορεί να εκφραστεί με αμηχανία, μειωμένη επιθυμία, δυσκολία στη διέγερση.
Πίσω από όλα αυτά, πιθανά βρίσκεται στο να αφεθούν να δείξουν πιο αδύναμοι, ευάλωτοι. Έχουν μάθει ότι το να δείξουν στον άλλον ότι τον έχουν ανάγκη ή ότι χρειάζονται τη βοήθειά του, να ζητήσουν ή ακόμα και να εκφράσουν το άγχος ή το φόβο τους είναι αδυναμία.


Φυσικά, το «να αφεθώ» δεν σημαίνει ότι παραδίδομαι χωρίς λογική αλλά ούτε ότι αγνοώ και πιθανά σημάδια έλλειψης σεβασμού ή συναισθηματικής μη διαθεσιμότητας. Σημαίνει όμως ότι «μπορώ να είμαι παρούσα χωρίς να βρίσκομαι συνεχώς σε άμυνα. Ότι μπορώ να συνδεθώ χωρίς να εξαφανιστώ. Ότι μπορώ να αγαπήσω χωρίς να χάσω την επαφή με τον εαυτό μου».
Συνεπώς, αξίζει να αναρωτηθεί κανείς: «Τι φοβάμαι ότι θα συμβεί αν αφεθώ λίγο περισσότερο; Κρατώ απόσταση επειδή η σχέση δεν είναι ασφαλής ή επειδή μια παλιά πληγή είναι ακόμη ανοιχτή; Μπορώ να εκφράσω την ανάγκη μου χωρίς ντροπή; Μπορώ να σταματήσω να ψάχνω παγίδες;»
Χρειάζεται χρόνος και δουλειά για να αφεθεί ένας άνθρωπος, κάτι που γίνεται σταδιακά, χωρίς κριτική και χωρίς να θεωρείται η εγγύτητα ως απειλή απαραίτητα. Στη σχέση είναι σημαντικό να μάθουμε να λειτουργούμε στους δικούς μας ρυθμούς, αφήνοντας και στον άλλον χώρο, χωρίς να εγκαταλείπουμε τον εαυτό μας.
Κείμενο: Μαρίνα Μόσχα

















