Λίγες ώρες πριν από την παγκόσμια πρεμιέρα της πολυαναμενόμενης «Οδύσσειας», ο Κρίστοφερ Νόλαν παραδέχτηκε ότι, παρά την τεράστια εμπειρία και τις διαδοχικές επιτυχίες του, εξακολουθεί να κυριαρχείται από τον ίδιο φόβο κάθε φορά που μια νέα ταινία του συναντά το κοινό. Για τον βραβευμένο με Όσκαρ σκηνοθέτη, η κρίση των θεατών είναι εκείνη που ολοκληρώνει πραγματικά ένα κινηματογραφικό έργο.

«Δεν γίνεται ποτέ πιο εύκολο. Γυρίζω ταινίες για το κοινό και το κοινό είναι αυτό που αποφασίζει αν πέτυχαν ή όχι.»

Σε συνέντευξή του στον Guardian, ο δημιουργός του Oppenheimer περιγράφει την «Οδύσσεια» ως το μεγαλύτερο ρίσκο της μέχρι σήμερα καριέρας του. Η παραγωγή, που σύμφωνα με πληροφορίες κόστισε περίπου 250 εκατομμύρια δολάρια, δεν χρειάζεται απλώς μια καλή εισπρακτική πορεία, αλλά φιλοδοξεί να μετατραπεί σε παγκόσμιο κινηματογραφικό γεγονός.

YouTube thumbnail

«Αν δεν φοβόμουν κάθε φορά που κυκλοφορεί μια νέα δουλειά μου, μάλλον δεν θα έκανα σωστά τη δουλειά μου»

«Δεν γίνεται ποτέ πιο εύκολο», λέει χαρακτηριστικά. «Γυρίζω ταινίες για το κοινό και εκείνο είναι που αποφασίζει αν πέτυχαν ή όχι. Δεν μπορώ να κρυφτώ πίσω από δικαιολογίες ή να ισχυριστώ ότι οι θεατές δεν κατάλαβαν την ταινία. Αν δεν φοβόμουν κάθε φορά που κυκλοφορεί μια νέα δουλειά μου, μάλλον δεν θα έκανα σωστά τη δουλειά μου».

Παρότι μιλά για «καθαρό τρόμο», ο ίδιος εμφανίζεται πιο ήρεμος από ποτέ. Όσοι τον γνωρίζουν τον περιγράφουν ως έναν άνθρωπο ιδιαίτερα συγκρατημένο στις δημόσιες εμφανίσεις του, που αποκαλύπτει ελάχιστα για την προσωπική του ζωή. Ωστόσο, κάτι φαίνεται να έχει αλλάξει μετά τον θρίαμβο του Oppenheimer, το οποίο του χάρισε επτά Όσκαρ και του άνοιξε τον δρόμο για να πραγματοποιήσει ένα όνειρο που κουβαλούσε εδώ και δεκαετίες.

«Πέρασα χρόνια μιλώντας για τις μη γραμμικές αφηγήσεις των ταινιών μου και μετά επέστρεψα στο αρχαιότερο λογοτεχνικό κείμενο, που έχει μια πραγματικά ριζοσπαστική δομή.»

Ένας ακόμη λόγος, όπως εξομολογείται, είναι ότι η ζωή του μπήκε σε μια νέα φάση. Τα τέσσερα παιδιά του έχουν πλέον φύγει από το σπίτι και μαζί με τη σύζυγο και παραγωγό Έμα Τόμας απέκτησαν για πρώτη φορά σκύλο, έναν σοκολατί λαμπραντόρ με το όνομα Τσάρλι. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Νόλαν αποκαλεί την «Οδύσσεια» «την απόλυτη ταινία για σκύλους», αναφερόμενος στον Άργο, τον πιστό σύντροφο του Οδυσσέα, που τον αναγνωρίζει αμέσως όταν εκείνος επιστρέφει στην Ιθάκη ύστερα από είκοσι χρόνια απουσίας. Στο τρέιλερ της ταινίας, ο Άργος εμφανίζεται μάλιστα ως κουτάβι.

Η ιδέα για την κινηματογραφική μεταφορά γεννήθηκε αμέσως μετά την επιτυχία του Oppenheimer. Όπως αποκαλύπτει, όταν παρέλαβε το Όσκαρ Σκηνοθεσίας από τον Στίβεν Σπίλμπεργκ ένιωσε ότι του δινόταν πλέον η ευκαιρία να πραγματοποιήσει ένα σχέδιο που υπό άλλες συνθήκες κανένα στούντιο δεν θα ενέκρινε. Η Έμα Τόμας συμφωνεί, λέγοντας ότι δύσκολα κάποιο κινηματογραφικό στούντιο θα χρηματοδοτούσε μια υπερπαραγωγή βασισμένη σε ένα έπος ηλικίας σχεδόν 2.700 ετών χωρίς την προηγούμενη επιτυχία του Oppenheimer.

Η συγγραφή του σεναρίου ξεκίνησε την άνοιξη του 2024, όμως η ιδέα ωρίμαζε στο μυαλό του πολύ νωρίτερα. Ο Νόλαν εξηγεί ότι πάντα τον γοήτευε η αφηγηματική δομή του ομηρικού έπους, με τις συνεχείς αναδρομές και τις ιστορίες μέσα στις ιστορίες, στοιχεία που θεωρεί εντυπωσιακά σύγχρονα, παρά το γεγονός ότι προέρχονται από ένα από τα αρχαιότερα λογοτεχνικά έργα της ανθρωπότητας.

Tι σχέση έχει ο Κρίστοφερ Νόλαν με τον Όμηρο;

Η σχέση του με τον Όμηρο, πάντως, ξεκινά αρκετά χρόνια πριν. Στις αρχές της δεκαετίας του 2000 είχε συνδεθεί με την κινηματογραφική μεταφορά της Ιλιάδας, βασισμένη σε σενάριο του Ντέιβιντ Μπένιοφ, πριν τελικά το έργο καταλήξει στον Βόλφγκανγκ Πέτερσεν ως η ταινία «Τροία». Εκείνη την περίοδο γεννήθηκε και η πρώτη εικόνα που αργότερα εξελίχθηκε στην «Οδύσσεια»: ο Δούρειος Ίππος εγκαταλελειμμένος στην ακτή, να βυθίζεται σιγά-σιγά στην άμμο. Ο ίδιος παραδέχεται ότι κράτησε αυτή την ιδέα στο μυαλό του για περίπου είκοσι χρόνια.

«Υπήρξαν στιγμές που ένιωσα πως ίσως είχα αναλάβει κάτι μεγαλύτερο από όσο μπορούσα να διαχειριστώ.»

Τα γυρίσματα εξελίχθηκαν σε μία από τις πιο απαιτητικές παραγωγές που έχουν πραγματοποιήσει ο Νόλαν και οι συνεργάτες του. Η ομάδα ταξίδεψε σε έξι χώρες μέσα σε έξι μήνες, κινηματογραφώντας ερήμους, βουνά, θάλασσες και αρκτικά τοπία. Σε αρκετές περιπτώσεις, η πρόσβαση στα γυρίσματα γινόταν μόνο με ελικόπτερο ή ύστερα από πολύωρες πεζοπορίες, ενώ οι βαριές κάμερες IMAX μεταφέρονταν σε δύσβατες περιοχές κάτω από ιδιαίτερα αντίξοες συνθήκες. Η Τόμας περιγράφει την εμπειρία σαν να γύριζαν επτά διαφορετικές υπερπαραγωγές ταυτόχρονα.

Γιατί επιλέγει φυσικά τοπία;

Παρότι ο Νόλαν έχει συνδέσει το όνομά του με απαιτητικά γυρίσματα σε φυσικές τοποθεσίες και με την προτίμησή του στα πρακτικά εφέ αντί των ψηφιακών, επιμένει ότι δεν επιδιώκει τη δυσκολία για τη δυσκολία. Όπως εξηγεί, τα αληθινά τοπία προσφέρουν μια κλίμακα, μια αυθεντικότητα και απρόβλεπτες στιγμές που δεν μπορούν να αναπαραχθούν σε ένα κινηματογραφικό στούντιο. Ωστόσο παραδέχεται ότι υπήρξαν στιγμές που αναρωτήθηκε αν είχε αναλάβει κάτι μεγαλύτερο από τις δυνάμεις του.

«Η φύση και ο πραγματικός κόσμος σου δίνουν μια κλίμακα, επιλογές και απρόβλεπτες στιγμές που δεν μπορείς να βρεις σε ένα στούντιο.»

Το μεγαλύτερο άγχος του, όπως αποκαλύπτει, δεν το ένιωθε κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων αλλά κάθε Κυριακή βράδυ, όταν διάβαζε το πρόγραμμα της επόμενης εβδομάδας. Τότε ήταν που δυσκολευόταν να κοιμηθεί, αναρωτώμενος πώς θα κατάφερνε να ολοκληρώσει όσα είχαν προγραμματιστεί.

Ανάμεσα στις πιο δύσκολες τοποθεσίες ήταν και το ερειπωμένο κάστρο Castello di Santa Caterina στη Σικελία, που χρησιμοποιήθηκε ως η Ιθάκη του Οδυσσέα. Η πρόσβαση απαιτούσε καθημερινή πεζοπορία περίπου 45 λεπτών σε απότομο μονοπάτι. Ο Νόλαν θυμάται ότι ο Τομ Χόλαντ ανέβαινε την πλαγιά με χαρακτηριστική άνεση, δίνοντας το παράδειγμα σε όλο το συνεργείο.

Η ανθρώπινη διάσταση το μύθου

Πριν ακόμη φτάσει στις κινηματογραφικές αίθουσες, η «Οδύσσεια» βρέθηκε στο επίκεντρο πολιτισμικών αντιπαραθέσεων εξαιτίας επιλογών στο καστ, όπως η συμμετοχή της Λουπίτα Νιόνγκο στον ρόλο της Ελένης και του Έλιοτ Πέιτζ στον ρόλο του Σίνωνα. Ο Νόλαν αποφεύγει να σχολιάσει ευθέως την κριτική, προτιμώντας να μιλήσει για τον τρόπο με τον οποίο προσέγγισε τους γυναικείους χαρακτήρες του έπους. Όπως υποστηρίζει, στην πρωτότυπη αφήγηση λειτουργούν κυρίως ως συμβολικές μορφές, ενώ η δική του ταινία επιδιώκει να αναδείξει την ανθρώπινη πλευρά τους, πέρα από τον μύθο και τα αρχέτυπα.

«Οι γυναίκες στο ομηρικό κείμενο είναι σύμβολα. Αυτό που πέτυχαν οι ηθοποιοί είναι να αποκαλύψουν τον άνθρωπο πίσω από το σύμβολο.»

Ο ίδιος αποδίδει μεγάλο μέρος αυτής της εξέλιξης στις ερμηνείες των ηθοποιών και στις συζητήσεις που είχε μαζί τους κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας, επισημαίνοντας ότι η ουσιαστική ανάπτυξη ενός χαρακτήρα δεν προκύπτει μόνο από το σενάριο αλλά και από τη συνεργασία με τους ερμηνευτές.

Παρά το γεγονός ότι η «Οδύσσεια» αναμένεται να τον συνοδεύσει για πολλούς ακόμη μήνες, μέσα από διεθνείς πρεμιέρες και τη μακρά διαδρομή της στη βραβευτική περίοδο, ο Νόλαν ομολογεί ότι αυτό που λαχταρά περισσότερο είναι λίγο ελεύθερο χρόνο. Αν και αναγνωρίζει πως βαριέται εύκολα και συνήθως επιστρέφει γρήγορα στη δουλειά, αυτή τη φορά δηλώνει πως θέλει πρώτα να απολαύσει μια μικρή ανάπαυλα, προτού αρχίσει να σκέφτεται το επόμενο κινηματογραφικό του ταξίδι.

* Από την Ευγενία Κοτρώτσιου



Πηγή