Λίγες ανθρώπινες εμπειρίες είναι τόσο καθολικές – και ταυτόχρονα τόσο δύσκολο να κατανοηθούν – όσο η μοναξιά.

Πέρα από ένα απλό συναίσθημα μελαγχολίας ή μια διαχρονική πηγή έμπνευσης για αμέτρητα τραγούδια και έργα τέχνης, η μοναξιά συνδέεται με χαμηλότερη ευημερία, χειρότερη ψυχική και σωματική υγεία, αλλά και με αυξημένο κίνδυνο πρόωρου θανάτου.

Στη σύγχρονη εποχή, παρά την εκρηκτική ανάπτυξη των social media και των ψηφιακών μορφών επικοινωνίας, η αίσθηση ότι οι άνθρωποι απομακρύνονται μεταξύ τους φαίνεται να ενισχύεται.

Δεν είναι τυχαίο ότι η μοναξιά έχει χαρακτηριστεί από αρκετούς ως μια σύγχρονη «επιδημία». Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας αναγνωρίζει πλέον την κοινωνική αποσύνδεση και τη μοναξιά ως σημαντικά ζητήματα δημόσιας υγείας, με επιπτώσεις στην υγεία και στην ποιότητα ζωής.

Για την πληρέστερη κατανόηση του φαινομένου, δύο ερευνητές από τους κλάδους της Πολιτικής και της Οικονομίας, οι Dennis Wesselbaum και David Leblang, ανέλυσαν τις απαντήσεις στην Παγκόσμια Έρευνα της Gallup από περισσότερους από 218.000 ανθρώπους σε σχεδόν 150 χώρες.

Η έρευνα δείχνει ότι περίπου ένας στους πέντε ανθρώπους παγκοσμίως ανέφερε πως αισθάνεται μοναξιά κατά τη διάρκεια μιας τυπικής ημέρας.

Ωστόσο, αυτός ο παγκόσμιος μέσος όρος έκρυβε ένα σημαντικό χάσμα. Στις χώρες υψηλού εισοδήματος, το 15,7% των ανθρώπων δήλωσε ότι βιώνει μοναξιά, ενώ στις χώρες χαμηλού εισοδήματος το ποσοστό έφτανε σχεδόν το ένα τρίτο του πληθυσμού (31,3%).

Τα ευρήματα αυτά αμφισβητούν την κλασική αντίληψη ότι η μοναξιά αποτελεί αποκλειστικά έναν προσωπικό αγώνα.

Αντίθετα, δείχνουν ότι πρόκειται και για ένα κοινωνικό φαινόμενο, το οποίο επηρεάζεται από τις οικονομικές συνθήκες, τους θεσμούς και τη δύναμη των κοινοτικών δεσμών.

Γιατί η μοναξιά είναι συχνότερη στις φτωχότερες χώρες;

Η υψηλότερη μοναξιά στις χώρες χαμηλού εισοδήματος δεν σημαίνει απαραίτητα ότι οι άνθρωποι εκεί έχουν λιγότερη ανάγκη για κοινωνικές σχέσεις ή ότι οι κοινωνίες τους είναι λιγότερο συλλογικές.

Αντίθετα, συχνά αποτελεί αποτέλεσμα των δυσκολότερων συνθηκών ζωής. Η φτώχεια, η ανεργία, η περιορισμένη πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας και κοινωνικής προστασίας, αλλά και η κοινωνική ανασφάλεια μπορούν να αυξήσουν την αίσθηση απομόνωσης και αποκλεισμού.

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας επισημαίνει ότι το χαμηλό εισόδημα, η χαμηλή εκπαίδευση, η κακή υγεία και οι μεγάλες κοινωνικές αλλαγές αποτελούν σημαντικούς παράγοντες που συνδέονται με τη μοναξιά.

Παράλληλα, στις φτωχότερες κοινωνίες οι άνθρωποι συχνά αντιμετωπίζουν περισσότερα εμπόδια στη δημιουργία σταθερών δικτύων υποστήριξης: μετακινήσεις λόγω εργασίας ή κρίσεων, μετανάστευση, έλλειψη υποδομών, περιορισμένες ευκαιρίες συμμετοχής σε οργανωμένες κοινωνικές δραστηριότητες και ασθενέστερα συστήματα κοινωνικής προστασίας.

Η κοινωνική απομόνωση, επομένως, δεν προκύπτει μόνο από την απουσία ανθρώπων γύρω μας, αλλά και από την έλλειψη πόρων και ευκαιριών που επιτρέπουν τη δημιουργία ουσιαστικών σχέσεων.

Η Παγκόσμια Τράπεζα έχει επίσης επισημάνει ότι η κοινωνική ένταξη αποτελεί πολυδιάστατο ζήτημα που συνδέεται στενά με τη φτώχεια, τις ανισότητες και την πρόσβαση σε δυνατότητες συμμετοχής στην κοινωνία.

Η παγκόσμια εικόνα

Στα δεδομένα που αναλύθηκαν, ένας παράγοντας ξεχώριζε σταθερά, γράφουν οι Dennis Wesselbaum και David Leblang σε άρθρο τους στο The Conversation.

Αυτός ήταν η σημασία του κοινωνικού κεφαλαίου: η ύπαρξη εμπιστοσύνης και αξιόπιστων δικτύων υποστήριξης.

Οι άνθρωποι που δηλώνουν ότι έχουν άλλους στους οποίους μπορούν να βασιστούν είναι πολύ λιγότερο πιθανό να αισθάνονται μοναξιά, ανεξάρτητα από τη χώρα ή την περιοχή στην οποία ζουν.

Άλλοι παράγοντες, όπως η κακή υγεία, η ανεργία και η απουσία συντρόφου, έπαιξαν επίσης σημαντικό ρόλο.

Τα άτομα με υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο είχαν την τάση να βιώνουν λιγότερη μοναξιά στις χώρες μεσαίου και υψηλού εισοδήματος. Ωστόσο, αυτή η σχέση ήταν πολύ πιο αδύναμη στις χώρες χαμηλού εισοδήματος, όπου οι ευρύτερες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες φαίνεται να επηρεάζουν περισσότερο την καθημερινή ζωή των ανθρώπων.

Τα ευρήματα οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η μοναξιά συχνά αποτελεί αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης ανάμεσα στις προσωπικές συνθήκες ενός ανθρώπου και στο κοινωνικό περιβάλλον μέσα στο οποίο ζει.

Υπάρχει πράγματι παγκόσμια «επιδημία» μοναξιάς;

Παρότι η αντίληψη ότι η μοναξιά αυξάνεται παντού έχει διαδοθεί ευρέως, τα διαθέσιμα δεδομένα από 113 χώρες μεταξύ 2023 και 2024 δεν δείχνουν μια ξεκάθαρη παγκόσμια ανοδική τάση.

Στην πραγματικότητα, σχεδόν τα δύο τρίτα των χωρών φαίνεται να κατέγραψαν χαμηλότερα ποσοστά μοναξιάς το 2024 σε σύγκριση με το 2023.

Ωστόσο, η εικόνα δεν ήταν ίδια παντού. Τα ποσοστά μοναξιάς αυξήθηκαν σημαντικά στις χώρες χαμηλού εισοδήματος, παρέμειναν σχετικά σταθερά στις χώρες μεσαίου εισοδήματος και μειώθηκαν στις χώρες υψηλού εισοδήματος.

Τι μπορούμε να κάνουμε για την αντιμετώπιση της μοναξιάς;

Οι συνέπειες της μοναξιάς ξεπερνούν κατά πολύ το απλό αίσθημα δυσφορίας.

Σε όλες τις περιοχές και εισοδηματικές ομάδες, οι άνθρωποι που ανέφεραν ότι αισθάνονται μοναξιά είχαν χαμηλότερη ικανοποίηση από τη ζωή τους, τόσο σε σχέση με το παρόν όσο και με τις προσδοκίες τους για το μέλλον.

Παράλληλα, ήταν πιο πιθανό να βιώνουν άγχος, ανησυχία, θυμό και σωματικό πόνο, ενώ ήταν λιγότερο πιθανό να δηλώνουν ότι απολαμβάνουν την καθημερινότητά τους.

Τα ευρήματα δείχνουν επίσης ότι δεν υπάρχει μία μοναδική λύση για τη μοναξιά.

Στις χώρες χαμηλού εισοδήματος, όπου η μοναξιά είναι συχνότερη και φαίνεται να αυξάνεται, η αντιμετώπιση της φτώχειας, η βελτίωση των συστημάτων υγείας και η ενίσχυση της κοινωνικής προστασίας μπορούν να βοηθήσουν τους ανθρώπους να δημιουργήσουν πιο σταθερές κοινωνικές σχέσεις.

Στις πλουσιότερες χώρες, όπου η μοναξιά είναι λιγότερο συχνή αλλά εξακολουθεί να επηρεάζει εκατομμύρια ανθρώπους, η πρόκληση είναι διαφορετική. Η επένδυση σε κοινοτικές οργανώσεις, δημόσιους χώρους και ευκαιρίες ουσιαστικής ανθρώπινης επαφής μπορεί να είναι εξίσου σημαντική με την επέκταση των υπηρεσιών ψυχικής υγείας.

Σε τελική ανάλυση, η μοναξιά δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται μόνο ως μια ατομική ψυχολογική εμπειρία. Αποτελεί επίσης έναν καθρέφτη της κοινωνίας στην οποία ζούμε και της ποιότητας των δεσμών που αυτή δημιουργεί.

Η αντιμετώπισή της μπορεί να βελτιώσει την ευημερία των ανθρώπων, να ενισχύσει την παραγωγικότητα και να συμβάλει στη δημιουργία πιο δυνατών και πιο συνδεδεμένων κοινοτήτων.

Πηγή: in.gr



Πηγή