Καθοριστική ενίσχυση για την αεράμυνα των Ενόπλων Δυνάμεων χώρας σηματοδοτεί η σημερινή υπογραφή στο Τελ Αβίβ της κρίσιμης συμφωνίας για την ανάπτυξη του νέου, πολυεπίπεδου αντιαεροπορικού θόλου.

Το φιλόδοξο πρόγραμμα που υπογράφεται στο Τελ Αβίβ, με την κωδική ονομασία «Ασπίδα του Αχιλλέα», αποτελεί μέρος του ευρύτερου στρατηγικού σχεδιασμού των Ενόπλων Δυνάμεων στο πλαίσιο της «Ατζέντας 2030».

Οι υπογραφές στο Ισραήλ αποτελούν την αφετηρία ενός προγράμματος που δεν αφορά απλώς την αγορά νέων αντιαεροπορικών συστημάτων, αλλά τη συνολική αναμόρφωση του τρόπου με τον οποίο οι Ένοπλες Δυνάμεις θα εντοπίζουν, θα αξιολογούν και τελικά θα αντιμετωπίζουν οποιαδήποτε απειλή προέρχεται από τον αέρα.

Η φιλοσοφία πάνω στην οποία βασίζεται ο νέος «Θόλος» είναι αυτή της πολυστρωματικής άμυνας. Βαλλιστικοί πύραυλοι, πύραυλοι cruise, μαχητικά αεροσκάφη, UAV, μικρότερα drones, κατευθυνόμενα πυρομαχικά αλλά και άλλες εναέριες απειλές θα μπορούν να εντοπίζονται έγκαιρα και να αντιμετωπίζονται σε διαφορετικές αποστάσεις και ύψη, ανάλογα με τα χαρακτηριστικά τους. Αντί δηλαδή κάθε αντιαεροπορικό σύστημα να λειτουργεί αυτόνομα και να προστατεύει αποκλειστικά μια συγκεκριμένη περιοχή ή εγκατάσταση, η νέα αρχιτεκτονική προβλέπει τη δημιουργία ενός ενιαίου πλέγματος αισθητήρων, κέντρων διοίκησης και μονάδων πυρός που θα ανταλλάσσουν συνεχώς δεδομένα.

Στην «καρδιά» αυτής της αρχιτεκτονικής βρίσκονται τα David’s Sling, BARAK MX και SPYDER, σε συνδυασμό με τα προηγμένα radar ELM-2084. Τα τρία συστήματα δεν έχουν τον ίδιο ρόλο ούτε προορίζονται να αντιμετωπίζουν ακριβώς τις ίδιες απειλές. Αντίθετα, λειτουργούν συμπληρωματικά, δημιουργώντας διαδοχικές ζώνες προστασίας, από την αντιμετώπιση μικρών και χαμηλά ιπτάμενων στόχων έως την αναχαίτιση πυραύλων σε πολύ μεγαλύτερες αποστάσεις. Το αποτέλεσμα που επιδιώκει το ΓΕΕΘΑ είναι να μην υπάρχει μία μόνο γραμμή άμυνας, αλλά πολλαπλές ευκαιρίες εντοπισμού και καταστροφής κάθε εισερχόμενης απειλής.

Το ελληνικό C2, ο «εγκέφαλος» ολόκληρου του Θόλου

Το σημαντικότερο στοιχείο του προγράμματος, ωστόσο, δεν είναι μόνο οι πύραυλοι και οι εκτοξευτές. Ο πραγματικός «εγκέφαλος» του νέου Θόλου θα είναι το Command and Control System, το C2, το οποίο σύμφωνα με τον σχεδιασμό θα είναι ελληνικής κατασκευής με αξιοποίηση ισραηλινής τεχνογνωσίας. Μέσω του C2 θα δημιουργείται η ενιαία επιχειρησιακή εικόνα, θα συγκεντρώνονται τα δεδομένα από τους αισθητήρες και θα γίνεται η κατανομή των στόχων στο καταλληλότερο κάθε φορά οπλικό σύστημα.

Ακριβώς αυτή η δυνατότητα μετατρέπει το πρόγραμμα από μια συμβατική προμήθεια αντιαεροπορικών όπλων σε μια πραγματικά δικτυοκεντρική αρχιτεκτονική αεράμυνας. Το C2 δεν σχεδιάζεται να συνδέεται αποκλειστικά με τα David’s Sling, BARAK MX, SPYDER και ELM-2084, αλλά να μπορεί σταδιακά να ενσωματώνει και άλλους αισθητήρες και οπλικά συστήματα των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων. Μαχητικά αεροσκάφη, UAV, επίγεια radar, συστήματα επιτήρησης και μονάδες επιφανείας του Πολεμικού Ναυτικού μπορούν να αποτελέσουν κόμβους του ίδιου δικτύου και να τροφοδοτούν συνεχώς την κοινή επιχειρησιακή εικόνα.

Έτσι, ο αισθητήρας που εντοπίζει μια απειλή δεν είναι απαραίτητο να ανήκει στο σύστημα που τελικά θα την καταστρέψει. Ένα ραντάρ μπορεί να εντοπίσει και να παρακολουθεί τον στόχο, τα δεδομένα να μεταβιβαστούν μέσω του C2 και η εμπλοκή να ανατεθεί στη μονάδα πυρός που βρίσκεται στην καλύτερη θέση και διαθέτει το καταλληλότερο όπλο. Πρόκειται για τη βασική φιλοσοφία του σύγχρονου δικτυοκεντρικού πολέμου, όπου η πληροφορία δεν παραμένει «εγκλωβισμένη» σε κάθε πλατφόρμα, αλλά διαμοιράζεται σε πραγματικό χρόνο σε ολόκληρο το δίκτυο.

David’s Sling: Η βαριά αντιβαλλιστική «ομπρέλα»

Στην υψηλότερη βαθμίδα της νέας ελληνικής αεράμυνας τοποθετείται το David’s Sling, το οποίο προορίζεται να αποτελέσει το ισχυρότερο επίπεδο προστασίας απέναντι στις πλέον απαιτητικές πυραυλικές απειλές. Πρόκειται για ένα σύστημα το οποίο έχει σχεδιαστεί με ιδιαίτερη έμφαση στην αντιμετώπιση πυραύλων και άλλων σύνθετων εναέριων στόχων, με τον προηγμένο αναχαιτιστή Stunner να αποτελεί το βασικό του όπλο.

Η ένταξη του David’s Sling στο ελληνικό οπλοστάσιο αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς ενισχύει αποφασιστικά την αντιβαλλιστική διάσταση της ελληνικής αεράμυνας. Οι συγκρούσεις των τελευταίων ετών έχουν καταδείξει ότι οι βαλλιστικοί πύραυλοι, τα όπλα stand-off και οι πύραυλοι cruise μπορούν να χρησιμοποιηθούν μαζικά εναντίον στρατιωτικών και στρατηγικών στόχων, από αεροπορικές βάσεις και ναυστάθμους έως κέντρα διοίκησης, λιμάνια και ενεργειακές υποδομές. Κατά συνέπεια, η προστασία κρίσιμων εγκαταστάσεων δεν μπορεί πλέον να βασίζεται αποκλειστικά στην αντιμετώπιση αεροσκαφών, αλλά απαιτεί δυνατότητα αναχαίτισης όπλων που εκτοξεύονται ακόμη και εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά.

Το David’s Sling έρχεται να δημιουργήσει ακριβώς αυτή την ανώτερη «οροφή» προστασίας, λειτουργώντας συμπληρωματικά με τις υπόλοιπες βαθμίδες του Θόλου. Η αξία του δεν περιορίζεται μόνο στην ικανότητα αναχαίτισης μιας συγκεκριμένης κατηγορίας πυραύλων, αλλά στην ένταξή του σε ένα δίκτυο που θα γνωρίζει σε πραγματικό χρόνο τι πλησιάζει, από ποια κατεύθυνση και ποιο είναι το καταλληλότερο διαθέσιμο μέσο για να το αντιμετωπίσει.

BARAK MX: Η ραχοκοκαλιά της πολυστρωματικής άμυνας

Καθοριστικό ρόλο στη μεσαία και μεγάλη ζώνη προστασίας αναμένεται να αναλάβει το BARAK MX, ένα σύστημα που από τη σχεδίασή του ακολουθεί τη φιλοσοφία της δικτυοκεντρικής αεράμυνας. Η δυνατότητα χρήσης διαφορετικών αναχαιτιστών επιτρέπει στο BARAK MX να αντιμετωπίζει πολλαπλές κατηγορίες απειλών και σε διαφορετικές αποστάσεις, από μαχητικά αεροσκάφη και UAV έως πυραύλους cruise και βαλλιστικού τύπου στόχους.

Οι διαφορετικές εκδόσεις των αναχαιτιστών BARAK δημιουργούν ουσιαστικά πολλαπλές ζώνες εμπλοκής μέσα στο ίδιο σύστημα, με την έκδοση Extended Range να προσφέρει εμβέλεια που φτάνει έως τα 150 χιλιόμετρα. Αυτό επιτρέπει στην ελληνική αεράμυνα να μην περιμένει μια απειλή να φτάσει κοντά στον στόχο της, αλλά να επιχειρεί την αναχαίτισή της πολύ νωρίτερα και, εφόσον απαιτηθεί, να διαθέτει επιπλέον ευκαιρίες εμπλοκής από τα επόμενα επίπεδα του Θόλου.

Η συγκεκριμένη φιλοσοφία έχει ιδιαίτερη αξία για την ελληνική γεωγραφία. Η ηπειρωτική χώρα, το Αρχιπέλαγος, οι εκατοντάδες νησιωτικοί σχηματισμοί και οι κρίσιμες στρατιωτικές εγκαταστάσεις δημιουργούν ένα εξαιρετικά απαιτητικό περιβάλλον για οποιοδήποτε σύστημα αεράμυνας. Η δυνατότητα δημιουργίας επικαλυπτόμενων ζωνών προστασίας και κυρίως η ανταλλαγή δεδομένων μεταξύ διαφορετικών αισθητήρων και μονάδων πυρός επιτρέπει να αντιμετωπιστεί αυτή η γεωγραφική ιδιαιτερότητα πολύ αποτελεσματικότερα από ό,τι με την παραδοσιακή λογική των αυτόνομων αντιαεροπορικών πυροβολαρχιών.

SPYDER: Η πρώτη γραμμή απέναντι σε αεροσκάφη και drones

Στις μικρότερες και μεσαίες αποστάσεις, το SPYDER αναλαμβάνει έναν διαφορετικό αλλά εξίσου κρίσιμο ρόλο. Το σύστημα της Rafael είναι σχεδιασμένο για γρήγορη αντίδραση απέναντι σε μαχητικά αεροσκάφη, ελικόπτερα, UAV, drones και άλλους χαμηλά ιπτάμενους στόχους, αξιοποιώντας αναχαιτιστές της οικογένειας Python και Derby. Η σημασία του αυξάνεται κατακόρυφα στο σημερινό επιχειρησιακό περιβάλλον, όπου ακόμη και σχετικά φθηνά μη επανδρωμένα συστήματα μπορούν να χρησιμοποιηθούν μαζικά για κορεσμό της αεράμυνας.

Η ύπαρξη διαφορετικών βαθμίδων αναχαίτισης επιτρέπει παράλληλα την ορθολογικότερη χρήση των διαθέσιμων όπλων. Δεν υπάρχει επιχειρησιακός ή οικονομικός λόγος να χρησιμοποιείται ένας πολύ ακριβός αναχαιτιστής της ανώτερης αντιβαλλιστικής βαθμίδας απέναντι σε ένα μικρό UAV, όταν η ίδια απειλή μπορεί να καταστραφεί από ένα σύστημα χαμηλότερου επιπέδου. Το C2 θα μπορεί να αξιολογεί το είδος του στόχου και να επιλέγει το καταλληλότερο μέσο εμπλοκής, διατηρώντας τα ισχυρότερα και ακριβότερα όπλα διαθέσιμα για τις πραγματικά σοβαρές απειλές.

ELM-2084: Τα «μάτια» της νέας ασπίδας

Τα radar ELM-2084 αποτελούν έναν ακόμη κομβικό κρίκο της νέας αρχιτεκτονικής, καθώς η αποτελεσματικότητα κάθε αντιαεροπορικού συστήματος εξαρτάται πρωτίστως από το πόσο γρήγορα και με πόση ακρίβεια μπορεί να εντοπιστεί μια απειλή. Τα προηγμένα AESA radar έχουν σχεδιαστεί για την ταυτόχρονη επιτήρηση και παρακολούθηση μεγάλου αριθμού στόχων και μπορούν να τροφοδοτούν συνεχώς το δίκτυο με δεδομένα για την πορεία και τα χαρακτηριστικά τους.

Η έγκαιρη προειδοποίηση αποτελεί καθοριστικό παράγοντα ειδικά απέναντι σε πυραυλικές επιθέσεις, όπου κάθε δευτερόλεπτο έχει σημασία. Όσο νωρίτερα εντοπίζεται ο στόχος τόσο μεγαλύτερος είναι ο διαθέσιμος χρόνος για την αναγνώριση και ταξινόμησή του, την επιλογή του κατάλληλου αναχαιτιστή και την πραγματοποίηση της εμπλοκής. Σε ένα ολοκληρωμένο δίκτυο, μάλιστα, τα δεδομένα των ELM-2084 θα μπορούν να συνδυάζονται με πληροφορίες από άλλους αισθητήρες, δημιουργώντας πολύ πληρέστερη εικόνα της αεροπορικής και πυραυλικής απειλής.

Ο «Θόλος» απελευθερώνει την Πολεμική Αεροπορία

Μία από τις σημαντικότερες επιχειρησιακές συνέπειες της νέας αρχιτεκτονικής αφορά την Πολεμική Αεροπορία. Όσο μεγαλύτερο μέρος της προστασίας κρίσιμων περιοχών και εγκαταστάσεων μπορεί να αναλάβει ένα ισχυρό επίγειο δίκτυο αεράμυνας τόσο περισσότερες δυνάμεις της Πολεμικής Αεροπορίας μπορούν να αποδεσμευτούν από καθαρά αμυντικές αποστολές και να χρησιμοποιηθούν εκεί όπου πραγματικά πολλαπλασιάζουν την ελληνική ισχύ.

Τα F-16 Viper, τα Rafale και στο μέλλον τα F-35 δεν θα αποτελούν τη μοναδική απάντηση απέναντι σε κάθε εναέρια απειλή. Ο νέος Θόλος δημιουργεί ένα ισχυρό προστατευτικό πλέγμα πίσω από το οποίο τα μαχητικά μπορούν να αναλαμβάνουν πολύ πιο επιθετικές αποστολές, από την απόκτηση και διατήρηση αεροπορικής υπεροχής έως αποστολές κρούσης, προσβολής στόχων μεγάλης αξίας και καταστολής της εχθρικής αεράμυνας.

Αυτό είναι ίσως ένα από τα σημαντικότερα αποτελέσματα του προγράμματος και ταυτόχρονα ένα στοιχείο που συχνά υποτιμάται όταν η συζήτηση περιορίζεται στις τεχνικές δυνατότητες των αντιαεροπορικών συστημάτων. Ένας ισχυρός Θόλος δεν αυξάνει μόνο την άμυνα της χώρας αλλά επιτρέπει ταυτόχρονα στην Πολεμική Αεροπορία να διαθέσει μεγαλύτερο αριθμό από τα πλέον προηγμένα μαχητικά της για επιθετικές αποστολές, μετατρέποντας ουσιαστικά την αμυντική επένδυση σε πολλαπλασιαστή της συνολικής αποτρεπτικής και επιθετικής ισχύος.

FDI και Bergamini με μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων

Ανάλογη είναι η επίδραση που μπορεί να έχει ο νέος Θόλος στον επιχειρησιακό σχεδιασμό του Πολεμικού Ναυτικού. Οι νέες FDI HN, οι ελληνικές Belharra, διαθέτουν κορυφαίες δυνατότητες αεράμυνας περιοχής, ενώ και οι υπό απόκτηση ιταλικές Bergamini προσθέτουν σημαντική ισχύ στον Στόλο. Όσο όμως ενισχύεται η χερσαία και διακλαδική αεράμυνα, τόσο περιορίζεται η ανάγκη να δεσμεύονται πολύτιμες μονάδες επιφανείας αποκλειστικά στην προστασία συγκεκριμένων περιοχών ή κρίσιμων εγκαταστάσεων από εναέριες απειλές.

Οι νέες φρεγάτες μπορούν έτσι να αποκτήσουν μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων και να αξιοποιηθούν σε αποστολές που εκτείνονται πολύ πέρα από την κλασική αεράμυνα περιοχής. Μπορούν να συνοδεύουν ναυτικές δυνάμεις σε μεγάλες αποστάσεις, να ελέγχουν κρίσιμες θαλάσσιες περιοχές, να προστατεύουν γραμμές επικοινωνιών και, κυρίως, να αναλαμβάνουν αποστολές κρούσης στο πλαίσιο του σχεδιασμού του ΓΕΕΘΑ για την απόκτηση όπλων μεγάλου βεληνεκούς.

Η λογική είναι αντίστοιχη με αυτή που αφορά την Πολεμική Αεροπορία. Όσο ισχυρότερη είναι η ασπίδα τόσο περισσότερες πλατφόρμες απελευθερώνονται για να λειτουργήσουν ως οπλικά συστήματα κρούσης. Μια FDI ή μια Bergamini που δεν είναι υποχρεωμένη να παραμένει σε μια συγκεκριμένη περιοχή αποκλειστικά για να παρέχει αεράμυνα μπορεί να κινηθεί πολύ πιο επιθετικά και να αξιοποιήσει πλήρως τους αισθητήρες και τα όπλα της.

Από την παραδοσιακή αεράμυνα στον δικτυοκεντρικό πόλεμο

Η πραγματική σημασία του νέου Θόλου βρίσκεται τελικά στο γεγονός ότι δεν αποτελεί ένα μεμονωμένο εξοπλιστικό πρόγραμμα. Εντάσσεται στη συνολική μετάβαση των Ενόπλων Δυνάμεων σε ένα νέο μοντέλο επιχειρήσεων, στο οποίο οι αισθητήρες, τα όπλα και οι πλατφόρμες των τριών Κλάδων λειτουργούν ως τμήματα ενός κοινού δικτύου. Τα F-35, τα Rafale, τα F-16 Viper, οι FDI, οι Bergamini, τα UAV, τα επίγεια radar και τα νέα αντιαεροπορικά συστήματα αποκτούν πολύ μεγαλύτερη αξία όταν μπορούν να ανταλλάσσουν πληροφορίες και να επιχειρούν πάνω στην ίδια εικόνα του πεδίου μάχης.

Το σημαντικότερο πλεονέκτημα ενός τέτοιου δικτύου είναι ότι ο αντίπαλος δεν έχει πλέον απέναντί του μια σειρά από μεμονωμένες πυροβολαρχίες ή πλατφόρμες, αλλά ένα ενιαίο σύστημα. Ένας στόχος μπορεί να εντοπιστεί από έναν αισθητήρα στη στεριά, να παρακολουθηθεί από διαφορετική πλατφόρμα και να προσβληθεί από το καταλληλότερο διαθέσιμο όπλο, χωρίς να απαιτείται ο αισθητήρας και ο «shooter» να βρίσκονται στο ίδιο σημείο ή ακόμη και να ανήκουν στον ίδιο Κλάδο.

Με την ολοκλήρωση του προγράμματος, η Ελλάδα επιχειρεί επομένως να περάσει από την παραδοσιακή αντιαεροπορική άμυνα σε ένα Integrated Air and Missile Defence Network που θα καλύπτει όσο το δυνατόν μεγαλύτερο μέρος της επικράτειας και των κρίσιμων στρατιωτικών υποδομών. Τα David’s Sling, BARAK MX και SPYDER αποτελούν τα «όπλα», τα ELM-2084 και οι υπόλοιποι αισθητήρες τα «μάτια», όμως το C2 είναι αυτό που θα συνδέει τα πάντα και θα μετατρέπει τις επιμέρους δυνατότητες σε ένα ενιαίο σύστημα μάχης.

Και αυτή ακριβώς είναι η μεγαλύτερη αλλαγή που σηματοδοτεί ο νέος ελληνικός Θόλος. Δεν αφορά μόνο την ικανότητα της χώρας να καταρρίπτει αεροσκάφη, drones ή πυραύλους που κατευθύνονται προς ελληνικούς στόχους. Αφορά τη δυνατότητα των Ενόπλων Δυνάμεων να γνωρίζουν νωρίτερα τι συμβαίνει, να μοιράζονται την ίδια επιχειρησιακή εικόνα και να χρησιμοποιούν κάθε φορά το καταλληλότερο όπλο απέναντι σε κάθε απειλή.

Ταυτόχρονα, η νέα ασπίδα δημιουργεί τις προϋποθέσεις ώστε τα συστήματα κρούσης των Ενόπλων Δυνάμεων να αποκτήσουν πολύ μεγαλύτερη ελευθερία δράσης. Μαχητικά που μέχρι σήμερα θα έπρεπε να δεσμευτούν για την προστασία κρίσιμων στόχων μπορούν να αναλάβουν αποστολές αεροπορικής υπεροχής και κρούσης, ενώ οι νέες φρεγάτες μπορούν να κινηθούν μακρύτερα και να αξιοποιηθούν σε αποστολές προβολής ισχύος και στρατηγικής κρούσης. Ο νέος Θόλος, κατά συνέπεια, δεν αλλάζει μόνο τον τρόπο άμυνας απέναντι στην απειλή από τον αέρα αλλά συνολικά τον τρόπο με τον οποίο οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις σχεδιάζουν να πολεμήσουν στο σύγχρονο πεδίο επιχειρήσεων.

Του Κώστα Σαρικά

Πηγή OnAlert.gr



Πηγή