Οι ωκεανοί δεν λειτουργούν σαν απομονωμένα συστήματα. Μια μεταβολή στον τροπικό Ειρηνικό, που συνδέεται με την κλιματική αλλαγή, μπορεί να μεταδοθεί μέσω της ατμόσφαιρας και να επηρεάσει, χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, τη θερμοκρασία του Ινδικού Ωκεανού.

Νέα μελέτη δείχνει, όμως, ότι ένα σημαντικό μέρος αυτής της σχέσης έχει αλλάξει τις τελευταίες δεκαετίες. Η ανθρωπογενής υπερθέρμανση φαίνεται πλέον να ασκεί τόσο ισχυρή επίδραση στον Ινδικό, ώστε να υπερκαλύπτει ένα κλιματικό σήμα που έφτανε παραδοσιακά από τον Ειρηνικό.

Η ατμοσφαιρική «γέφυρα» των δύο ωκεανών

Στο επίκεντρο της μελέτης βρέθηκε η κυκλοφορία Walker του Ειρηνικού (Pacific Walker circulation), ένα τεράστιο σύστημα κίνησης του αέρα πάνω από τις τροπικές περιοχές. Οι διαφορές στη θερμοκρασία της επιφάνειας του ωκεανού κάνουν τον θερμό αέρα να ανεβαίνει σε ορισμένα σημεία, να μετακινείται ψηλότερα στην ατμόσφαιρα και να κατεβαίνει αλλού, επηρεάζοντας τους ανέμους κοντά στην επιφάνεια.

Όταν αυτή η κυκλοφορία μεταβάλλεται, όπως συμβαίνει, για παράδειγμα, κατά τη διάρκεια του Ελ Νίνιο, οι συνέπειες μπορούν να φτάσουν έως τον Ινδικό Ωκεανό. Ιστορικά, η εξασθένησή της συνδεόταν με μια ευρεία άνοδο της θερμοκρασίας στα τροπικά νερά του Ινδικού κατά την επόμενη εποχή.

Τι άλλαξε τις τελευταίες δεκαετίες με την κλιματική αλλαγή

Στη μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο Nature Communications, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι αυτή η σύνδεση έχει αποδυναμωθεί σημαντικά. Από τη δεκαετία του 1950, ο τροπικός Ινδικός Ωκεανός θερμαίνεται κατά περίπου 0,1 βαθμό Κελσίου ανά δεκαετία, κυρίως εξαιτίας της αύξησης των αερίων του θερμοκηπίου. Την ίδια στιγμή, η κυκλοφορία Walker του Ειρηνικού έχει ενισχυθεί από τη δεκαετία του 1980.

Πιο απλά, ο Ινδικός Ωκεανός συνεχίζει να θερμαίνεται, ακόμη και όταν οι συνθήκες στον Ειρηνικό θα συνδέονταν παλαιότερα με διαφορετική αντίδραση. Η μεταξύ τους σχέση όχι μόνο εξασθένησε, αλλά άλλαξε κατεύθυνση, σύμφωνα με τα σύγχρονα δεδομένα.

Για να διαπιστώσουν αν πρόκειται για μια εξαιρετικά σπάνια εξέλιξη ή για μια φυσική διακύμανση, οι επιστήμονες ανέτρεξαν σε δεδομένα του παρελθόντος. Συνδύασαν συγκεκριμένα, σύγχρονες μετρήσεις και κλιματικά μοντέλα με 35 καταγραφές από κοράλλια, τρεις από δακτυλίους δέντρων και μία από σταλαγμίτη, ανασυνθέτοντας τις κλιματικές μεταβολές από το 1631 έως το 1990.

Τι μας λέει το παρελθόν

Σχεδόν καθ’όλη τη διάρκεια των τεσσάρων αιώνων, τα δύο συστήματα κινούνταν σε γενικές γραμμές μαζί. Μια αξιοσημείωτη εξαίρεση εμφανίστηκε μεταξύ 1810 και 1850, περίοδο κατά την οποία σημειώθηκαν διαδοχικές ισχυρές ηφαιστειακές εκρήξεις, ανάμεσά τους και εκείνη του Ταμπόρα το 1815. Τα σωματίδια που έφτασαν ψηλά στην ατμόσφαιρα περιόρισαν προσωρινά την ηλιακή ακτινοβολία και προκάλεσαν άνιση ψύξη, διαταράσσοντας τη σύνδεση των ωκεανών.

Η σημερινή μεταβολή διαφέρει επειδή συνοδεύεται από παρατεταμένη ανθρωπογενή θέρμανση. Η σχέση που καταγράφηκε την περίοδο 1945–2025 ήταν διαφορετική από ό,τι είχε συμβεί στο 95% των αντίστοιχων περιόδων της προηγούμενης χιλιετίας, σύμφωνα με τις ανασυνθέσεις και τις προσομοιώσεις. Αυτό φάνηκε να ισχύει ακόμη και σε περιόδους έντονης ηφαιστειακής δραστηριότητας, αναφέρουν οι ερευνητές.

Η κλιματική αλλαγή «μπαίνει στη μέση»

Το εύρημα έχει σημασία επειδή οι σταθερές σχέσεις μεταξύ των τροπικών ωκεανών βοηθούν τους επιστήμονες να προβλέπουν βροχοπτώσεις και άλλες κλιματικές συνθήκες στην Αφρική, στην Ασία και στην Αυστραλία. Αν αυτές οι σχέσεις αλλάζουν, τα μοντέλα πρόγνωσης και η διαχείριση των υδάτινων πόρων θα πρέπει να προσαρμοστούν.

Παρότι δεν γνωρίζουμε πώς θα εξελιχθεί η κυκλοφορία του Ειρηνικού, καθίσταται σαφές ότι η κλιματική αλλαγή δεν θερμαίνει απλώς τους ωκεανούς αλλά μεταβάλλει και τον τρόπο με τον οποίο αλληλεπιδρούν.



Πηγή