Ο ξαφνικός θάνατος του Γιώργου Μαζωνάκη, σε ηλικία 54 ετών, προκάλεσε σοκ και ένα τεράστιο κύμα θλίψης με τα social media να γεμίζουν τραγούδια, φωτογραφίες, συνεντεύξεις, στιγμές από συναυλίες του και τα «αντίο» όλου του κόσμου που αγάπησε τη μουσική του.
Πώς γίνεται, όμως, να μας πονά τόσο η απώλεια ενός ανθρώπου που δεν γνωρίζαμε προσωπικά; Η ψυχολογία έχει ασχοληθεί με το φαινόμενο και δείχνει ότι πίσω από αυτή τη βαθιά θλίψη υπάρχει κάτι περισσότερο από τον θαυμασμό για έναν καλλιτέχνη.
Γιατί νιώθουμε κοντά σε έναν άνθρωπο που δεν έχουμε γνωρίσει;
Οι επιστήμονες χρησιμοποιούν τον όρο παρακοινωνική σχέση (parasocial relationship) για να περιγράψουν τη μονόπλευρη σχέση που μπορεί να αναπτύξει κανείς με ένα δημόσιο πρόσωπο, όπως έναν καλλιτέχνη.
Δεν υπάρχει προσωπική, αμφίδρομη σχέση. Ωστόσο, μέσα από τα τραγούδια, τις συνεντεύξεις, τη συνεχή παρουσία του στα social media κ.λπ., ένας καλλιτέχνης μπορεί να γίνει ένα εξαιρετικά οικείο πρόσωπο. Και αυτή η αίσθηση οικειότητας μπορεί να έχει πραγματικό συναισθηματικό βάρος.
Μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Death Studies εξέτασε το κατά πόσο το πένθος για ένα διάσημο άτομο διαφέρει από εκείνο για έναν άνθρωπο που υπάρχει πραγματικά στον κοινωνικό μας κύκλο. Στην έρευνα συμμετείχαν 271 άτομα. Το εντυπωσιακό εύρημα ήταν ότι την ένταση του αναμενόμενου πένθους δεν καθόριζε τόσο το αν το πρόσωπο ήταν διάσημο ή κάποιος από το πραγματικό κοινωνικό περιβάλλον. Μεγαλύτερη σημασία είχε το πόσο κοντά ένιωθε κανείς μαζί του. Όσο ισχυρότερο ήταν το αίσθημα εγγύτητας, τόσο εντονότερη ήταν και η αναμενόμενη αντίδραση στην απώλεια.
Όταν ο καλλιτέχνης γίνεται κομμάτι της δικής μας ζωής
Στην περίπτωση των μουσικών υπάρχει και κάτι ακόμη που αξίζει να αναφερθεί.
Ένα τραγούδι δεν συνδέεται μόνο με τον άνθρωπο που το ερμηνεύει. Συνδέεται και με δικές μας στιγμές. Μπορεί να μας θυμίζει έναν μεγάλο έρωτα, έναν χωρισμό, ένα καλοκαίρι, τα φοιτητικά μας χρόνια, μια παρέα που δεν υπάρχει πια, μια συγκεκριμένη περίοδο της ζωής μας…
Έτσι, όταν πεθαίνει ένας καλλιτέχνης που μας συνόδευε επί χρόνια, δεν χάνεται μόνο ένα δημόσιο πρόσωπο. Η είδηση μπορεί να λειτουργήσει σαν υπενθύμιση ότι έχει περάσει χρόνος και από τη δική μας ζωή.
Έρευνα μελέτησε ειδικά ανθρώπους ύστερα από την απώλεια ενός μουσικού τον οποίο θεωρούσαν προσωπικά σημαντικό. Μέσα από συνεντεύξεις, οι ερευνητές εντόπισαν τρία βασικά θέματα: τη βαθιά σημασία της σχέσης που ένιωθαν ότι είχαν αναπτύξει με τον μουσικό, τη δυσκολία να αναγνωριστεί το πένθος τους από τους άλλους και την ανάγκη να γίνει κοινωνικά αποδεκτό αυτό που ένιωθαν.
Οι ερευνητές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ο αντίκτυπος του θανάτου ενός μουσικού-τραγουδιστή μπορεί να είναι βαθιά προσωπικός, παρότι συχνά δεν αναγνωρίζεται επαρκώς από το κοινωνικό περιβάλλον.
«Μα δεν τον γνώριζες…»
Στην επιστημονική βιβλιογραφία συναντάμε τον όρο disenfranchised grief, δηλαδή ένα πένθος που δεν αναγνωρίζεται ή δεν θεωρείται από τους γύρω τόσο «δικαιολογημένο» όσο άλλες μορφές απώλειας.
Κάποιος μπορεί να νιώθει πραγματική θλίψη για τον θάνατο ενός καλλιτέχνη και ταυτόχρονα να αισθάνεται ότι δεν «δικαιούται» να στενοχωριέται τόσο, ακριβώς επειδή δεν τον γνώριζε προσωπικά.
Όμως η απουσία προσωπικής γνωριμίας δεν σημαίνει, όπως είπαμε, απαραίτητα και απουσία συναισθηματικού δεσμού. Η παραπάνω έρευνα για το πένθος μετά τον θάνατο αγαπημένων μουσικών δείχνει ακριβώς αυτή την αντίφαση: η απώλεια μπορεί να βιώνεται ως πολύ προσωπική, ενώ παράλληλα να μην αναγνωρίζεται ως τέτοια από τους άλλους.
Πενθούμε μαζί
Όταν πεθαίνει ένα πολύ αγαπητό δημόσιο πρόσωπο, το ατομικό συναίσθημα μπορεί να μετατραπεί σε κάτι συλλογικό. Χιλιάδες άνθρωποι ανεβάζουν το ίδιο τραγούδι, θυμούνται συναυλίες, μοιράζονται παλιές συνεντεύξεις και γράφουν τη δική τους ιστορία γύρω από τον άνθρωπο που πέθανε. Τα social media έχουν δημιουργήσει ουσιαστικά έναν νέο δημόσιο χώρο πένθους.
Έρευνα που εξέτασε τις αντιδράσεις μετά τον ξαφνικό θάνατο του Κόμπι Μπράιαντ διαπίστωσε ότι το σοκ και η θλίψη κυριαρχούσαν αρχικά στις αναρτήσεις. Οι χρήστες αντιμετώπιζαν την απώλεια ανακαλώντας αναμνήσεις και τιμώντας δημόσια τον άνθρωπο που είχε πεθάνει. Μάλιστα, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι το παρακοινωνικό πένθος δεν ήταν απλώς μια στιγμιαία αντίδραση: όπως και άλλες μορφές πένθους, εξελισσόταν με την πάροδο του χρόνου.
Αντίστοιχη έρευνα μετά τον θάνατο του Στίβεν Χόκινγκ εντόπισε στα social media συναισθήματα όπως θλίψη, σοκ, αγάπη και νοσταλγία. Οι άνθρωποι δημιουργούσαν προσωπικά αφιερώματα, μοιράζονταν αναμνήσεις και συμμετείχαν σε μια μορφή δημόσιου, ψηφιακού πένθους.
Δεν πενθούμε μόνο τον άνθρωπο
Ίσως, τελικά, αυτό να εξηγεί γιατί ο θάνατος ενός καλλιτέχνη μπορεί να μας επηρεάζει τόσο πολύ. Δεν πενθούμε μόνο ένα πρόσωπο που βλέπαμε στην τηλεόραση ή ακούγαμε στο ραδιόφωνο. Πενθούμε και όσα έχουμε συνδέσει μαζί του. Τις ηλικίες από τις οποίες περάσαμε, τους ανθρώπους με τους οποίους ακούγαμε τα τραγούδια του, τις βραδινές εξόδους, τους έρωτες, τις παρέες, τις εποχές που έχουν πια τελειώσει…
Γι’ αυτό και μια τέτοια απώλεια μπορεί να μοιάζει παράξενα προσωπική. Ο καλλιτέχνης μπορεί να μη μας γνώριζε ποτέ. Εμείς, όμως, μπορεί να είχαμε δώσει στη φωνή, στα τραγούδια και στην παρουσία του μια θέση μέσα στη δική μας ιστορία.
Και όταν εκείνος «φεύγει», ένα μικρό κομμάτι αυτής της ιστορίας μοιάζει ξαφνικά να κλείνει μαζί του.
Αντίο σπουδαίε ΜΑΖΩ. Έσπασες τα στεγανά και αγαπήθηκες όσο λίγοι…






