Κάθε καλοκαίρι, μετά τα αποτελέσματα των Πανελληνίων, σε πολλά ελληνικά σπίτια ανοίγει η ίδια συζήτηση. Το παιδί δεν πέρασε εκεί που ήθελε, ή πέρασε σε μια σχολή σε πόλη μακρινή και σε αντικείμενο που δεν το ενθουσιάζει. Οι επιλογές που μπαίνουν στο τραπέζι είναι συνήθως τρεις: να δεχτεί ό,τι βγήκε, να ξαναδώσει την επόμενη χρονιά ή να φύγει για σπουδές στο εξωτερικό. Τα τελευταία χρόνια όμως η εικόνα έχει αρχίσει να αλλάζει.

Για δεκαετίες, το εξωτερικό ήταν για πολλές οικογένειες η «λύση ανάγκης» που κόστιζε ακριβά. Δίδακτρα, ενοίκιο σε ευρωπαϊκές πόλεις με υψηλό κόστος ζωής, εισιτήρια, και κυρίως η απόσταση. Ένας δεκαοχτάχρονος που φεύγει μόνος του για τρία ή τέσσερα χρόνια δεν μαθαίνει μόνο ένα αντικείμενο. Μαθαίνει να ζει μόνος, κάτι που για άλλους είναι ευλογία και για άλλους δύσκολη δοκιμασία. Επιπλέον, αρκετοί από αυτούς τους φοιτητές δεν επιστρέφουν ποτέ, και η χώρα χάνει ανθρώπους που εκπαίδευσε ως τα δεκαοχτώ τους.

Ο νόμος του 2024, που επέτρεψε τη λειτουργία μη κρατικών πανεπιστημίων στην Ελλάδα με τη μορφή παραρτημάτων ξένων ιδρυμάτων, πρόσθεσε μια τέταρτη επιλογή σε αυτή τη συζήτηση. Παράλληλα, εδώ και χρόνια λειτουργούν στη χώρα κολλέγια που προσφέρουν προγράμματα σε συνεργασία με πανεπιστήμια του εξωτερικού, με τον τίτλο να απονέμεται από το ξένο ίδρυμα. Τα κολλέγια δεν έχουν το νομικό καθεστώς πανεπιστημίου, κάτι που συχνά μπερδεύει τους γονείς. Στην πράξη, όταν μια οικογένεια ψάχνει ιδιωτικά πανεπιστήμια, εξετάζει συνήθως και τις δύο κατηγορίες, ως τρόπο να αποκτήσει το παιδί διεθνή τίτλο χωρίς να χρειαστεί να μετακομίσει σε άλλη χώρα.

Όπως κάθε σημαντική απόφαση, και αυτή θέλει προσεκτική έρευνα. Το πρώτο ερώτημα είναι η αναγνώριση: ποιος απονέμει τον τίτλο, αν και πώς αναγνωρίζεται επαγγελματικά στην Ελλάδα, αν δίνει πρόσβαση σε μεταπτυχιακά. Αυτές οι πληροφορίες πρέπει να αναζητηθούν σε επίσημες πηγές και όχι μόνο στο ενημερωτικό υλικό. Το δεύτερο είναι το ίδιο το πρόγραμμα, δηλαδή οι καθηγητές, το ποσοστό πρακτικής εξάσκησης, οι υποδομές, η σύνδεση με την αγορά εργασίας. Το τρίτο, συχνά παραμελημένο, είναι αν το αντικείμενο ταιριάζει πραγματικά στο παιδί, ή αν απλώς αναζητείται μια διέξοδος από τη λογική των μορίων.

Η οικονομική πλευρά θέλει κι αυτή καθαρούς αριθμούς. Τα δίδακτρα ενός ιδιωτικού ιδρύματος στην Ελλάδα δεν είναι αμελητέα, αλλά όταν συγκρίνονται με το συνολικό κόστος διαβίωσης σε μια ξένη πρωτεύουσα, η διαφορά μπορεί να είναι μεγάλη. Αν ο φοιτητής μάλιστα σπουδάζει στην πόλη όπου ήδη ζει η οικογένεια, το κόστος στέγασης μηδενίζεται. Αυτό δεν κάνει την επιλογή αυτόματα καλύτερη, την κάνει όμως εφικτή για περισσότερους.

Το πιο ενδιαφέρον σε όλη αυτή την αλλαγή είναι μάλλον ότι η συζήτηση μετακινείται από το «πού θα περάσει» στο «τι θέλει να σπουδάσει». Όταν οι επιλογές είναι περισσότερες, η ερώτηση για το αντικείμενο γίνεται πιο κεντρική, και αυτό είναι καλό για όλους. Ένας νέος που διαλέγει κάτι που τον ενδιαφέρει, σε ένα περιβάλλον που του ταιριάζει, έχει πολύ περισσότερες πιθανότητες να τελειώσει τις σπουδές του με όρεξη και σχέδιο για τα επόμενα βήματα.