Τον Μάιο του 2007, η Έιμι Γουάινχαουζ ήταν μόλις 23 ετών, είχε κυκλοφορήσει το Back to Black, έναν δίσκο που θα άλλαζε τη σύγχρονη μουσική, και είχε παντρευτεί τον άνδρα που θεωρούσε τον μεγάλο έρωτα της ζωής της. Δεν μπορούσε να γνωρίζει ότι τέσσερα χρόνια αργότερα θα πέθαινε, σε ηλικία 27 ετών.
Εκείνη την περίοδο, σε ένα πολυτελές εστιατόριο του Λος Άντζελες, παραχώρησε μια συνέντευξη στην Άριελ Λεβέ για το The Sunday Times Magazine. Μίλησε για τον Μπλέικ Φίλντερ-Σίβιλ, την επιθυμία της να αποκτήσει παιδιά, την αδιαφορία της για τη διασημότητα και τον φόβο που είχε όταν ήταν μικρότερη: να πεθάνει χωρίς να έχει αφήσει το αποτύπωμά της στον κόσμο.
Η συνέντευξη δεν δημοσιεύτηκε ποτέ. Οι ηχογραφήσεις ξεχάστηκαν σε ένα συρτάρι και παρέμειναν εκεί για σχεδόν είκοσι χρόνια.
Τώρα, με αφορμή τη συμπλήρωση δύο δεκαετιών από την κυκλοφορία του Back to Black, η Λεβέ επιστρέφει σε εκείνη τη συνάντηση, παρουσιάζοντας στους Sunday Times μια διαφορετική εικόνα της τραγουδίστριας: μιας γυναίκας που είχε κατακτήσει τη διεθνή αναγνώριση, αλλά αναζητούσε την ευτυχία πολύ μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας.

«Ξέρω ότι θα πεθάνουμε μαζί»
Η συνάντησή τους πραγματοποιήθηκε στο Asia de Cuba, το εστιατόριο του ξενοδοχείου Mondrian στη Sunset Boulevard. Η Γουάινχαουζ, ντυμένη στα μαύρα, καθόταν ανάμεσα στα κατάλευκα, υπερμεγέθη έπιπλα του χώρου.
Δεν έδειχνε ιδιαίτερα πρόθυμη να μιλήσει. Είχε φτάσει στο Λος Άντζελες μόλις μία ώρα νωρίτερα και ο σύζυγός της, Μπλέικ Φίλντερ-Σίβιλ, την περίμενε στο ξενοδοχείο.
Οι δυο τους είχαν παντρευτεί λίγες ημέρες πριν στο Μαϊάμι, χωρίς να προσκαλέσουν κανένα μέλος της οικογένειάς τους. Η απόφαση ήταν αυθόρμητη, αποτέλεσμα της επανασύνδεσής τους έπειτα από μια ταραχώδη σχέση.
Όπως εξηγούσε η Γουάινχαουζ, είχαν καταλάβει ότι αγαπούσαν βαθιά ο ένας τον άλλον και ότι, πέρα από ζευγάρι, ήταν και καλύτεροι φίλοι.
Η πρώτη τους γνωριμία είχε γίνει το 2005, σε μια παμπ στο Κάμντεν. Η Έιμι περίμενε να παίξει μπιλιάρδο όταν ο Μπλέικ πλησίασε το τραπέζι, τοποθετώντας ένα κέρμα για να εξασφαλίσει την επόμενη παρτίδα μαζί της.
Ακολούθησε ένας έντονος δεσμός, με χωρισμούς και επανασυνδέσεις. Όταν εκείνος επέστρεψε στην προηγούμενη σύντροφό του, η Γουάινχαουζ βίωσε έναν επώδυνο χωρισμό, που αποτέλεσε βασική πηγή έμπνευσης για το Back to Black.
Σύμφωνα με όσα αφηγήθηκε στη Λεβέ, στην αρχή και οι δύο προσπαθούσαν να αρνηθούν τα συναισθήματά τους. Η σχέση ήταν τόσο έντονη ώστε τους τρόμαζε.
Όταν η δημοσιογράφος τη ρώτησε αν φανταζόταν τον εαυτό της μαζί του έπειτα από τριάντα χρόνια, εκείνη απάντησε με βεβαιότητα ότι θα πέθαιναν μαζί.
Η Λεβέ έσπευσε να προσθέσει ότι ήλπιζε αυτό να συμβεί όταν θα είχαν γεράσει. Η τραγουδίστρια γέλασε.
Για την Έιμι, εκείνη τη στιγμή, ο γάμος της φαινόταν να αποτελεί τη μεγαλύτερη προσωπική της επιτυχία.
«Αν πεθάνω αύριο, δεν πειράζει»
Από τις πιο συγκλονιστικές στιγμές της συνέντευξης είναι η συζήτηση για τον θάνατο και την υστεροφημία.
Η Γουάινχαουζ παραδέχτηκε ότι, όταν ήταν έφηβη, την απασχολούσε έντονα η πιθανότητα να πεθάνει χωρίς να έχει αφήσει κάτι πίσω της.
Δεν ήθελε να περάσει από τη ζωή χωρίς να δημιουργήσει κάτι που θα είχε σημασία.
Ωστόσο, στα 23 της, έχοντας ολοκληρώσει το Back to Black, ένιωθε ότι είχε ήδη πραγματοποιήσει έναν σημαντικό προσωπικό στόχο.
Δεν χρειαζόταν να αποδείξει κάτι περισσότερο. Ήταν περήφανη για τον δίσκο της και ήθελε πλέον να βλέπει τους ανθρώπους που αγαπούσε να προοδεύουν.
Η δήλωσή της ότι, ακόμη κι αν πέθαινε την επόμενη ημέρα, θα ήταν εντάξει με όσα είχε πετύχει, αποκτά αναπόφευκτα διαφορετικό βάρος σήμερα.
Δεν ήταν μια πρόβλεψη του θανάτου της, ούτε η συνέντευξη επιτρέπει να ερμηνευθεί ως τέτοια. Ήταν μια τοποθέτηση για την προσωπική ολοκλήρωση, από μια νεαρή καλλιτέχνιδα που ένιωθε ότι είχε ήδη δημιουργήσει κάτι σημαντικό.
Η ίδια εξήγησε ότι η αναγνώριση δεν αποτελούσε πια προτεραιότητα. Είχε αγαπήσει τη διαδικασία δημιουργίας του άλμπουμ και αυτό της αρκούσε.
Η τραγική ειρωνεία είναι ότι τέσσερα χρόνια αργότερα η ζωή της θα τελείωνε, ενώ η μουσική της θα συνέχιζε να επηρεάζει εκατομμύρια ανθρώπους.
H Έιμι Γουάινχαουζ δεν ενδιαφερόταν για την φήμη
Παρά την επιτυχία της, η Γουάινχαουζ δεν αντιμετώπιζε τη διασημότητα ως αυτοσκοπό.
Είχε ανακαλυφθεί σε ηλικία 16 ετών, ενώ τραγουδούσε σε ένα τζαζ κλαμπ του Λονδίνου. Όταν η Λεβέ τη ρώτησε αν θα εξακολουθούσε να αναζητά δισκογραφικό συμβόλαιο σε περίπτωση που δεν την είχαν ανακαλύψει, η απάντησή της ήταν κατηγορηματικά αρνητική.
Αγαπούσε να γράφει και να παίζει μουσική, αλλά δεν θεωρούσε απαραίτητο να την ακούει ολόκληρος ο κόσμος.
Ακόμη και όταν άγνωστοι την πλησίαζαν για να της πουν πόσο αγαπούσαν τον δίσκο της, εκείνη δυσκολευόταν να συνειδητοποιήσει ότι είχαν πράγματι ακούσει τα τραγούδια της.
Δεν είχε κάποιο συγκεκριμένο σχέδιο για το πού ήθελε να βρίσκεται δέκα χρόνια αργότερα. Η δημοσιογράφος θυμάται ότι η λέξη «καριέρα» έμοιαζε σχεδόν να την ενοχλεί.
Η Γουάινχαουζ μπορούσε να φανταστεί τον εαυτό της να ζει μακριά από τη δημοσιότητα. Άλλωστε, οι αγαπημένες της στιγμές δεν συνδέονταν με συναυλίες ή βραβεία.
Προτιμούσε να καθαρίζει το σπίτι της, να χορεύει ακούγοντας μουσική και να μαγειρεύει για τους φίλους της.
Αυτός ο καθημερινός κόσμος, όπως προκύπτει από τη συνέντευξη στους Sunday Times, την έκανε να αισθάνεται περισσότερο ο εαυτός της.
Ο θαυμασμός για τον Μπλέικ και οι ανασφάλειές της
Η Γουάινχαουζ μιλούσε για τον σύζυγό της με ενθουσιασμό. Τον θεωρούσε ιδιαίτερα ευφυή και δημιουργικό, με εξαιρετική φαντασία και ταλέντο στη συγγραφή σεναρίων.
Αντίθετα, υποτιμούσε συχνά τις δικές της ικανότητες.
Όπως εξηγούσε, ο Μπλέικ εκνευριζόταν όταν εκείνη χαρακτήριζε τον εαυτό της ανόητο και προσπαθούσε να την πείσει ότι δεν είχε λόγο να σκέφτεται έτσι.
Η Λεβέ τη ρώτησε αν ο σύζυγός της αισθανόταν ανασφάλεια επειδή εκείνη ήταν ήδη πολύ πιο επιτυχημένη επαγγελματικά.
Η τραγουδίστρια απάντησε ότι αυτό θα έπρεπε να το ρωτήσει από τον ίδιο. Εκείνο που γνώριζε ήταν ότι τον θαύμαζε και τον σεβόταν βαθιά.
Παραδέχτηκε επίσης ότι δεν ήταν ιδιαίτερα σίγουρη για τον εαυτό της. Μπορούσε να γίνει αμυντική στις κοινωνικές της συναναστροφές, ακόμη κι όταν οι προθέσεις των άλλων ήταν καλές.
Πίστευε, ωστόσο, ότι ο Μπλέικ θα την προστάτευε. Η ίδια αισθανόταν αντίστοιχη ανάγκη να τον υπερασπίζεται.
Αυτή η επιθυμία προστασίας επανερχόταν συνεχώς στη συζήτηση, όπως παρατήρησε η Λεβέ όταν άκουσε ξανά τις κασέτες.
Τα παιδιά που ονειρευόταν
Μια άλλη πλευρά της Γουάινχαουζ αναδύεται μέσα από μια φαινομενικά ασήμαντη συζήτηση για το φαγητό.
Κατά τη διάρκεια του γεύματος, η τραγουδίστρια είχε παραγγείλει τόσα διαφορετικά πιάτα ώστε ξεχνούσε διαρκώς τι άλλο επρόκειτο να φτάσει στο τραπέζι.
Όταν ήρθε η ώρα του γλυκού, αστειεύτηκε ότι η όρεξή της θύμιζε εκείνη μιας εγκύου.
Η Λεβέ τη ρώτησε αν ήθελε να αποκτήσει παιδιά.
Η απάντηση ήταν θετική και ενθουσιώδης. Η ίδια και ο Μπλέικ ονειρεύονταν μια μεγάλη οικογένεια, ενώ η Γουάινχαουζ άφησε να εννοηθεί ότι μια εγκυμοσύνη θα άλλαζε τις προτεραιότητές της.
Η επιθυμία της για μητρότητα συνδεόταν με τη σημασία που απέδιδε στην οικογένεια.
Μιλούσε με τρυφερότητα για τη μητέρα της, Τζάνις, η οποία αντιμετώπιζε τη σκλήρυνση κατά πλάκας. Θεωρούσε ότι, μεγαλώνοντας, ήταν φυσικό να αναλαμβάνει κανείς περισσότερες ευθύνες για τη φροντίδα των γονιών του.
Με τον πατέρα της, Μιτς, είχε επίσης στενή σχέση. Μιλούσαν περίπου κάθε τέσσερις ή πέντε ημέρες και πίστευε ότι μοιράζονταν την ίδια ευθύτητα στον τρόπο σκέψης.
Οι στενότερες φίλες της παρέμεναν άνθρωποι που γνώριζε από τα σχολικά της χρόνια. Παρά τη φήμη, οι προσωπικές της σχέσεις δεν είχαν αντικατασταθεί από τον κόσμο των διασημοτήτων.
Η κατάθλιψη και η στάση της απέναντι στην ψυχοθεραπεία
Η συζήτηση με τη Λεβέ έφτασε και στην ψυχική υγεία.
Η Γουάινχαουζ περιέγραψε τον εαυτό της ως άνθρωπο με τάση προς την κατάθλιψη. Ανέφερε ότι στην εφηβεία είχε περάσει περιόδους έντονων συναισθηματικών διακυμάνσεων και είχε επισκεφθεί ειδικούς ψυχικής υγείας.
Ωστόσο, δεν είχε καταφέρει να βρει κάποιον θεραπευτή με τον οποίο να αισθάνεται άνετα.
Εκείνη την περίοδο δεν έκανε ψυχοθεραπεία και εμφανιζόταν επιφυλακτική απέναντι στο ενδεχόμενο να ξεκινήσει ξανά.
Θεωρούσε ότι η μουσική αποτελούσε έναν τρόπο έκφρασης των συναισθημάτων της. Μέσα από τη σύνθεση μπορούσε να μετατρέψει τις προσωπικές της εμπειρίες σε τραγούδια.
Εξέφρασε ακόμη την άποψη ότι ο άνθρωπος πρέπει να μπορεί να βοηθήσει τον εαυτό του. Η δημοσιογράφος της επισήμανε ότι τα προβλήματα ψυχικής υγείας δεν αντιμετωπίζονται πάντοτε μόνο με τη δύναμη της θέλησης.
Η Γουάινχαουζ διευκρίνισε ότι δεν ήταν αντίθετη στην ψυχοθεραπεία γενικά και αναγνώρισε πως μπορεί να λειτουργήσει για άλλους ανθρώπους.
Οι απαντήσεις της καταγράφουν τις προσωπικές της αντιλήψεις το 2007, σε μια περίοδο κατά την οποία η δημόσια εικόνα της συνδεόταν ολοένα περισσότερο με τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε.
Η εξαφάνιση για 45 λεπτά και τα γυρίσματα
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, η Γουάινχαουζ σηκώθηκε ξαφνικά για να αναζητήσει τον Μπλέικ.
Πέρασαν 45 λεπτά μέχρι να επιστρέψει.
Η Λεβέ έμαθε μόλις πρόσφατα τι είχε συμβεί. Σύμφωνα με τον πρώην υπεύθυνο δημοσίων σχέσεων της τραγουδίστριας, Σέιν Ο’Νιλ, η Έιμι είχε βρει τον σύζυγό της μέσα σε ένα αυτοκίνητο, είχε καθίσει στην αγκαλιά του και είχε ζητήσει να κάνουν μια βόλτα στη Sunset Boulevard.
Την επόμενη ημέρα, η δημοσιογράφος την επισκέφθηκε στα γυρίσματα του βιντεοκλίπ Tears Dry on Their Own, σε σκηνοθεσία Ντέιβιντ Λασαπέλ.
Η Γουάινχαουζ είχε φτάσει με μεγάλη καθυστέρηση, προκαλώντας ανησυχία στην παραγωγή.
Εκεί συζήτησαν για τα δημοσιεύματα των ταμπλόιντ. Η τραγουδίστρια υποστήριξε ότι ορισμένες φωτογραφίες της είχαν παραποιηθεί και δήλωσε πως δεν είχε νόημα να προσπαθεί να απαντά σε κάθε αρνητικό δημοσίευμα.
Ο πατέρας της, όπως είπε, είχε εξοργιστεί με την κάλυψη που δεχόταν, αλλά εκείνη θεωρούσε μάταιο να αντιδράσει.
Η Λεβέ αναρωτιέται σήμερα αν αυτή η φαινομενική αδιαφορία ήταν πραγματική ψυχραιμία ή ένας τρόπος να αντιμετωπίζει όσα δεν μπορούσε να ελέγξει.


Οι κασέτες έμειναν ξεχασμένες
Η συνέντευξη προοριζόταν για το εξώφυλλο του The Sunday Times Magazine. Ωστόσο, λίγο μετά τη συνάντηση, η Λεβέ ενημερώθηκε ότι δεν θα δημοσιευόταν, επειδή άλλο περιοδικό των Times είχε εξασφαλίσει συνέντευξη της Γουάινχαουζ από το Rolling Stone.
Η δημοσιογράφος δεν μπήκε καν στη διαδικασία να απομαγνητοφωνήσει το υλικό.
Το καλοκαίρι του 2026, ύστερα από μια επικοινωνία με συντάκτρια των Sunday Times, άρχισε να αναζητά τις κασέτες.
Τις βρήκε ανάμεσα σε παλιές συνεντεύξεις με διάσημους ηθοποιούς και μουσικούς. Όταν άκουσε ξανά τη φωνή της Έιμι, μέσα στη νύχτα, αισθάνθηκε σαν να επέστρεφε στο παρελθόν.
Αυτή τη φορά παρατήρησε στοιχεία που της είχαν διαφύγει: την ευγένεια της τραγουδίστριας απέναντι στους σερβιτόρους, την προθυμία της να μοιραστεί το φαγητό της, τη γενναιοδωρία της και την ανάγκη της να φροντίζει τους άλλους.
Έστω ότι
Η Γουάινχαουζ και ο Μπλέικ χώρισαν τον Ιούλιο του 2009.
Στις 23 Ιουλίου 2011, η τραγουδίστρια βρέθηκε νεκρή στο σπίτι της στο Κάμντεν. Ήταν 27 ετών. Ο θάνατός της οφειλόταν σε ακούσια δηλητηρίαση από αλκοόλ.
Σήμερα θα ήταν 43 ετών.
Η Άριελ Λεβέ αναρωτιέται στους Sunday Times πώς θα μπορούσε να είχε εξελιχθεί η ζωή της. Θα εξακολουθούσε να τραγουδά μπροστά σε χιλιάδες ανθρώπους; Θα είχε δημιουργήσει οικογένεια; Θα είχε καταφέρει να αφήσει πίσω της τις εξαρτήσεις;
Καμία από αυτές τις ερωτήσεις δεν μπορεί να απαντηθεί.
Εκείνο που η δημοσιογράφος θεωρεί πιθανότερο είναι ότι η Γουάινχαουζ θα συνέχιζε να γράφει μουσική.
Ακούγοντας τις κασέτες για τέταρτη φορά, η Λεβέ στάθηκε σε κάτι που επαναλαμβανόταν σε ολόκληρη τη συνέντευξη: η Έιμι ήθελε οι άνθρωποι γύρω της να είναι ευτυχισμένοι.
Μιλούσε με αγάπη για τον Μπλέικ, τους γονείς της και τους φίλους της. Ήθελε να τους προστατεύει, να τους φροντίζει και να τους βλέπει να πετυχαίνουν.
Η ίδια, όμως, δυσκολευόταν να αναγνωρίσει την αξία της.
Αυτό είναι και το συμπέρασμα με το οποίο κλείνει η δημοσιογράφος την αφήγησή της: η Γουάινχαουζ είχε άφθονη αγάπη για τους ανθρώπους της ζωής της, αλλά έμοιαζε να μην μπορεί να προσφέρει την ίδια στον εαυτό της.
Μια παρατήρηση που, σχεδόν είκοσι χρόνια μετά τη συνέντευξη και δεκαπέντε χρόνια μετά τον θάνατό της, δίνει νέο νόημα στα λόγια μιας γυναίκας που είχε ήδη αφήσει ανεξίτηλο το αποτύπωμά της στη μουσική, αλλά αναζητούσε ακόμη την προσωπική της ευτυχία.
Από την Ευγενία Κοτρώτσιου






