Το 2004 ήταν ένα από τα alternative ονόματα στη βιομηχανία του θεάματος. Ταινίας όπως το High Fidelity και School of Rock του είχαν χαρίσει τον τίτλο του «ροκά του Χόλιγουντ», ενώ το χιούμορ και η γεμάτη προσωπικότητα του Τζακ Μπλακ τον είχαν μετατρέψει από τους πλέον αγαπημένους ηθοποιούς.
Και όπως ήταν αναμενόμενο, οι προτάσεις από τα μεγάλα στούντιο έπεφταν βροχή. Μια από αυτές ήρθε από την Pixar, που μετά τις επιτυχίες των Toy Story, Monsters, Inc. και Ψάχνοντας το Νέμο, ετοιμαζόταν να αλλάξει το animation τοπίο.
Το νέο project της εταιρείας άκουγε στο όνομα The Incredibles και οι υπεύθυνοι ήθελαν τον 56χρονο ηθοποιό για τη φωνή του Syndrome – του κακού της υπόθεσης.
Ωστόσο ο Τζακ Μπλακ το έπαιξε ζόρικος επειδή δεν ήξερε τον σκηνοθέτη Μπραντ Μπερτ και άρχισε να ζητάει αλλαγές στον χαρακτήρα του.
«Το έχω τόσο μετανιώσει που είπα όχι. Μου πρόσφεραν τον ρόλο του Syndrome σε αυτή τη φανταστική ταινία, που είναι μια από τις αγαπημένες μου όλων των εποχών» είπε ο Μπλακ κατά την διάρκεια της συνέντευξής του στο Capital FM.
«Και τελικά αρνήθηκα, επειδή σκεφτόμουν ‘Μπραντ Μπερντ; Δεν τον έχω ακούσει ξανά στη ζωή μου’» τόνισε ο διάσημος ηθοποιός και συμπλήρωσε: «Και όταν διάβασα το σενάριο τους είπα ότι μου φαίνεται πολύ μονοδιάστατος ο χαρακτήρας και ζήτησα να κάνουν αλλαγές».
Jack Black Regrets Turning Down ‘The Incredibles’; Rejected Offer to Voice Syndrome After Asking the Director for Rewrites: ‘Why Was I Being So Difficult?’ https://t.co/5y7bfd52zM
— Variety (@Variety) January 5, 2026
Τελικά ο Μπερντ αποφάσισε να μην πιέσει άλλο την κατάσταση και διάλεξε τον Τζέισον Λι για τον ρόλο. Το animation ήταν μια από τις μεγάλες επιτυχίες της χρονιάς – ξεπέρασε τα 630 εκατ. δολάρια στο box office, κέρδισε δύο βραβεία Όσκαρ, το sequel που ήρθε 14 χρόνια μετά έσπασε το φράγμα του 1 δισ., ενώ τώρα ετοιμάζεται το τρίτο μέρος των Incredibles.
«Ήταν ένα μεγάλο μάθημα για μένα αυτή η συμπεριφορά μου. Είναι μια από τις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών και ακόμα αναρωτιέμαι ‘γιατί ήμουν τόσο δύσκολος;’» ολοκλήρωσε ο Τζακ Μπλακ.
*Από τον Φροίξο Φυντανίδη

















