Σε υψηλούς τόνους απάντησε το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών στην προκλητική ανακοίνωση του τουρκικού ΥΠΕΞ για τη μουσουλμανική μειονότητα της Δυτικής Θράκης, επαναλαμβάνοντας ότι το νομικό καθεστώς της καθορίζεται με σαφήνεια από τη Συνθήκη της Λωζάννης του 1923 και «δεν επιδέχεται πολλαπλών ερμηνειών».
Στην ανακοίνωσή του, το ΥΠΕΞ τονίζει ότι η μουσουλμανική μειονότητα της Δυτικής Θράκης είναι «θρησκευτική μειονότητα» και υπογραμμίζει πως ο θρησκευτικός, και όχι εθνοτικός, χαρακτήρας της είναι «αδιαμφισβήτητος». Με τον τρόπο αυτό, η Αθήνα απορρίπτει ευθέως τη διαχρονική προσέγγιση της Τουρκίας περί διαφορετικής ερμηνείας του καθεστώτος της μειονότητας.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στο ζήτημα των μουφτήδων που εγείρει η Τουρκία, με το υπουργείο Εξωτερικών να επισημαίνει ότι στη Συνθήκη της Λωζάννης «ουδεμία διάταξη προβλέπεται για εκλογή των μουφτήδων από τη μειονότητα». Όπως σημειώνει, κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε να ισχύει, καθώς οι μουφτήδες ασκούν, πέραν των θρησκευτικών καθηκόντων τους, και δικαστικές καθώς και διοικητικές αρμοδιότητες.
Στο ίδιο πλαίσιο, η ελληνική πλευρά παραπέμπει στο νομοθετικό πλαίσιο που υιοθετήθηκε με τον νόμο 4964/2022, μέσω του οποίου προβλέφθηκε η σύσταση επιτροπής από μέλη της μειονότητας -με συμμετοχή και γυναικών- για την αξιολόγηση και εισήγηση των επικρατέστερων υποψηφίων για τη θέση του μουφτή. Υπενθυμίζει, μάλιστα, ότι με βάση αυτή τη διαδικασία έχει ήδη ολοκληρωθεί ο ορισμός του νέου μουφτή Διδυμοτείχου, ενώ έχουν δημοσιοποιηθεί και οι προκηρύξεις για την πλήρωση των θέσεων των μουφτήδων Ξάνθης και Κομοτηνής.
Η ανακοίνωση δεν παραλείπει να στρέψει τα βέλη της και προς την Άγκυρα, σημειώνοντας με νόημα ότι «στην ίδια την Τουρκία οι Μουφτήδες είναι διορισμένοι». Η επισήμανση αυτή εντάσσεται στη συνήθη ελληνική επιχειρηματολογία περί επιλεκτικής ευαισθησίας της τουρκικής πλευράς σε ζητήματα θρησκευτικών ελευθεριών και μειονοτικών δικαιωμάτων.
Το υπουργείο Εξωτερικών υπογραμμίζει επίσης ότι η Ελλάδα, «ως ευρωπαϊκό κράτος δικαίου», διαχειρίζεται τα ζητήματα της μουσουλμανικής μειονότητας στη Δυτική Θράκη «με απόλυτη υπευθυνότητα», στη βάση της ισονομίας και της ισοπολιτείας, διασφαλίζοντας, όπως τονίζει, τη θρησκευτική ελευθερία των μελών της. Και διαμηνύει ότι «δεν πρόκειται να αλλάξει» ούτε η πολιτική αυτή ούτε «η προβλεπόμενη από το διεθνές δίκαιο ονομασία της Μειονότητας», όσο -όπως όπως αναφέρει με αιχμή- «ορισμένοι αρνούνται να αποδεχθούν το απολύτως προφανές».
Η έντονη αντίδραση της Αθήνας έρχεται μετά την ανακοίνωση του τουρκικού ΥΠΕΞ, στην οποία η Άγκυρα κατηγορεί την Ελλάδα για συστηματική «παραβίαση δικαιωμάτων» της «τουρκικής» —όπως τη χαρακτηρίζει— μειονότητας στη Δυτική Θράκη και κάνει λόγο «προσχηματική εκλογική διαδικασία» σχετικά με τον ορισμό μουφτή στο Διδυμότειχο, εκφράζοντας παράλληλα ανησυχία ότι αντίστοιχες πρακτικές επιχειρείται να εφαρμοστούν και στη Ροδόπη και την Ξάνθη.
Regarding Greece’s Policies Toward the Muftis of the Turkish Minority in Western Thrace https://t.co/OVheHDg5h3 pic.twitter.com/4JGynptkxV
— Turkish MFA (@MFATurkiye) April 8, 2026
Από ελληνικής πλευράς, ωστόσο, η ορκωμοσία του νέου μουφτή Διδυμοτείχου, Εμίν Σερίφ, στις 9 Ιανουαρίου 2026 στο υπουργείο Παιδείας είχε παρουσιαστεί ως σημείο αναφοράς για την εφαρμογή του νέου θεσμικού πλαισίου. Η υπουργός Παιδείας Σοφία Ζαχαράκη είχε κάνει λόγο για «μια ιδιαίτερα σημαντική ημέρα», τονίζοντας ότι «για πρώτη φορά εφαρμόζεται με πληρότητα και διαφάνεια ένα σύγχρονο και θεσμικά κατοχυρωμένο πλαίσιο επιλογής μουφτήδων». Είχε, δε, υπογραμμίσει ότι «η Ελλάδα είναι μια χώρα όπου η θρησκευτική ελευθερία και ο αμοιβαίος σεβασμός αποτελούν θεμέλια της κοινωνικής μας ζωής», αποτυπώνοντας τη σταθερή θέση της Αθήνας ότι το ζήτημα αντιμετωπίζεται με όρους κράτους δικαίου και όχι διμερούς διαπραγμάτευσης.

















