Οριστικό τέλος στον 13ο και 14ο μισθό για τους δημοσίους υπαλλήλους καθώς το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε συνταγματική τη μη επαναφορά των επιδομάτων εορτών και αδείας.
Συνταγματική και συμβατή με το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης κρίθηκε με απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας η μη επαναφορά των επιδομάτων εορτών και αδείας στους δημοσίους υπαλλήλους, τα οποία είχαν καταργηθεί ολοσχερώς με μνημονικό νόμο .
Η απόφαση εκδόθηκε στο πλαίσιο πρότυπης δίκης και αφορούσε αγωγή δημοσίου υπαλλήλου ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Υπέρ του είχε παρέμβει η ΑΔΕΔΥ.
Ο εργατολόγος Γιάννης Καρούζος μίλησε στην «Κοινωνία Ώρα MEGA» για την εν λόγω απόφαση του ΣτΕ.
«Πραγματικά εντυπωσιάζει τους δημόσιους υπαλλήλους, τους φίλους μας, αλλά το Συμβούλιο της Επικρατείας έχει εκδώσει δέκα τουλάχιστον αποφάσεις αρνητικές. Το θέμα παρουσιάζει ένα ενδιαφέρον καθαρά επιστημονικό. Στην πράξη όμως είναι το ίδιο γιατί απορρίπτει την αγωγή, διότι ένας δημόσιος υπάλληλος, ο οποίος είχε κάνει αγωγή στο Πρωτοδικείο της Αθήνας ζητώντας από το 23 μέχρι και το 24 να παίρνει τα δώρα και τα επιδόματα αδείας, επικαλέστηκε την κοινοτική οδηγία που αφορά στους κατώτατους μισθούς στον ιδιωτικό τομέα και στο κριτήριο των επαρκών κατώτατων μισθών που ισχύει στον ιδιωτικό τομέα και που τον είδαμε να τον υιοθετεί η κυβέρνηση με την ενσωμάτωση της σχετικής κοινοτικής οδηγίας, όπου άλλαξε και τον μηχανισμό για τον κατώτατο και έφτιαξε μαθηματικό τύπο. Λοιπόν, επικαλέστηκε αυτό και είπε ότι θα έπρεπε μεταξύ δημοσίων και ιδιωτικών υπαλλήλων να υπάρχει καταρχάς αυτή η ισότητα, που όμως το Συμβούλιο της Επικρατείας, όπως και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, δέχτηκε μια πάγια αρχή που επαναλαμβάνει ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι με τους ιδιωτικούς δεν μπορούν να συγκρίνονται, έχουν διαφορετικό καθεστώς, τους προστατεύει το Σύνταγμα, μιλάω για τους δημόσιους υπαλλήλους, άρα δεν μπορεί να γίνει επίκληση της αρχής ισότητας σε αυτό το επίπεδο», είπε αρχικά.
«Το δεύτερο που επικαλέστηκε αυτός ο δημόσιος υπάλληλος, που τελικά χάθηκε η αγωγή, γιατί ναι μεν την είχε ασκήσει στο Διοικητικό Πρωτοδικείο, αλλά επειδή ήταν θέμα γενικού ενδιαφέροντος, κρίθηκε από την Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, επαναλαμβάνω για πολλοστή φορά γιατί ήδη το Συμβούλιο της Επικρατείας έχει εκδώσει αρνητικές αποφάσεις για αυτό το θέμα. Μία απόφαση μόνο ήταν, αν δεν κάνω λάθος, το 18, που ήταν θετική, αλλά και που αυτή πήγε στην Ολομέλεια το 19 και εκεί ανατράπηκε», συνέχισε.
Τι έκρινε το Συμβούλιο της Επικρατείας λοιπόν;
Όπως εξήγησε ο κ. Καρούζος, «έκρινε ότι υπάρχει μια δημοσιονομική ευστάθεια. Χρησιμοποίησε έναν όρο που εγώ δεν τον έχω ξαναδεί στις αποφάσεις του και που θα πρέπει με βάση και τις παροχές που στο μεταξύ έχει κάνει η κυβέρνηση, αυτή η δημοσιονομική ευστάθεια προς τους δημόσιους υπαλλήλους, προς διάφορα μισθοδοτικά καθεστώτα των δημόσιων υπαλλήλων, θα πρέπει λοιπόν αυτή η ευστάθεια να εξασφαλίζεται. Να μην ανατραπεί δηλαδή η δημοσιονομική κατάσταση και ευμάρεια της χώρας. Τα δε κριτήρια που έβαλε αυτός ο άνθρωπος που έκανε την αγωγή στη σκέψη του δικαστή, ότι δηλαδή ο μισθός φτάνει στα όρια της φτώχειας, ότι εν πάση περιπτώσει η ακρίβεια ζωής δεν επιτρέπει αυτή τη στιγμή στους δημόσιους υπαλλήλους να ζουν όπως ζούσαν, χωρίς τα δώρα και λοιπά, δεν έγιναν δεκτά. Ακριβώς επειδή το ΣτΕ έκρινε ότι με άλλες παροχές, με άλλες αυξήσεις που έχει δώσει στους δημόσιους υπαλλήλους το κράτος, έχει εκπληρώσει την υποχρέωσή του και ότι τα κριτήρια αυτά φτώχειας, επάρκειας μισθών και λοιπά είναι κριτήρια που τα καθορίζει ο εθνικός νομοθέτης αν θα τα υιοθετήσει ή όχι».
Τέλος σημείωσε: «Ένα από τα κριτήρια είναι ότι δηλαδή οι αυξήσεις που έχει δώσει με τον έναν ή άλλο τρόπο η κυβέρνηση στους δημόσιους υπαλλήλους δείχνει ότι το όριο της φτώχειας δεν συντρέχει εν προκειμένω για αυτούς και δείχνει ότι το κράτος εκπληρώνει στους δημόσιους υπαλλήλους αυτό που εκπληρώνει και στους ιδιωτικούς υπαλλήλους με τις αυξήσεις που δίνει. Θυμίζω ότι έτσι κι αλλιώς εδώ και έναν χρόνο κάθε φορά που αυξάνεται ο κατώτατος και στο μέλλον στον ιδιωτικό τομέα, θα αυξάνεται και ο μισθός του δημόσιου υπαλλήλου. Όμως η απώλεια για τους δημόσιους υπαλλήλους είναι μεγάλη. Τα δώρα και το επίδομα αδείας δεν πέφτουν στην αγορά. Οι δημόσιοι υπάλληλοι το Πάσχα και τα Χριστούγεννα κατανάλωναν, κυκλοφορούσε το χρήμα στην ελληνική οικονομία και αυτό αγνοήθηκε από το Συμβούλιο της Επικρατείας. Δηλαδή αυτή η έννοια της ευστάθειας, της δημοσιονομικής ευστάθειας θα έπρεπε, κατά την άποψή μου, να λάβει υπόψη και ότι η καταναλωτική κίνηση του δημόσιου υπαλλήλου να ρίχνει το δώρο Χριστουγέννων, το δώρο Πάσχα στα παιδιά, στις οικογένειες, στην αγορά λειτουργεί υπέρ της δημοσιονομικής ωφέλειας του κράτους. Εν πάση περιπτώσει, επανέλαβε τον εαυτό του με μια άλλη επικάλυψη το Συμβούλιο της Επικρατείας και για μένα δεν ήταν έκπληξη».






