Τον Ιανουάριο του 2016, όταν πέθανε ο Ντέιβιντ Μπόουι, η αίσθηση της απώλειας ξεπέρασε κατά πολύ τα όρια της μουσικής. Δεν επρόκειτο απλώς για τον θάνατο ενός μεγάλου καλλιτέχνη, αλλά για κάτι πιο αδιόρατο και πιο προσωπικό: εκατομμύρια άνθρωποι ένιωσαν ότι έχασαν κάποιον που τους είχε μιλήσει απευθείας, χωρίς ποτέ να τους γνωρίσει. Κάποιον που τους είχε δώσει λέξεις, εικόνες και τρόπους να αντέχουν τον εαυτό τους.
Αυτό ήταν το ιδιαίτερο βάρος της παρουσίας του Μπόουι. Δεν λειτούργησε ως είδωλο προς μίμηση, αλλά ως άνοιγμα δυνατοτήτων. Σύμφωνα με τον βιογράφο του Ντέιβιντ Μπάκλεϊ, ελάχιστες δημόσιες φιγούρες επηρέασαν τόσο βαθιά και τόσο ετερόκλητες ζωές. Ο Μπόουι δεν πρόσφερε απαντήσεις· πρόσφερε άδεια. Την άδεια να είσαι διαφορετικός, να στέκεσαι εκτός κανόνα, να μην αισθάνεσαι λάθος επειδή δεν ταιριάζεις.
Δέκα χρόνια μετά, ο Μπόουι είναι ακόμα παρών
Δέκα χρόνια μετά τον θάνατό του, ο Ντέιβιντ Μπόουι δεν ανήκει στο παρελθόν. Στη Βρετανία κυκλοφόρησε πρόσφατα το βιβλίο του Αλεξάντερ Λάρμαν Lazarus: the Second Coming of David Bowie, ενώ το Movistar Plus προβάλλει το ντοκιμαντέρ David Bowie: The Final Act. Την ίδια στιγμή, τραγούδια όπως τα Space Oddity, The Man Who Sold the World, Changes, Starman, Ziggy Stardust και Heroes εξακολουθούν να παίζουν ασταμάτητα — όχι σαν αναμνήσεις, αλλά σαν ζωντανό υλικό.
Τα άλμπουμ του, με εξώφυλλα που τον δείχνουν ως αστική φιγούρα, εξωγήινο, σταρ του Χόλιγουντ, ροκ είδωλο, γυναικείο μοντέλο ή υβρίδιο τύπου Diamond Dogs, εξακολουθούν να έχουν κεντρική θέση σε προσωπικές δισκοθήκες. Δεν είναι απλώς δίσκοι. Είναι δηλώσεις ύπαρξης.
Ο πλανήτης και η ταυτότητα
Ο Μπόουι μίλησε νωρίς για μετα-αποκαλυπτικά τοπία, για την απομόνωση, για την τεχνολογία που μετακινεί τον άνθρωπο πέρα από τον εαυτό του. Έθεσε, σχεδόν υπόγεια, το πιο επίμονο ερώτημα της εποχής μας: θα επιβιώσει ο πλανήτης;
Ταυτόχρονα, αποδόμησε τη βεβαιότητα της ταυτότητας. Έσπασε τα δίπολα φύλου, κανονικότητας, «φυσικού». Και μέσα σε όλη αυτή τη ριζοσπαστικότητα, δημιούργησε κάτι απρόσμενα ζεστό: μια κοινότητα.
Όπως γράφει ο φιλόσοφος Σάιμον Κρίτσλεϊ στο βιβλίο του Bowie, τα τραγούδια του κουβαλούν δύο θεμελιώδεις υποσχέσεις: ότι δεν είμαστε μόνοι και ότι υπάρχει πάντα η πιθανότητα διαφυγής — έστω και για μία μέρα.
Οι περσόνες δεν ήταν ρόλοι, ήταν ερωτήματα
Ο Ντέιβιντ Μπόουι υπήρξε έφηβος, τρελός, φάντασμα, ανδροειδές, εξαρτημένος, πατέρας, φίλος, αδελφός, άνθρωπος. Όχι ως στρατηγική καριέρας, αλλά ως εξερεύνηση της ευθραυστότητας της ύπαρξης.
Η Βρετανίδα δημοσιογράφος Σούζαν Μουρ έγραψε στη Guardian ότι «μας έδωσε ιδέες πάνω από τη θέση μας — την ιδέα ότι μπορούμε να δημιουργήσουμε τον εαυτό μας». Αυτή η δυνατότητα λειτούργησε σωτήρια κυρίως για τους νέους που ένιωθαν διαφορετικοί, παρεξηγημένοι, αόρατοι.
Ο Ουρουγουανός συγγραφέας Ραμίρο Σάντσις, δημιουργός του David Bowie, sonic posthumanism, λέει ότι ο Μπόουι γεφύρωσε το χάσμα ανάμεσα στο ιδιωτικό και το δημόσιο και υπήρξε από τους πρώτους που δήλωσαν χωρίς απολογία: «είμαι περίεργος — και λοιπόν;».
Το “εγώ” ως μυθοπλασία
Για τον Σάντσις, ο Μπόουι καταλάβαινε κάτι θεμελιώδες: ότι το «αυθεντικό εγώ» δεν υπάρχει. Ότι κάθε ταυτότητα είναι επιρροή, αντίγραφο, προσομοίωση. Κάθε βιογραφία είναι ένα πολυφωνικό μυθιστόρημα.
Γι’ αυτό τον εντάσσει δίπλα σε μορφές όπως ο Χάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ, ο Τζέιμς Γκρέιαμ Μπάλαρντ, η Κάθι Άκερ, η φιλόσοφος Ντόνα Χάραγουεϊ και ο σκηνοθέτης Ντέιβιντ Λιντς, με τον οποίο ο Μπόουι συνεργάστηκε στο Twin Peaks. Όλοι τους δημιουργοί που δεν καθησυχάζουν, αλλά μολύνουν — διαβρώνουν τις βεβαιότητες για το ποιοι είμαστε.
Διαφωτισμός: όταν η αμφιβολία γίνεται ταυτότητα
Ο Μπόουι υπήρξε μανιώδης αναγνώστης. Είχε περιγράψει τον εαυτό του ως «γεννημένο βιβλιοθηκάριο με σεξουαλική ορμή». Μελέτησε τον βουδισμό, τον Καρλ Γιουνγκ, τον Φρίντριχ Νίτσε, τον Αλμπέρ Καμύ, αλλά και τις ριζοσπαστικές ιδέες του Διαφωτισμού που υπονόμευσαν για πρώτη φορά την έννοια του ενιαίου εαυτού.
Ο Τζορτζ Μπέρκλεϊ, με το περίφημο «esse est percipi» — το να υπάρχεις σημαίνει να γίνεσαι αντιληπτός — άνοιξε τον δρόμο για μια τρομακτικά σύγχρονη σκέψη: ότι δεν έχουμε έναν πυρήνα, αλλά συγκροτούμαστε μέσα από βλέμματα, εμπειρίες, σχέσεις.
Η Έμιλι Μπέρναρντ-Τζάκσον, καθηγήτρια Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο του Έξετερ, έχει γράψει εκτενώς για τον Μπόουι. Τον συγκρίνει με τον Λόρδο Βύρωνα, επειδή και οι δύο χρησιμοποίησαν το έργο τους για να εξερευνήσουν την κατασκευή της ταυτότητας.
Παράλληλα, εντοπίζει συγγένειες με τον Χέρμπερτ Μαρκούζε, ο οποίος πίστευε ότι μόνο οι περιθωριοποιημένοι μπορούν να αμφισβητήσουν ουσιαστικά την αλλοτρίωση του συστήματος.
Ο Μπόουι δεν «δίδαξε» τον Διαφωτισμό. Τον έζησε μέσα από την αμφιβολία του.
Ο πατέρας που έτρωγε κοτόπουλο
Ο γιος του, ο σκηνοθέτης Ντάνκαν Τζόουνς, αφηγήθηκε πρόσφατα στο Instagram ότι ένα από τα πράγματα που θαύμαζε περισσότερο στον πατέρα του ήταν η ικανότητά του να μετατρέπει ένα ψητό κοτόπουλο σε άδειο κέλυφος, ρουφώντας μέχρι και την τελευταία σταγόνα μυελού από κάθε κόκαλο.
Για την Μπέρναρντ-Τζάκσον, αυτή η εικόνα δεν αναιρεί τον μύθο· τον συμπληρώνει. Πατέρας, άνθρωπος καθημερινός, πεινασμένος, αντιφατικός.
Ίσως τελικά η δυσαρμονία με τον κόσμο να μην είναι ελάττωμα αλλά τρόπος ύπαρξης. Να φαντάζεσαι τον Ντέιβιντ Μπόουι να διαβάζει με παντόφλες, να πετά σε μια διαστημική κάψουλα ή να καταβροχθίζει ένα κοτόπουλο, σημαίνει να ζεις δίπλα σε ένα μυστήριο.
Ένα άστρο που δεν έπαψε ποτέ να καίει.
*Από την Ευγενία Κοτρώτσιου

















