Ένα φάρμακο που κοστίζει λίγα μόλις ευρώ ανέδειξε πρόσφατη έρευνα ως μια αποτελεσματική επιλογή για την μείωση των συνεπειών του εμφράγματος. Η μετοπρολόλη, ένας καρδιοεκλεκτικός β-αναστολέας που χρησιμοποιείται πάνω από 40 χρόνια, αποδεικνύεται ένας σημαντικός σύμμαχος για εκατομμύρια ασθενείς.

Τα ευρήματα της κοινής έρευνας από το Εθνικό Κέντρο Καρδιαγγειακών Ερευνών της Ισπανίας (CNIC), το Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Fundación Jiménez Díaz και το Δίκτυο Ερευνών Καρδιαγγειακών Παθήσεων (CIBERCV) δημοσιεύονται στο European Heart Journal.

Οι μοναδικές ευεργετικές ιδιότητες της μετοπρολόλης αναδείχθηκαν μέσα από διαδοχικές μελέτες:

– Το 2013, η κλινική δοκιμή METOCARD-CNIC, υπό τον συντονισμό του Εθνικού Κέντρου CNIC, έδειξε ότι η χορήγηση μετοπρολόλης πολύ σύντομα μετά το έμφραγμα περιορίζει τη βλάβη στην καρδιά και μειώνει τις μακροπρόθεσμες συνέπειες.

– Το 2017, η ίδια ερευνητική ομάδα απέδειξε τους λόγους αλλά και τον τρόπο που αυτό το οικονομικό φάρμακο είναι τόσο αποτελεσματικό. Σε μια μελέτη που δημοσιεύτηκε στο Nature Communications, οι ερευνητές εξήγησαν πως η προστατευτική ιδιότητα του φαρμάκου υπέρ της καρδιαγγειακής υγείας έγκειται στην ικανότητά του να αποκλείει τη δράση των ουδετερόφιλων (πολυμορφοπύρηνα), ενός τύπου λευκών αιμοσφαιρίων που συμβάλλουν στην επιδιόρθωση των ιστών και την αντιμετώπιση των λοιμώξεων – εμποδίζοντάς τα να εισέλθουν στον καρδιακό ιστό.

Ουσιαστικά, η μετοπρολόλη μπορεί να αποτρέψει την υπερδραστηριότητα των ουδετερόφιλων, η οποία συμβαίνει σε περιπτώσεις όπως το οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, μιας από τις πιο σοβαρές καρδιαγγειακές παθήσεις και κύρια αιτία θανάτου στον κόσμο, η οποία δύναται να αποδειχθεί επικίνδυνη για την καρδιαγγειακή υγεία.

– Φέτος, το 2020, η επιστημονική ομάδα κατάφερε να αποκαλύψει τη μοναδικότητα της μετοπρολόλης, οι ευεργετικές ιδιότητες της οποίας δεν αποτελούν κοινό χαρακτηριστικό για όλη την τάξη των β-αναστολέων.

Στο πλαίσιο της μελέτης, εξετάστηκε η επίδραση και άλλων β-αναστολέων όπως η ατενολόλη ή η προπρανολόλη σε άλλους τύπους φλεγμονώδους νόσου, όπως βλάβη στους πνεύμονες και περιτονίτιδα. Σε κάθε περίπτωση, η μετοπρολόλη ήταν ο μόνος β-αναστολέας που μπόρεσε να περιορίσει τη βλάβη στα όργανα από τα ουδετερόφιλα, εύρημα σημαντικό για τις περιπτώσεις σήψης ή ακόμη και COVID-19.

Όπως σημειώνουν ο επικεφαλής της έρευνας Δρ Borja Ibáñez, διευθυντής κλινικής Έρευνας στο Κέντρο CNIC και καρδιολόγος στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Fundación Jiménez Díaz, και ο Agustín Clemente, υποψήφιος διδάκτωρ στο Κέντρο CNIC, η έρευνα, με τη διαπίστωση της αποκλειστικής δράσης της μετοπρολόλης, επισημαίνει την ανάγκη να μην χορηγούνται φάρμακα της ίδιας τάξης με την πεποίθηση πως έχουν κοινές ιδιότητες εξαιτίας αυτού.

«Σε αντίθεση με άλλους β-αναστολείς, η μετοπρολόλη προκαλεί αλλαγή στην ενδοκυτταρική δομή του β-1 αδρενεργικού υποδοχέα έτσι ώστε να μπορεί να αλληλεπιδράσει με γειτονικές πρωτεΐνες που ουσιαστικά μεσολαβούν ώστε να μπορέσει να δράσει έναντι των ουδετερόφιλων», εξήγησε ο Δρ Eduardo Oliver, φαρμακολόγος στο Κέντρο CNIC και το Δίκτυο CIBERCV.

Μέχρι τώρα, οι β-αναστολείς θεωρούνταν ότι δρουν αποκλειστικά εμποδίζοντας την αλληλεπίδραση μεταξύ επινεφρίνης και β-1 αδρενεργικών υποδοχέων. Ωστόσο, τα νέα αποτελέσματα δείχνουν ότι η σύνδεση της μετοπρολόλης όχι μόνο εμποδίζει τη δράση της επινεφρίνης, αλλά ενεργοποιεί και άλλες ενδοκυτταρικές οδούς.

Οι δοκιμές με τη χρήση τρισδιάστατης ενδοκοιλιακής μικροσκοπίας για την επίδραση διαφορετικών β-αναστολέων στους β-αδρενεργικούς υποδοχείς τύπου 1 πραγματοποιήθηκαν σε συνεργασία με τη Μονάδα Βιοπληροφορικής του Κέντρου CNIC.



agrinio24.gr