Ο Λούκα Γιόβιτς μίλησε στη σερβική «zurnal.politika.rs» για την πρώτη του σεζόν στην ΑΕΚ, με την οποία κατέκτησε τη Super League και έχρισε MVP της σεζόν τον Μάρκο Νίκολιτς.
Ο Γιόβιτς χαρακτήρισε τον Νίκολιτς ως τον «νούμερο ένα παράγοντα» για την κατάκτηση του ελληνικού πρωταθλήματος, ενώ αποκάλυψε ότι τους τελευταίους τρεις μήνες αγωνιζόταν με ενέσεις, λόγω τραυματισμών.
Ο Σέρβος φορ έκανε καταπληκτική σεζόν πετυχαίνοντας 21 γκολ με τη φανέλα της ΑΕΚ. Στη συνέντευξή του πρόσθεσε ότι η Ένωση θα μπορούσε να φτάσει πιο μακριά στην Ευρώπη.
Αναλυτικά οι δηλώσεις του Λούκα Γιόβιτς
Για τη φετινή σεζόν με την κατάκτηση του τίτλου: «Είμαι πανευτυχής. Αυτή ήταν μια σεζόν στην οποία μπήκα με πολλά ανοιχτά ερωτήματα. Και στο τέλος αποδείχθηκε ξεχωριστή, με θετική έννοια. Το ελληνικό πρωτάθλημα είναι τόσο ανταγωνιστικό και απαιτητικό, που η κατάκτηση του τίτλου αποτελεί τεράστια επιτυχία. Μπήκαμε στη σεζόν με φιλοδοξίες για το πρωτάθλημα.
Πάντα προσπαθώ να τονίζω ότι ο χαρακτήρας της ομάδας ήταν το κλειδί για όσα πετύχαμε στο τέλος, ανεξάρτητα από τα σκαμπανεβάσματα. Ο τίτλος είναι προϊόν μεγάλης προσπάθειας, δουλειάς, κατανόησης, θυσιών και μεγάλης ενότητας. Αλλά αυτός ο χαρακτήρας ήταν που μας οδήγησε στον τίτλο».
Για το αν ο Μάρκο Νίκολιτς είναι ο υπεύθυνος αυτής της επιτυχίας: «Ο νούμερο ένα παράγοντας, όσον αφορά τη σημασία, είναι ο προπονητής Νίκολιτς. Η στήριξή του ήταν εξαιρετικά σημαντική για μένα. Δεν ήμουν πάντα καλός, αλλά η προσέγγισή του, η πειθαρχία, η εμπιστοσύνη, η επικοινωνία επηρεάζει θετικά τον παίκτη. Η συνεργασία μας είναι σε εξαιρετικό επίπεδο, τόσο εντός όσο και εκτός γηπέδου».
Για το αν είναι ικανοποιημένος από τον αριθμό των γκολ που σημείωσε: «Πρέπει να σας θυμίσω ότι δεν πήρα μέρος στην προετοιμασία, στη συνέχεια είχα τραυματισμούς και τους τελευταίους τρεις μήνες της σεζόν δεν μπορούσα να προπονηθώ ή να αγωνιστώ χωρίς φάρμακα και ενέσεις. Πάντα προσπαθώ να βλέπω ρεαλιστικά τι συνέβη. Και από αυτή την οπτική, είμαι πεπεισμένος ότι θα μπορούσα να είχα κάνει περισσότερα».
Για το αν αυτή ήταν η πιο επιτυχημένη σεζόν στην καριέρα του μετά την αποχώρησή του από την Αϊντραχτ: «Σίγουρα μία από τις πιο επιτυχημένες. Μετά την Αϊντραχτ πέρασα μια δύσκολη περίοδο με τραυματισμούς και συχνές αλλαγές. Δεν μπορούσα να βρω τον σωστό ρυθμό και τη συνέχεια.
Αυτή η σεζόν με βοήθησε να επιστρέψω στο επίπεδο που βρισκόμουν παλαιότερα και να δείξω ξανά την ποιότητά μου. Γι’ αυτό και μου είναι ιδιαίτερα αγαπητή».
Για το επίπεδο του ελληνικού ποδοσφαίρου: «Τα play offs είναι ιδιαίτερα σημαντικά, γιατί διασταυρώνονται οι τέσσερις καλύτερες ομάδες και δεν υπάρχει περιθώριο για υπολογισμούς. Αν έχεις νοοτροπία, χαρακτήρα και θέληση, τότε έχεις και τις προϋποθέσεις να βγεις πρώτος στο τέλος. Το ελληνικό πρωτάθλημα είναι απαιτητικό. Πολλά παιχνίδια έχουν τεράστια πίεση, ενώ τα ντέρμπι είναι ιδιαίτερα δύσκολα.
Παίζονται σε υψηλό επίπεδο, τόσο αγωνιστικά όσο και συναισθηματικά. Στην Ελλάδα δεν υπάρχουν πολλά ματς μέσα στη σεζόν όπου μπορείς να σκεφτείς “θα κερδίσουμε εύκολα”».
Για το πώς είναι η ατμόσφαιρα στους αγώνες και αν οι οπαδοί της ΑΕΚ μπορούν να συγκριθούν με εκείνους του Ερυθρού Αστέρα: «Η ατμόσφαιρα στα παιχνίδια μας είναι φανταστική. Οι οπαδοί ζουν για την ομάδα και αυτό φαίνεται σε κάθε αγώνα. Δημιουργούν πραγματικά ένα περιβάλλον που μπορεί να μας παρασύρει και να μας δώσει επιπλέον ενέργεια.
Έχουν πάθος, συναίσθημα και άνευ όρων στήριξη. Το ίδιο ισχύει και για τους οπαδούς του Ερυθρού Αστέρα. Και οι δύο οπαδικές βάσεις είναι κορυφαίες όσον αφορά την υποστήριξη και την αφοσίωση στην ομάδα. Ξέρουν να εκτιμούν όποιον αφήνει την καρδιά του στο γήπεδο. Αυτό αναγνωρίζεται και ανταμείβεται. Και για κάθε παίκτη αυτό είναι πραγματικά σημαντικό».
Για το αν η ΑΕΚ θα μπορούσε να είχε φτάσει και πιο κάτω από τα προημιτελικά του Conference League: «Είχαμε την ποιότητα για ένα καλύτερο τελικό αποτέλεσμα στην Ευρώπη, αλλά κάποια πράγματα απλώς δεν μας έκατσαν. Σε ορισμένα παιχνίδια δεν εκμεταλλευτήκαμε τις ευκαιρίες μας ή δεν είχαμε τύχη. Παρ’ όλα αυτά, φέτος επικεντρωθήκαμε στην κατάκτηση του τίτλου και πετύχαμε τον βασικό μας στόχο.
Αυτό δεν σημαίνει ότι την επόμενη χρονιά δεν θα έχουμε μεγαλύτερες φιλοδοξίες στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις».

















