Μια πόλη που υποδέχεται περισσότερους από 22 εκατομμύρια επισκέπτες τον χρόνο βρίσκεται αντιμέτωπη με μια αλήθεια που δεν μπορεί να αγνοήσει. Η Βενετία βυθίζεται μπροστά στα μάτια μας και οι επιλογές της εξαντλούνται. Μια νέα μελέτη, δημοσιευμένη στο Scientific Reports, χαρτογραφεί τα πιθανά μονοπάτια προσαρμογής της πόλης και της λιμνοθάλασσάς της καθώς η στάθμη της θάλασσας ανεβαίνει. Και το συμπέρασμα είναι σκληρό.

Με τις σημερινές κλιματικές πολιτικές, τα υπάρχοντα συστήματα προστασίας θα φτάσουν στα όριά τους πριν τελειώσει ο αιώνας. Από εκεί και πέρα, κάθε επιλογή απαιτεί θυσίες τόσο μεγάλες, που η Βενετία, τουλάχιστον όπως την γνωρίζουμε, ίσως πάψει να υπάρχει.

Η μελέτη που αλλάζει τη συζήτηση

Η έρευνα, με επικεφαλής τον Piero Lionello του Πανεπιστημίου του Salento και 14 ακόμη επιστήμονες από όλη την Ευρώπη, παρουσιάζει ένα σύνολο «μονοπατιών προσαρμογής» και θέτει ένα δυσάρεστο ερώτημα: Τι είναι διατεθειμένοι να χάσουν οι κάτοικοι της Βενετίας; Το οικοσύστημα της λιμνοθάλασσας που διαμόρφωσε την ταυτότητά της; Τη φυσική της σχέση με το νερό ή τους ίδιους τους κατοίκους της;

Κάθε στρατηγική διασώζει κάτι πολύτιμο, αλλά θυσιάζει κάτι εξίσου αναντικατάστατο. Και το χρονικό περιθώριο για να ληφθούν αποφάσεις είναι πολύ πιο στενό απ’ όσο πιστεύουν οι περισσότεροι.

Σε ένα σενάριο πολύ υψηλών εκπομπών και πιθανής κατάρρευσης του παγοκαλύμματος της Ανταρκτικής, ακόμη και οι πιο φιλόδοξες τεχνικές λύσεις ενδέχεται να αποτύχουν. Σε αυτό το ακραίο ενδεχόμενο —πιθανότατα μέσα στον 22ο αιώνα— η τελική επιλογή θα ήταν η αποσυναρμολόγηση επιλεγμένων μνημείων και η μεταφορά τους στην ενδοχώρα, ενώ η υπόλοιπη πόλη θα παραδινόταν στη θάλασσα.

Η Βενετία ήδη ζει με «δανεικό» χρόνο

Η πόλη βυθίζεται και πλημμυρίζει εδώ και 150 χρόνια. Από τα 28 πιο ακραία πλημμυρικά επεισόδια (όσα κάλυψαν πάνω από το 60% της πόλης), τα 18 συνέβησαν τα τελευταία 23 χρόνια. Η άνοδος της στάθμης της θάλασσας, σε συνδυασμό με τη βύθιση του εδάφους, έχει αφήσει πάνω από τη μισή Βενετία λιγότερο από 1,2 μέτρα πάνω από τη μέση στάθμη της θάλασσας, με τις παλίρροιες να μεταβάλλονται κατά περίπου ένα μέτρο.

Από το 2022, το σύστημα κινητών φραγμάτων MoSE έχει αποτρέψει τις χειρότερες πλημμύρες, υψώνοντας φράγματα στα τρία ανοίγματα που συνδέουν τη λιμνοθάλασσα με την ανοιχτή θάλασσα. Το MoSE έχει αποδειχθεί σωτήριο, αλλά όπως αναφέρουν οι ερευνητές, η αποτελεσματικότητά του έχει ημερομηνία λήξης.

Καθώς η θάλασσα ανεβαίνει, το MoSE θα χρειάζεται να κλείνει όλο και πιο συχνά. Κάθε κλείσιμο, όπως εξηγούν, σταματά τη λειτουργία του λιμανιού, επιδεινώνει την ποιότητα του νερού λόγω μειωμένης ανανέωσης και αυξάνει τον κίνδυνο μηχανικής βλάβης.

Οι ερευνητές εκτιμούν ότι όταν τα κλεισίματα ξεπεράσουν τους 2–6 μήνες τον χρόνο, κάτι που αντιστοιχεί σε άνοδο 45–75 εκατοστών από τις αρχές του αιώνα, η στρατηγική καθίσταται ολοένα και πιο δύσκολη.

Τα τέσσερα πιθανά σενάρια για το μέλλον

Η μελέτη περιγράφει τέσσερις μεγάλες στρατηγικές. Καθεμία διασώζει κάτι, θυσιάζοντας όμως κάτι άλλο.

1. Διατήρηση της ανοιχτής λιμνοθάλασσας

Η πόλη συνεχίζει να λειτουργεί όπως σήμερα, με το MoSE ως βασική άμυνα. Προτείνεται επίσης έγχυση θαλασσινού νερού στο υπέδαφος για ανύψωση της πόλης κατά περίπου 30 εκατοστά μέσα σε μια δεκαετία, ανύψωση πεζοδρομίων και τοπικά φράγματα γύρω από μνημεία. Αυτή η λύση θα μπορούσε να προστατεύσει τα σημαντικότερα σημεία, όχι όμως τις γειτονιές.

2. Η Βενετία… οχυρωμένο νησί

Σε αυτήν την περίπτωση, η ιστορική πόλη περιβάλλεται από τείχος, ενώ η υπόλοιπη λιμνοθάλασσα παραμένει ανοιχτή στη θάλασσα. Το τίμημα; Η Βενετία χάνει την φυσική της σύνδεση με το νερό, την στιγμή που μόνο ένα ρήγμα στο τείχος κατά τη διάρκεια καταιγίδας θα μπορούσε να πλημμυρίσει την πόλη μέσα σε λίγες ώρες.

3. Μετατροπή της λιμνοθάλασσας σε κλειστή παράκτια λίμνη

Μόνιμα φράγματα θα μπορούσαν να μετατρέψουν τη λιμνοθάλασσα σε παράκτια λίμνη. Η πόλη θα είναι προστατευμένη από πολύ μεγαλύτερη άνοδο της θάλασσας, θυσιάζοντας όμως το οικοσύστημα της λιμνοθάλασσας, την «καρδιά» της βενετσιάνικης ταυτότητας και με ένα οικονομικό κόστος που εκτιμάται σε δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ.

4. Σταδιακή υποχώρηση και μεταφορά μνημείων

Η πιο ακραία επιλογή προβλέπει την μεταφορά επιλεγμένων μνημείων στην ενδοχώρα, μια διαδικασία που έχει εφαρμοστεί μόνο σε μικρή κλίμακα, όπως με τους ναούς του Άμπου Σίμπελ στην Αίγυπτο τη δεκαετία του ’60. Σε κλίμακα Βενετίας, όμως, μια τέτοια επιχείρηση θα ήταν σχεδόν αδύνατη, τόσο σε κόστος όσο και σε τεχνική πολυπλοκότητα.

Ο χρόνος τελειώνει για την Βενετία

Η μελέτη εισάγει την έννοια των «σημείων καμπής προσαρμογής», κρίσιμες στιγμές όπου μια στρατηγική παύει να είναι βιώσιμη και η μετάβαση σε μια άλλη λύση γίνεται αναπόφευκτη.

Οι ερευνητές εκτιμούν ότι η πρώτη μεγάλη αλλαγή πορείας, μακριά από το μοντέλο της ανοιχτής λιμνοθάλασσας, θα χρειαστεί όταν η άνοδος της στάθμης της θάλασσας φτάσει περίπου τα 75–175 εκατοστά. Ακόμη και στο πιο δυσμενές σενάριο, αυτό δεν αναμένεται πριν από τη δεκαετία του 2070· σε ένα σενάριο χαμηλών εκπομπών, η μετάβαση αυτή ίσως μετατεθεί για τον 22ο αιώνα.

Ωστόσο, αυτά τα χρονοδιαγράμματα μπορεί να αποδειχθούν παραπλανητικά. Έργα τέτοιας κλίμακας απαιτούν 30 έως 50 χρόνια σχεδιασμού και προετοιμασίας. Το MoSE είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα, καθώς ξεκίνησε μετά την πλημμύρα του 1966 και τέθηκε σε πλήρη λειτουργία μόλις το 2022.

Όπως αναφέρουν χαρακτηριστικά οι ερευνητές, αν η Βενετία χρειαστεί να αλλάξει στρατηγική, πρέπει να ξεκινήσει να το σχεδιάζει τώρα.

Η εγκατάλειψη εκ των έσω… Η «αθόρυβη» απειλή

Ο πληθυσμός της πόλης έχει μειωθεί από 170.000 τη δεκαετία του ’50 σε λιγότερους από 50.000 σήμερα. Ακόμη κι αν αποφευχθούν τα πιο ακραία κλιματικά σενάρια, η Βενετία μπορεί να αδειάσει πριν βυθιστεί.

Οι ερευνητές προειδοποιούν ότι η εγκατάλειψη δεν χρειάζεται μια καταστροφική πλημμύρα για να ξεκινήσει. Μπορεί να έρθει αργά και αθόρυβα, μέσα από την οικονομική πίεση, την πολιτισμική φθορά και τη σταδιακή απώλεια της συλλογικής θέλησης να συνεχιστεί ο αγώνας. Και αυτή η σταδιακή υποχώρηση ίσως αποτελεί την πιο απτή απειλή για το μέλλον της πόλης.



Πηγή